"Ομελέτα με Μανιτάρια", (διηγήματα, εκδ. Νεφέλη, 2007)

  

 

 

 Η τρί­τη πτώ­ση

 

 
Περ­πα­τού­σαν στους βρεγ­μέ­νους δρό­μους. Η ά­σφαλτος α­νέ­δι­δε μια τα­γκή μυ­ρω­διά. Η κού­ρα­ση των αν­θρώ­πων που έ­τρε­χαν ό­λη μέρα πά­νω της ξε­τρε­λα­μέ­νοι, κα­τα­κά­θι­ζε τώ­ρα με την βρο­χή. Η σή­ψη τό­σων προσ­δοκιών μπού­κω­σε την α­νά­σα τους Πέ­ρα­σαν μπρο­στά α­πό μια σκο­τει­νή βι­τρί­να παπου­τσιών. Ε­κεί­νη δεν εί­δε, προ­σπέ­ρα­σε. Την τρά­βη­ξε α­πα­λά α­πό το μπρά­τσο προς τα πί­σω. Τα εί­δω­λά τους στο σκού­ρο τζά­μι στά­θη­καν κι αυ­τά. “Δες, πως φέγ­γει ο έ­ρω­τάς μας στα τζά­μια” της εί­πε. Του ‘στει­λε έ­να γυά­λι­νο φι­λί κι άρ­χισε να χα­ζεύ­ει τα πα­πού­τσια.
Ε­κεί­νος κοι­τού­σε το σχή­μα της πως κού­μπω­νε στην α­γκα­λιά του. Ό­σο πιο ταιρια­στά κού­μπω­νε, τό­σο πιο πο­λύ την λα­χτα­ρού­σε κι ό­σο την λα­χτα­ρού­σε τό­σο πιο α­δύ­να­μος κι α­πο­ρη­μέ­νος έ­νιω­θε. Ή­θε­λε να την α­γα­πά μα ό­χι έ­τσι, ό­χι τό­σο που να μην μπο­ρεί να βρει κά­ποια άλ­λη, έ­στω για λί­γο, για μια φο­ρά, μό­νο για να δει το σώ­μα του να μπαί­νει σ’ άλ­λο σώ­μα, λες κι αυ­τό θα τον ε­λευ­θέ­ρω­νε από τον ω­κε­α­νό του έ­ρω­τά της. Και τον σκε­φτό­ταν ζη­λό­τυ­πα, λες κι α­φο­ρού­σε μόνο ε­κεί­νη, σαν μην ή­ταν αυ­τός ο κοι­νός, ο ί­διος έ­ρω­τας που μοι­ρα­ζό­τα­νε μα­ζί του. Εί­χε μά­θει, να έ­χει πά­ντα τον κυ­ρί­αρ­χο ρό­λο, την ε­πι­λο­γή του φεύ­γω και του έρ­χο­μαι. Και τώ­ρα τον εί­χε βέ­βαια, μό­νο που τώ­ρα δεν διά­λε­γε το φεύ­γω ού­τε για λί­γο και τον προ­βλη­μά­τι­ζε, πο­λύ τον προ­βλη­μά­τι­ζε. Κοι­τού­σε γύ­ρω του κο­ρί­τσια, σαν τα κρύ­α τα νε­ρά, τρό­πος του λέ­γειν, αυ­τός πο­τέ του δεν α­γάπη­σε τα κρύ­α νε­ρά και για μπει στη θά­λασ­σα έ­φτα­νε Αύ­γου­στος, και δεν τον συγκι­νού­σαν. Και φυ­σι­κά δεν ή­ταν θέ­μα ο­μορ­φιάς, «α­λί­μο­νο στις ό­μορ­φες που νομί­ζουν πως εί­ναι οι μό­νες» έ­λε­γε. Μάλ­λον ή­ταν ζή­τη­μα ται­ριά­σμα­τος. Αυ­τά τα δυο κορ­μιά λες κι ή­ταν το αρ­σε­νι­κό και το θη­λυ­κό μιας μό­νο μή­τρας. Βα­σα­νιζό­ταν, ...πώς γί­νε­ται; Γί­νε­ται; Α­να­ρω­τιό­ταν ό­λο και πιο συ­χνά. Πώς ή­ταν δυ­νατόν, θα ε­πέ­τρε­πε να του α­να­τρέ­ψει αυ­τή η ι­στο­ρί­α ό­λο του το μύ­θο; Το αρ­σε­νικό του αρ­χέ­τυ­πο σφυ­ρο­κο­πού­σε μα­νια­σμέ­να τα μη­νίγ­για του.
Ή­ταν αρ­γά, περ­πα­τού­σαν ώ­ρα, πεί­να­σαν. Χώ­θη­καν στην στορ­γι­κή κά­πνα μιας υπό­γειας τα­βέρ­νας. Υ­πήρ­χε μια πα­ρη­γο­ρη­τι­κή οι­κειό­τη­τα ε­κεί μέ­σα, σαν να άνοι­γε θε­ρα­πευ­τι­κά τη γα­στέ­ρα της η γη και τους δε­χό­ταν ό­λους, παι­διά της άλλω­στε και μελ­λο­ντι­κούς της κά­τοι­κους δια πα­ντός. Τώ­ρα τους τά­ι­ζε, κά­πο­τε θα τους χώ­νευε.
Το κρα­σά­κι έ­ρε­ε κι έ­κα­νε τα μά­τια της να λά­μπουν, χω­νό­ταν στις μι­κρές κο­φτές α­νά­σες της, πνι­γό­ταν στους κα­πνούς της. Ό­σο κι αν κα­τέ­βαλ­λε προ­σπά­θεια να συ­γκε­ντρω­θεί σ’ αυ­τά που του έ­λε­γε, στο μυα­λό του πα­ρέ­με­νε α­νοι­χτή η ερώ­τη­ση -πλη­γή που τον α­πα­σχο­λού­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο, έ­τσι τε­λι­κά της α­πα­ντού­σε σχε­δόν μη­χα­νι­κά. Ευ­τυ­χώς η τα­βέρ­να εί­χε πο­λύ θό­ρυ­βο, ή­ταν και μια πα­ρέ­α που ό­λο κά­τι ψι­λο­τρα­γου­δού­σε και δεν προ­δό­θη­κε. Α­σχο­λιό­ταν μα­ζί της, αλ­λά με το δι­κό του τρό­πο. Ό­σο πο­θού­σε την έ­νω­ση, άλ­λο τό­σο την φο­βό­ταν.
Κα­θώς τα μά­τια του έ­κα­ναν έ­να γύ­ρω, ψά­χνο­ντας το παι­δί για να τους φέ­ρει ένα α­κό­μα κα­ρα­φά­κι κρα­σί, πρό­σε­ξε πως στην πλά­τη του τρα­πε­ζιού τους υ­πήρ­χε έ­νας στε­νό­μα­κρος κα­θρέ­φτης. Ή­ταν μάλ­λον πα­λιός, η υ­γρα­σί­α εί­χε αλ­λοιώ­σει τον υ­δράρ­γυ­ρο, με α­πο­τέ­λε­σμα να δη­μιουρ­γού­νται πα­ρα­μορ­φώ­σεις και με­ταλλι­κές μα­τιέ­ρες στην ε­πι­φά­νεια, σαν τού­φες κα­πνού. Μπο­ρού­σε α­πό ‘κει μέσα να πα­ρα­τη­ρεί ό­τι συ­νέ­βαι­νε σ’ ό­λη την τα­βέρ­να, χω­ρίς να στρι­φο­γυρ­νά συνέ­χεια το κε­φά­λι, χω­ρίς να τον α­ντι­λαμ­βά­νε­ται κα­νείς και κυ­ρί­ως ε­κεί­νη. Πά­νω που το σκέ­φτη­κε και χά­ρη­κε, δια­σταυ­ρώ­θη­κε η μα­τιά του μ’ έ­ναν τύ­πο μου­στα­κα­λή και κοκ­κι­νο­μύ­τη. Α­πέ­συ­ρε τα μά­τια του βια­στι­κά και υ­πο­κρί­θη­κε τον α­διά­φο­ρο. Ω­στό­σο η α­να­κά­λυ­ψή του ή­ταν εν­δια­φέ­ρου­σα κι άρ­χι­σε να ρί­χνει κά­θε τό­σο κλε­φτές μα­τιές. ό­σο πιο δια­κρι­τι­κά μπο­ρού­σε. Στην αρ­χή χά­ζε­ψε για λί­γο τους υ­πό­λοι­πους θα­μώ­νες, γρή­γο­ρα ό­μως η προ­σο­χή του συ­γκε­ντρώ­θηκε πά­νω της. Κοι­τά­ζο­ντάς την τώ­ρα α­πό πί­σω και λί­γο πλά­για, α­να­κά­λυ­πτε ό­ψεις της που α­γνο­ού­σε ό­ταν έ­βλε­πε με­τω­πι­κά. Κα­θώς συ­μπλή­ρω­νε την ει­κό­να της άρ­χι­σε να τον πλημ­μυ­ρί­ζει μια α­πρό­σμε­νη χα­ρά δη­μιουρ­γί­ας.
Η ώ­ρα κυ­λού­σε χα­λα­ρά κι ευ­χά­ρι­στα κι αυ­τός συ­νέ­χι­ζε το κρυ­φό του παι­χνίδι. Με­τά τα με­σά­νυ­χτα ση­κώ­θη­καν να φύ­γουν. Την κοί­τα­ξε κα­θώς έ­βα­ζε το παλ­τό της, πως ο για­κάς φυ­λά­κι­σε τα μα­κριά μαλ­λιά φτιά­χνο­ντας έ­να φου­σκω­τό βικτο­ρια­νό κο­λά­ρο ο­λό­γυ­ρα και πως νυ­σταγ­μέ­νη ά­πλω­σε το χέ­ρι κι α­ντί να ε­λευθε­ρώ­σει τα μαλ­λιά, έ­τρι­ψε τα μά­τια της. Πλή­ρω­σε το λο­γα­ρια­σμό, πή­ρε την τσάντα της που εί­χε ξε­χα­στεί στην κα­ρέ­κλα, πέ­ρα­σε το χέ­ρι γύ­ρω απ’ το λαι­μό της «Πά­με» εί­πε. Η πα­ρέ­α των νε­α­ρών στο δι­πλα­νό τρα­πέ­ζι έ­παι­ζε τώ­ρα έ­να παρα­πο­νιά­ρι­κο λα­ϊ­κό τρα­γου­δά­κι που ‘λε­γε «...που να βρω γυ­ναί­κα να σου μοιάζει...». Πριν α­νέ­βουν την στε­νή πέ­τρι­νη σκά­λα που θα τους ο­δη­γού­σε και πά­λι στην ε­πι­φά­νεια της γης, γύ­ρι­σε κι έ­ρι­ξε μια τε­λευ­ταί­α μα­τιά στη φι­γού­ρα μεσ’ τον κα­θρέ­φτη. «Κα­λη­νύ­χτα» πε­τά­χτη­κε α­πό βα­θιά του μια φω­νή!
Στο δρό­μο τώ­ρα περ­πα­τού­σαν α­μί­λη­τοι. Κα­τευ­θύν­θη­καν προς το μι­κρό ξε­νο­δοχεί­ο της γει­το­νιάς. Τρύ­πω­σαν στο ζε­στό δω­μά­τιο με την τριμ­μέ­νη μο­κέ­τα. Η ατμό­σφαι­ρα ή­ταν γνώ­ρι­μη, α­γκα­λιά­στη­καν σφι­χτά, με α­να­κού­φι­ση. Της έ­βγα­λε βια­στι­κά ό­λα τα ρού­χα και την έ­σφιγ­γε πά­νω του. Ε­κεί­νη έ­κα­νε να κα­θί­σει στο κρε­βά­τι. Την κρά­τη­σε όρ­θια και την στρο­βί­λι­ζε μέ­σα στο δω­μά­τιο σαν σε φαντα­στι­κό βαλ­ς. Μπή­κε στο παι­χνί­δι του κι άρ­χι­σε να τον γδύ­νει. Κά­ποια στιγμή την α­κι­νη­το­ποί­η­σε στην α­γκα­λιά του, πί­ε­σε το στή­θος της πά­νω στο στή­θος του, έ­φεγ­γε η πλά­τη της στο μα­κρό­στε­νο κα­θρέ­φτη, α­πέ­να­ντι απ’ το κρε­βάτι.. Την κοι­τού­σε πά­λι χω­ρίς να τον βλέ­πει. Το σώ­μα της τυ­λι­γό­ταν τώ­ρα γύ­ρω του. Τον πο­νού­σε. Ό­σο πιο α­πα­λά τον χά­ι­δευε, τό­σο πιο βα­θιά πο­νού­σε. Οι κι­νήσεις της κυ­μά­τι­ζαν α­φή­νο­ντας δια­δο­χι­κά φω­τει­νά πε­ρι­γράμ­μα­τα στον α­έ­ρα. Το σώ­μα της άρ­χι­σε να τον ε­γκλω­βί­ζει, να τον α­πορ­ρο­φά. Δεν μπο­ρού­σε να ξε­φύγει α­πό το σχή­μα της. Πα­ρα­τή­ρη­σε την πλά­τη της, πως χώ­ρι­ζε τον κα­θρέ­φτη στα δυο με μια δια­γώ­νιο. Μια α­ντα­νά­κλα­ση σάρ­κας στο χρώ­μα της ζά­χα­ρης. Πώς δεν το ‘ξε­ρε ό­τι εί­χε τέ­τοια χρώ­μα­τα;. Ού­τε τα σχή­μα­τά της γνώ­ρι­ζε. Α­να­δευό­ταν σε κά­θε του κί­νη­ση σα θά­λασ­σα στο φτε­ρό μι­κρού που­λιού. Το κορ­μί της γέ­μιζε τα χέ­ρια του.
Η φόρ­μα που κυ­μά­τι­ζε στον κα­θρέ­φτη του ‘κλε­βε το άλ­λο μι­σό της ε­πι­θυ­μί­ας. Το βλέμ­μα του σερ­για­νού­σε πά­νω της θαυ­μα­στι­κό και κρυ­φά χαι­ρέ­κα­κο. Έ­ψαχνε πέ­ρα­σμα φθαρ­τό, ση­μεί­ο α­δύ­να­μο για να ξε­φύ­γει απ’ το δί­χτυ του έ­ρω­τά της. Μα ό­σο την κοι­τού­σε, τό­σο οι κα­μπύ­λες της στρογ­γύ­λευαν και τον κα­λούσαν. Έ­βλε­πε τα χέ­ρια του ε­πά­νω της λε­πτά κι ε­πι­δέ­ξια να α­να­σύ­ρουν στην ε­πιφά­νεια τους κρυμ­μέ­νους χάρ­τες της. Τα­ξί­δευε με την α­φή του,. ξε­μά­κραι­νε...χανό­ταν..., ώ­σπου κά­ποια στιγ­μή εί­δε τη φι­γού­ρα α­πό α­πέ­να­ντι να γυρ­νά και να του γνέ­φει. Κά­τι α­νε­παί­σθη­τα σι­νιά­λα, μι­κροί λυγ­μοί. Το πέ­σι­μο μιας τού­φας των μαλ­λιών στα χεί­λη την ώ­ρα που έ­σκυ­ψε να την φι­λή­σει, σαν για να του κλέψει το φι­λί ή για να μην το πά­ρει η ....άλ­λη, έ­να τρυ­φε­ρό τρε­μού­λια­σμα των ώ­μων, κα­θώς τα μά­τια του ε­ρή­μην της τρυ­πού­σαν το πί­σω μέ­ρος των γο­φών. Κοι­τούσε στον κα­θρέ­φτη α­πο­σβο­λω­μέ­νος τις αυ­το­νο­μη­μέ­νες κι­νή­σεις του κορ­μιού που κρα­τού­σε α­κί­νη­το στα χέ­ρια του!
Η φι­γού­ρα μεσ’ απ’ τον κα­θρέ­φτη τού πρό­τει­νε το χέ­ρι σο­βα­ρή,... τον τρά­βηξε... Αυ­τός τώ­ρα εί­χε ο­λό­τε­λα α­φαι­ρε­θεί α­πό το χώ­ρο. Ά­δειο το δω­μά­τιο. Με μια αρ­γή προ­σε­κτι­κή κί­νη­ση τα δά­χτυ­λά του πα­ρα­μέ­ρι­σαν την πε­σμέ­νη τού­φα α­πό το μέ­τω­πό της. Κοί­τα­ξε τη ρα­γι­σμα­τιά στα μά­τια, γλί­στρη­σε μέ­σα...
Τώ­ρα έ­βλε­πε α­πό την άλ­λη πλευ­ρά το σώ­μα της να λά­μπει χυ­τό, με­ταλ­λι­κό. Έ­νιωσε τον α­τμό του ι­δρώ­τα της να βα­φτί­ζει την ό­σφρη­σή του, μπού­κω­σε η α­νά­σα του υ­δράρ­γυ­ρο. Έ­κα­νε να τυ­λί­ξει τα χέ­ρια γύ­ρω της, μα .... έ­μει­νε η κί­νη­σή του σινιά­λο στο κε­νό.
Κύ­λη­σε ή δεν κύ­λη­σε χρό­νος ....Ά­χρο­νο...
Μέ­σα στο δω­μά­τιο ό­λα εί­ναι σκε­πα­σμέ­να α­πό έ­να λε­πτό δί­χτυ υ­γρα­σί­ας. Το σώμα του εί­ναι α­κί­νη­το κολ­λη­μέ­νο πά­νω της. Ε­κεί­νη α­σά­λευ­τη με τη πλά­τη α­κόμη στραμ­μέ­νη στον κα­θρέ­φτη. Κά­τι του μουρ­μου­ρί­ζει. Τη γυ­ρί­ζει αλ­λιώς, τώ­ρα έ­χει την πλά­τη της στο στή­θος του, την κοι­τά­ει στα μά­τια μέ­σα απ’ το α­ση­μί του υ­δράρ­γυ­ρου, περ­νά­ει τα μπρά­τσα του σταυ­ρω­τά μπρο­στά της. «Τι εί­πες;» τη ρω­τά­ει. Τον κοι­τά­ει ξαφ­νια­σμέ­νη. Η φω­νή της δι­στά­ζει, ύ­στε­ρα λα­χα­νιά­ζει «...δώσ’ μου λό­γο...δώσ’ μου ό­νο­μα».
Την πλά­θει στα χέ­ρια του χω­ρίς να της α­πα­ντά, η ζε­στή μά­ζα αλ­λά­ζει σχή­μα­τα κι αυ­τός τα γιορ­τά­ζει αρ­γά και σι­γα­νά. Κι ό­σο την πλά­θει τό­σο ε­κεί­νης τα μάτια α­νοί­γουν μ’ έ­να άλ­λο φως α­γνώ­ρι­στο και τον κοι­τούν τώ­ρα κα­τά­μα­τα, επί­μο­να α­πό πο­λύ μα­κριά, σαν αυ­το­νο­μη­μέ­να.
Η πλά­τη της συ­σπά­ται στο στή­θος του το­νί­ζο­ντας ξα­νά τις λέ­ξεις. «Δώσ’ μου ό­νο­μα, ...πώς με λέ­νε;». Βυ­θί­ζε­ται στα μά­τια της κο­πέ­λας που τον κοι­τά­ει με α­γω­νί­α α­πό α­πέ­να­ντι
«...Δο­τι­κή...» της τρα­γου­δά­ει. «...Δο­τι­κή...» και κο­λυ­μπά­ει στα νε­ρά της.
«...και μ’ α­γα­πάς ;» τον ι­κε­τεύ­ει η φω­νή μέ­σα α­πό το τζά­μι.
Τρύ­γη­σε με τα μά­τια του α­κό­μα μια φο­ρά το λα­μπε­ρό με­ταλ­λι­κό της σχή­μα, γέρνο­ντας κα­τα­φα­τι­κά το κε­φά­λι.
Η κο­πέ­λα α­να­στέ­να­ξε με α­να­κού­φι­ση, κρα­τώ­ντας του­λά­χι­στον το μι­σό της α­πά­ντη­σης δι­κό της,... κα­τά­δι­κό της.
  
 
Κριτικές :
1. Η Μαρώ Τριανταφύλλου για τη συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (το περ. Οροπέδιο, Δεκέμβριος 2007)
2. Η Λίνα Πανταλέων για τη συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (εφ.Ελευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, 28-09-2007)
3. O Γιώργος Βέης για την συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (εφ.Αυγή, 11-10-2007)
4. Ο Σέργιος Μαυροκέφαλος για την συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (περ.Highlights τχ. 31, 01-11-2007)
5. Η Μάρη Θεοδοσοπούλου για την συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (εφ. το Βήμα της Κυριακής, 04-11-2007)
6. Η Μαρώ Τριανταφύλλου γιά την "Ομελέτα με μανιτάρια" (Θέατρο της Ημέρας, 12-11-2007)
7. Η Ελένη Σκάλβη για την συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (πολιτιστική ομάδα Φράγμα Λεχαινών, 15-12-2007)
8. Ο Γιάννης Δεληγιάννης για την συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (πολιτιστική ομάδα Φράγμα των Λεχαινών, 15-12-2007)
9. Ο Γιώργος Γιαννόπουλος για τη συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (περ. Ένεκεν τ.χ. ,Μάρτιος 2008)
10. H Νατάσα Κεσμέτη για την συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (περ.Κάπα τ.χ. 1 , Ιούνιος 2008)
11. Η Τούλα Ρεπαπή για την συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (ιστοσελίδα Diavasame.gr, 14-07-2008)
12. Ο Μάκης Πανώριος για την συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιταρια" (εφ. Η Καθημερινή, 26-08-2008)
Τελευταία Ανανέωση:
Κυρ, 10/11/2015 - 22:01