Η Λίνα Πανταλέων για τη συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (εφ.Ελευθεροτυπία, Βιβλιοθήκη, 28-09-2007)

  

Η Λί­να Παν­τα­λέ­ων για τη συλλογή διηγημάτων Ο­με­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια (Νεφέλη, 2007) στην εφ. Ε­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α, 28-09-2007.

   
 
 

 

Πε­ρι­ή­γη­ση στη δι­α­κε­καυ­μέ­νη ζώ­νη των οι­κο­γε­νεια­κών δε­σμών
 
Σχέ­σεις ε­νο­χής
Ι­στο­ρί­ες για κα­τα­πι­ε­σμέ­νες έ­φη­βες, πλη­γω­μέ­νους άν­τρες,
μο­να­χι­κά φαν­τά­σμα­τα και ή­ρω­ες πα­ρα­μυ­θι­ών
 
Μη­τέ­ρες που α­κρω­τη­ριά­ζουν ψυ­χι­κά τις έ­φη­βες κό­ρες τους, με­σό­κο­πες γυ­ναί­κες που δεν κα­τορ­θώ­νουν να α­παλ­λα­γούν α­πό τις δη­λη­τη­ρι­ώ­δεις α­να­μνή­σεις των παι­δι­κών τους χρό­νων, άν­τρες που αμ­φιρ­ρέ­πουν α­μή­χα­να α­νά­με­σα στον πό­θο και στην προσ­δο­κί­α μιας α­σα­φούς ε­λευ­θε­ρί­ας, μο­να­χι­κά φαν­τά­σμα­τα που ε­κλι­πα­ρούν για συν­τρο­φιά και ή­ρω­ες πα­ρα­μυ­θι­ών που τολ­μούν να πα­ρέμ­βουν στον χι­λι­ο­ει­πω­μέ­νο τους μύ­θο. Η Η­ρώ Νικο­πού­λου στη δεύ­τε­ρη πε­ζο­γρα­φι­κή της εμ­φά­νι­ση (έ­χουν ε­πί­σης προ­η­γη­θεί τρεις ποι­η­τι­κές της συλ­λο­γές) μας συ­στή­νει πρό­σω­πα σο­βα­ρά τραυ­μα­τι­σμέ­να, εκ των ο­ποί­ων άλ­λα βρί­σκουν κά­πο­τε το κου­ρά­γιο να ορ­θω­θούν πά­νω α­πό τις αγ­κυ­λώ­σεις τους, ε­νώ άλ­λα πα­ρα­τη­ρούν σε κα­τά­στα­ση α­φα­σί­ας το αρ­γό­συρ­το βύ­θι­σμά τους. Στα δε­κα­ο­χτώ δι­η­γή­μα­τα της συλ­λο­γής ο ε­ρω­τι­κός και οι­κο­γε­νεια­κός μι­κρό­κο­σμος με­ταλ­λάσ­σε­ται σε θυ­σι­α­στή­ριο και κα­θαρ­τή­ριο μα­ζί, έ­να πε­δί­ο α­δυ­σώ­πη­των συγ­κρού­σε­ων, ό­που οι κα­λές προ­θέ­σεις α­λέ­θον­ται α­πό τη μι­κρό­τη­τα και τις α­πο­σι­ω­πη­μέ­νες μει­ο­νε­ξί­ες. Η συγ­γρα­φέ­ας δι­αρ­ρη­γνύ­ει την ε­σω­στρέ­φεια των η­ρώ­ων της για να α­πο­κα­λύ­ψει πλη­γές α­νο­μο­λό­γη­τες και να φέ­ρει στην ε­πι­φά­νεια τις αι­τί­ες της συ­ναι­σθη­μα­τι­κής τους α­κι­νη­σί­ας. Στα ε­πι­τυ­χέ­στε­ρα δι­η­γή­μα­τα αυ­τός ο αρ­γός φω­τι­σμός σκι­ε­ρών ση­μεί­ων α­να­δει­κνύ­ε­ται ση­μαν­τι­κά α­πό την υ­πο­δειγ­μα­τι­κή α­φη­γη­μα­τι­κή οι­κο­νο­μί­α.
Πέν­τε θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες
Κα­θώς α­πό το σύ­νο­λο των ι­στο­ρι­ών δεν προ­κύ­πτει μια θε­μα­τι­κή συ­νο­χή, εύ­στο­χος εί­ναι ο δι­α­μοι­ρα­σμός τους σε πέν­τε ε­νό­τη­τες με δι­α­κρι­τή συ­νά­φεια. Τυ­ραν­νί­ες της ε­φη­βεί­ας, δι­α­σα­λευ­μέ­να οι­κο­γε­νεια­κά πε­ρι­βάλ­λον­τα, ε­ρω­τι­κές κα­κου­χί­ες, ι­στο­ρί­ες μυ­στη­ρί­ου και α­να­τρε­πτι­κές α­να­γνώ­σεις γνω­στών μύ­θων εί­ναι οι θε­μα­τι­κές που α­πο­τυ­πώ­νον­ται στις πέν­τε ο­μά­δες ι­στο­ρι­ών. Ω­στό­σο, ο δι­α­χω­ρι­σμός δεν παύ­ει να φαί­νε­ται ε­νί­ο­τε εκ­βι­α­στι­κός. Σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις (κυ­ρί­ως στις δύ­ο τε­λευ­ταί­ες ε­νό­τη­τες) δί­νε­ται η εν­τύ­πω­ση ό­τι τα δι­η­γή­μα­τα γρά­φτη­καν για να δι­και­ο­λο­γη­θεί ο δι­α­χω­ρι­σμός και ό­χι το αν­τί­στρο­φο. Η συ­νά­θροι­ση ε­πί­σης ζη­μι­ώ­νει τα πιο α­δύ­να­μα κεί­με­να στον βαθ­μό που σε μια ε­νό­τη­τα τεσ­σά­ρων δι­η­γη­μά­των με κοι­νό προ­σα­να­το­λι­σμό ξε­χω­ρί­ζουν εύ­κο­λα ό­σα δυ­σκο­λεύ­ον­ται να συν­ταυ­τι­στούν με τα υ­πό­λοι­πα. Ι­δι­αί­τε­ρα προ­βλη­μα­τι­κή ο­μά­δα η τέ­ταρ­τη, α­παρ­τι­ζό­με­νη α­πό τέσ­σε­ρα δι­η­γή­μα­τα του φαν­τα­στι­κού. Νε­κρές προ ε­τών οι­κο­δέ­σποι­νες πε­ρι­φέ­ρον­ται σε πάρ­τι γε­νε­θλί­ων, πυρ­γοδέ­σποι­νες αλ­λο­τι­νών ε­πο­χών συμ­με­τέ­χουν σε παι­χνί­δια του­ρι­στών, η χάλ­κι­νη χο­ρεύ­τρια του Ντεγ­κά φα­νε­ρώ­νει μια ά­κρως α­παι­τη­τι­κή υ­πό­στα­ση, ε­νώ κά­που στο α­πώ­τα­το μέλ­λον οι σχέ­σεις των δύ­ο φύλων, η μη­τρό­τη­τα και κά­θε μεί­ζων πτυ­χή της ύ­παρ­ξης ε­να­πό­κειν­ται σε προ­γράμ­μα­τα προ­σο­μοί­ω­σης. Ι­σχνή η α­τμό­σφαι­ρα μυ­στη­ρί­ου στις τέσ­σε­ρις ι­στο­ρί­ες, δι­α­λύ­ε­ται εν­τε­λώς με πλε­ο­να­στι­κές ε­πε­ξη­γή­σεις που φα­νε­ρώ­νουν ελ­λι­πή ευ­ρη­ματτκό­τη­τα. Ε­ξαί­ρε­ση το «Κά­στρο», ό­που στο παι­χνί­δι ε­κμυ­στη­ρεύ­σε­ων των του­ρι­στών πα­ρει­σφρέ­ει μια φα­σμα­τι­κή πα­ρου­σί­α, ό­χι για να ε­ξο­μο­λο­γη­θεί κά­ποι­ο δρά­μα, αλ­λά α­πλώς για να νι­ώ­σει υ­παρ­κτή. Η ε­πι­στη­μο­νι­κή φαν­τα­σί­α εμ­πνέ­ει και δι­ή­γη­μα που βρί­σκου­με στην ε­νό­τη­τα με τις αν­δρι­κές ε­ρω­τι­κές δυ­στυ­χί­ες. Ό­ταν οι ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις έ­χουν πια ο­δη­γη­θεί σε α­με­τά­κλη­το τέλ­μα η σαρ­κι­κή ευ­τυ­χί­α ε­πα­φί­ε­ται στις ε­πι­τεύ­ξεις της Γε­νε­τι­κής Βι­ο­λο­γί­ας. Και ε­δώ ό­μως η α­γω­νί­α­ του α­φη­γη­τή να βρει την ι­δα­νι­κή κλω­νο­ποι­ημέ­νη ε­ρω­μέ­νη υ­στε­ρεί σε σχέ­ση με τα άλ­λα δι­η­γή­μα­τα συ­να­φούς θε­μα­τι­κής, και ι­δί­ως με την «Τρί­τη πτώ­ση», έ­να α­πό τα πιο υ­πο­βλη­τι­κά κεί­με­να της συλ­λο­γής. Ο ή­ρω­ας α­σφυ­κτι­ών­τας α­πό την αρ­μο­νί­α της ε­ρω­τι­κής σχέ­σης, νι­ώ­θει να βρί­σκει την α­νά­σα του ό­ταν α­πα­τά την ε­ρω­μέ­νη του με την αν­τα­νά­κλα­σή της. Στο εί­δω­λό της α­να­κα­λύ­πτει μια δι­α­φο­ρε­τι­κή μορ­φή και πα­ρα­τη­ρών­τας το αυ­θυ­ποβάλ­λε­ται στη λυ­τρω­τι­κή ψευ­δαί­σθη­ση ό­τι αγ­καλιά­ζει μια ξέ­νη. Πυ­κνό­τη­τα, υ­παι­νι­κτι­κό­τη­τα, δι­εισ­δυ­τι­κό­τη­τα και υ­πο­λο­γι­σμέ­να λυ­ρι­κός λό­γος συ­ναι­ρούν­ται σ' έ­να ε­ρε­θι­στι­κό δι­ή­γη­μα.
Στην ί­δια ε­νό­τη­τα α­ξι­ο­πρό­σε­κτο εί­ναι και το δι­ή­γη­μα «Το βίν­τε­ο», ό­που πα­ρα­κο­λου­θού­με την πα­γί­δευ­ση του α­φη­γη­τή α­πό την α­τολ­μί­α έκ­φρα­σης των σε­ξου­α­λι­κών του ε­πι­θυ­μι­ών. Η ευ­θύ­βο­λη δι­α­τύ­πω­ση στην «Τρί­τη πτώ­ση» ι­σχύ­ει ο­πωσ­δή­πο­τε και για τον ε­νο­χι­κό ο­μο­φυ­λό­φι­λο: «Το αρ­σε­νι­κό του αρ­χέ­τυ­πο σφυ­ρο­κο­πού­σε μα­νι­α­σμέ­να τα μη­νίγ­για του». Το ο­μό­τιτ­λο της συλ­λο­γής κεί­με­νο, πέ­ραν της κα­τα­λη­κτι­κής εκ­δί­κη­σης του πλη­γω­μέ­νου αρ­σε­νι­κού, δεν πα­ρου­σιά­ζει κά­ποι­ο εν­δι­α­φέ­ρον α­πό τη στιγ­μή που ο τραυ­μα­τι­σμέ­νος ε­γω­ι­σμός ε­νός α­πα­τη­μέ­νου ε­ρα­στή εί­ναι τό­σο τε­τριμ­μέ­νο και αυ­το­νό­η­το δει­νό που δεν προ­σφέ­ρε­ται για ι­δι­αί­τε­ρη εμ­βά­θυν­ση. Πα­ρ' ό­λα αυ­τά στο ο­φθαλ­μός αν­τί ο­φθαλ­μού της κα­τα­κλεί­δας δι­α­φαί­νε­ται μια ευ­πρόσ­δε­κτη ι­λα­ρό­τη­τα. Το δι­ή­γη­μα πάν­τως θα ω­φε­λούν­ταν α­πό έ­ναν πιο εύ­στο­χο τίτ­λο. Γε­νι­κό­τε­ρα, η τιτ­λο­φό­ρη­ση πολ­λών κομ­μα­τι­ών εί­ναι υ­περ­βο­λι­κά προ­φα­νής. Για πα­ρά­δειγ­μα, στην ε­νό­τη­τα με τα οι­κο­γε­νεια­κά ναυά­για ο τίτ­λος «Πα­ρε­νό­χλη­ση» προ­ε­ξο­φλεί το πε­ρι­ε­χό­με­νο της α­φή­γη­σης. Αν­τι­θέ­τως, στο έ­ξο­χο δι­ή­γη­μα με τον κρυ­πτο­γρα­φτκό τίτ­λο «Drusen» η συγ­γρα­φέ­ας κα­τορ­θώ­νει σε δύ­ο σε­λί­δες να σκι­α­γρα­φή­σει το τραυ­μα­τι­κό πα­ρελ­θόν της η­ρω­ί­δας και να υ­πο­δεί­ξει τη σω­μα­τι­κή της α­να­πη­ρί­α σαν α­πόρ­ροι­α της στά­σης ζω­ής της. Ο φό­βος της να αν­τι­κρί­σει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με­ταλ­λά­χτη­κε σε πρό­βλη­μα στην ό­ρα­ση, μια α­σθέ­νεια που δεν της ε­πι­τρέ­πει να δι­α­κρί­νει πα­ρά μό­νο πε­ρι­γράμ­μα­τα, θο­λώ­νον­τας το κέν­τρο των πραγ­μά­των και της ύ­παρ­ξής της. Έ­ξυ­πνη η αμ­φι­ση­μί­α στην εν­θαρ­ρυν­τι­κή γνω­μά­τευ­ση του για­τρού: «Δεν ο­δη­γεί α­πα­ραι­τή­τως στην ο­λι­κή τύ­φλω­ση».
Η φρί­κη εν­τός των τει­χών
Η Νι­κο­πού­λου φαί­νε­ται πιο σί­γου­ρη ό­ταν πε­ρι­δι­α­βαί­νει στην έμ­πυ­ρη ζώ­νη των οι­κο­γε­νεια­κών δε­σμών. Σ' αυ­τές τις ι­στο­ρί­ες πρω­τί­στως προ­βάλ­λουν οι πε­ζο­γρα­φι­κές της δυ­νά­μεις, ό­πως η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή έν­τα­ση (που ε­λά­χι­στες φο­ρές εκ­πί­πτει στο με­λό­δρα­μα), τα α­δρά ψυ­χο­γρα­φή­μα­τα, η εκ­φρα­στι­κή πύ­κνω­ση, ο λε­πτός σαρ­κα­σμός. Η ε­ρω­τι­κή δι­έ­γερ­ση μιας έ­φη­βης νο­θευ­μέ­νη με έ­να α­προσ­δι­ό­ρι­στο αί­σθη­μα ε­νο­χής που α­φή­νε­ται στο έ­λε­ος του κομ­μω­τή της στο «Κομ­μω­τή­ριο» και τα βί­αι­α παι­χνί­δια ε­νός κο­ρι­τσιού με τις κού­κλες του που προ­οι­κο­νο­μούν μια μα­ται­ω­μέ­νη μη­τρό­τη­τα φέρ­νουν τον α­πό­η­χο δύ­ο δι­η­γη­μά­των του Σω­τή­ρη Δη­μη­τρί­ου, του «Τοκ, τοκ-τοκ, τοκ» και του «Οι κού­κλες», αν­τι­στοί­χως. Γο­η­τευ­τι­κό το ε­ναρ­κτήρ­το κεί­με­νο της συλ­λο­γής, «Το πα­ζά­ρι», με την πε­ρι­πλά­νη­ση στα υ­πό­γεια μα­γα­ζιά να πα­ρα­πέμ­πει στο πέ­ρα­σμα της η­ρω­ί­δας στην ά­βο­λη πε­ρί­ο­δο της με­τε­φη­βεί­ας. Η ε­πι­θυ­μί­α αυ­το­προσ­δι­ο­ρι­σμού α­να­στέλ­λε­ται και ε­δώ α­πό την πα­νί­σχυ­ρη μη­τρι­κή βού­λη­ση. Ε­να αι­γυ­πτια­κό κύ­πελ­λο που πα­ρα­χώ­νε­ται διά της βί­ας στην τσέ­πη της α­φη­γή­τριας α­πο­τυ­πώ­νει λι­τά αλ­λά δρα­στι­κά την ντρο­πή για την πα­ρα­βί­α­ση του σώ­μα­τός της. Πα­ρεμ­φε­ρής η αλ­λη­γο­ρι­κή λει­τουρ­γί­α της κομ­μέ­νης κο­τσί­δας της η­ρω­ί­δας στο «Κομ­μω­τή­ριο». Η «Μι­κρή γορ­γό­να», πα­ρά τον α­τυ­χέ­στα­το τίτ­λο της που μας ει­σά­γει στην ε­νό­τη­τα των ε­λα­φρώς «πει­ραγ­μέ­νων» πα­ρα­μυ­θι­ών, ξε­χω­ρί­ζει για τη λε­πταίσθη­τη προ­σω­πο­γρα­φί­α του ή­ρω­α. Η τυ­ραν­νι­σμέ­νη Α­ρε­τή Θε­ο­φί­λου, ε­πί­σης του ο­μώ­νυ­μου δι­η­γή­μα­τος, ευ­τυ­χεί στο σκι­α­γρά­φη­μά της, ε­νώ το κο­ρι­τσά­κι με τα σπίρ­τα και η Ι­φι­γέ­νεια, που δι­εκ­δι­κούν στο βι­βλί­ο της Νι­κο­πού­λου μια πιο δυ­να­μι­κή πα­ρου­σί­α α­πό αυ­τή που έ­χουν στους γνω­στούς μύ­θους, προ­κα­λούν α­μη­χα­νί­α. Ω­στό­σο, η α­μη­χα­νί­α που δη­μι­ουρ­γεί­ται α­πό τον πρό­δη­λα α­νι­σο­βα­ρή χα­ρα­κτή­ρα των δι­η­γη­μά­των σε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση δεν μας ε­πι­τρέ­πει να α­γνο­ή­σου­με της πε­ζο­γρα­φι­κές δυ­να­τό­τη­τες της Η­ρώς Νικο­πού­λου.
                                     
                                                                   Λί­να Παν­τα­λέ­ων
Τελευταία Ανανέωση:
Σάβ, 09/03/2011 - 11:02