Η Μαρώ Τριανταφύλλου για τη συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (το περ. Οροπέδιο, Δεκέμβριος 2007)

  

Μαρώ Τριανταφύλλου για τη συλλογή διηγημάτων Ο­με­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια (Νεφέλη 2007) για το περ. Οροπέδιο (Δεκέμβριος 2007)
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Αν φύ­γεις, ποι­ος μέ­νει να σώ­σω; 

 

Η­ρώς Νι­κο­πού­λου, Ο­με­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια  (Νε­φέ­λη, 2007, σ. 129)

 
Η Η­ρώ Νι­κο­πού­λου εί­ναι πο­λύ­πλευ­ρη καλ­λι­τέ­χνις. Ζω­γρά­φος με πλού­σιο ει­κα­στι­κό έρ­γο, έ­χει α­σχο­λη­θεί ε­πί­σης με τη σκη­νο­γρα­φί­α στο θέ­α­τρο, που α­γα­πά ι­δι­αί­τε­ρα. Στα γράμ­μα­τα εμ­φα­νί­στη­κε το 1986 με την ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή Ο μύ­θος του ο­δοι­πό­ρου. Έ­κτο­τε πα­ρου­σί­α­σε α­κό­μη δύ­ο ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές (Χει­με­ρι­νοί μορ­φα­σμοί, 1993, και Α­νέ­μου, 1999), ε­νώ δη­μο­σι­εύ­ει συ­χνά ποι­ή­μα­τά της σε λο­γο­τε­χνι­κά πε­ρι­ο­δι­κά, κα­θώς το Πλα­νό­διον, η Νέ­α Ε­στί­α και άλ­λα. Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια, χω­ρίς να εγ­κα­τα­λεί­ψει την ποι­η­τι­κή δη­μι­ουρ­γί­α, α­σχο­λή­θη­κε και με την πε­ζο­γρα­φί­α. Το 2003 ε­ξέ­δω­σε, στις εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο, έ­να ε­κτε­τα­μέ­νο α­φή­γη­μα με τίτ­λο Σαν σε κα­θρέ­φτη και προ­σφά­τως στις εκ­δό­σεις Νε­φέ­λη την συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ο­με­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια που θα μας α­πα­σχο­λή­σει πα­ρα­κά­τω.
Η συλ­λο­γή πε­ρι­λαμ­βά­νει 18 εν συ­νό­λω δι­η­γή­μα­τα χω­ρι­σμέ­να σε πέν­τε ά­τιτ­λες ε­νό­τη­τες, ό­λα ο­λι­γο­σέ­λι­δα, κα­νέ­να δεν ξε­περ­νά τις 10 σε­λί­δες. Αυ­τή α­κρι­βώς η συν­το­μί­α εί­ναι η πρώ­τη α­ρε­τή τους, α­φού η συγ­γρα­φέ­ας κα­τα­φέρ­νει με λι­τό­τη­τα εκ­φρα­στι­κών μέ­σων, α­φη­γη­μα­τι­κή συμ­πύ­κνω­ση και η­θε­λη­μέ­νη α­πλό­τη­τα ύ­φους να ο­δη­γή­σει τον α­να­γνώ­στη σε εν­δι­α­φέ­ρου­σες κα­τα­βά­σεις στον ψυ­χι­κό κό­σμο των η­ρώ­ων της και να τον εκ­πλή­ξει με τις α­να­τρο­πές των ι­στο­ρι­ών τους, α­φού σχε­δόν σε κα­νέ­να δι­ή­γη­μα το τέ­λος δεν εί­ναι α­να­με­νό­με­νο (α­να­φέ­ρω εν­δει­κτι­κά «Το πα­ζά­ρι», την «Κού­κλα», την «Οι­κο­δέ­σποι­να»).
Στην πλει­ο­νό­τη­τά τους οι η­ρω­ί­δες της εί­ναι γυ­ναί­κες, α­κό­μα και στα δι­η­γή­μα­τα που οι πρω­τα­γω­νι­στές εί­ναι άν­τρες, η γυ­ναι­κεί­α πα­ρου­σί­α εί­ναι έν­το­νη και κα­τα­λυ­τι­κή. Δι­α­βά­ζου­με τις ι­στο­ρί­ες τους: άλ­λο­τε τραύ­μα­τα της παι­δι­κής η­λι­κί­ας («Η πα­ρε­νό­χλη­ση»), άλ­λο­τε τη δύ­σκο­λη ε­φη­βεί­α τους («Το πα­ζά­ρι»), τις συγ­κρού­σεις με τα γο­νε­ϊ­κά πρό­τυ­πα (το ι­δι­αι­τέ­ρως εν­δι­α­φέ­ρον «Ι­φι­γέ­νεια εν ύ­πνοις» με την α­να­τρο­πή του πα­τρι­κού προ­τύ­που), άλ­λο­τε το τέ­λος ε­ρώ­των που ή­ταν –ή αυ­τές πί­στε­ψαν πως ή­ταν- με­γά­λοι («Ο­με­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια»). Τις πα­ρα­κο­λου­θού­με να κι­νούν­ται νω­χε­λι­κά ή α­μή­χα­να, α­πο­φα­σι­στι­κά, χα­ρι­τω­μέ­να, νο­σταλ­γι­κά ή με α­πο­ρί­α μέ­σα στις ζω­ές τους. να χά­νουν τα ό­ρια της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, να μπερ­δεύ­ον­ται μέ­σα σε ό­νει­ρα και φαν­τα­σί­ες, να βι­ώ­νουν την «πραγ­μα­τι­κό­τη­τα με σω­μα­τι­κό πό­νο», να μπαι­νο­βγαί­νουν μέ­σα σε κα­θρέ­φτες α­να­ζη­τών­τας την α­λή­θεια που κα­τοι­κεί ο­δυ­νη­ρά πέ­ρα α­πό το εί­δω­λο. Το σώ­μα και ο θά­να­τος α­πο­τε­λούν προ­νο­μια­κούς θε­μα­τι­κούς τό­πους της συγ­γρα­φέ­ως, κά­τι που μπο­ρεί να ε­πι­ση­μά­νει ο α­να­γνώ­στης που θα δι­α­βά­σει και το προ­η­γού­με­νο έρ­γο της, το Σαν σε κα­θρέ­φτη. Η δύ­σκο­λη ε­νη­λι­κί­ω­ση, η άρ­νη­ση αυ­τής της ε­νη­λι­κί­ω­σης («Το κά­στρο»), η σω­μα­τι­κή και κυ­ρί­ως η ψυ­χι­κή α­δυ­να­μί­α της κύ­η­σης και του το­κε­τού («Η κού­κλα»), το τα­ξί­δι, ε­σω­τε­ρι­κό αλ­λά και πραγ­μα­τι­κό, η εμ­πει­ρί­α της με­τά­βα­σης σε άλ­λον τό­πο και η συ­νάν­τη­ση με μια άλ­λη κουλ­τού­ρα, η νο­σταλ­γί­α, η α­να­μο­νή, η α­που­σί­α εί­ναι με­ρι­κά α­κό­μη θέ­μα­τα των δι­η­γη­μά­των της Η­ρώς Νι­κο­πού­λου. Οι κοι­νω­νι­κές α­νη­συ­χί­ες της συγ­γρα­φέ­ως περ­νούν με α­δι­ό­ρα­τες πι­νε­λι­ές μέ­σα α­π’ τα κεί­με­νά της, υ­πο­βάλ­λον­ται στον α­να­γνώ­στη μέ­σα α­πό τα α­δι­έ­ξο­δα των η­ρώ­ων της, την ψυ­χο­πα­θο­λο­γί­α τους, τη δι­ά­λυ­ση των σχέ­σε­ων, τον φό­βο για έ­να αύ­ριο «που σαν αύ­ριο να μη μοιά­ζει», τό­σο με την έν­νοι­α της κου­ρα­στι­κής ε­πα­νά­λη­ψης και ρου­τί­νας, ό­σο και με αυ­τήν του ζο­φε­ρού μέλ­λον­τος, που, εν­νο­εί­ται, κα­νείς α­πό τους ή­ρω­ες της δεν εί­χε ο­νει­ρευ­τεί για τον ε­αυ­τό του. Η ει­κα­στι­κή παι­δεί­α της την βο­η­θά τό­σο στην πε­ρι­γρα­φή προ­σώ­πων, τό­πων και κα­τα­στά­σε­ων ό­σο και στην έμ­πνευ­ση θε­μά­των που προ­έρ­χον­ται α­πό το χώ­ρο των ει­κα­στι­κών τε­χνών και τις ζω­ές των καλ­λι­τε­χνών («Η θυ­μω­μέ­νη του Ντεγ­κά»).
Η γλώσ­σα α­πλή, χω­ρίς εκ­ζή­τη­ση και ε­πι­τή­δευ­ση, και η γρα­φή ρε­α­λι­στι­κή –α­κό­μα και ε­κεί που τα σύ­νο­ρα πραγ­μα­τι­κού και φαν­τα­στι­κού, α­λή­θειας και ψευ­δαί­σθη­σης, εί­ναι δυσ­δι­ά­κρι­τα, ε­πι­λο­γή που μά­λι­στα α­να­δει­κνύ­ει ε­παρ­κέ­στε­ρα αυ­τό το η­θε­λη­μέ­νο μπέρ­δε­μα. Η πε­ρι­γρα­φή των κα­τα­στά­σε­ων δι­α­κό­πτε­ται α­πό δι­α­κρι­τι­κές πα­ρεμ­βά­σεις της συγ­γρα­φέ­ως για να σχο­λιά­σει τα συ­ναι­σθή­μα­τα των η­ρώ­ων της, μό­νο ό­σο χρει­ά­ζε­ται για να βο­η­θή­σει τον α­να­γνώ­στη να βρει έ­να δρό­μο ε­πι­κοι­νω­νί­ας με τα πρό­σω­πα και τε­κται­νό­με­να. Η μα­θη­τεί­α της Νι­κο­πού­λου στην ποί­η­ση εί­ναι φα­νε­ρή σ’ αυ­τά τα δι­η­γή­μα­τα. Έ­χει κα­νείς συ­χνά την αί­σθη­ση πως αυ­τό που δι­α­βά­ζει εί­ναι έ­να ποί­η­μα που α­να­πτύ­χθη­κε με ε­πι­τυ­χί­α σε πε­ζό, χω­ρίς να χά­σει τον ποι­η­τι­κό πυ­ρή­να του.
Πα­ρα­κο­λου­θών­τας α­πό και­ρό την πο­ρεί­α της συγ­γρα­φέ­ως, μπο­ρού­με να πού­με πως η συλ­λο­γή αυ­τή α­πο­τε­λεί δείγ­μα συγ­γρα­φι­κής ω­ρί­μαν­σης και ω­ρι­μό­τη­τας. Η φόρ­μα του δι­η­γή­μα­τος ται­ριά­ζει πο­λύ στην Η­ρώ Νι­κο­πού­λου, που ο­φεί­λει να συ­νε­χί­σει να την δι­α­κο­νεί, πα­ράλ­λη­λα με την υ­πό­λοι­πη καλ­λι­τε­χνι­κή δη­μι­ουρ­γί­α της.
 
Μα­ρώ Τρι­αν­τα­φύλ­λου
Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 05/24/2011 - 11:47