Η Ελένη Σκάλβη για την συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (πολιτιστική ομάδα Φράγμα Λεχαινών, 15-12-2007)

  

Η Ελένη Σκάλβη παρουσιάζει τη συλλογή διηγημάτων Ο­με­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια (Νεφέλη, 2007) στην πολιτιστική ο­μά­δα Φράγ­μα των Λεχαινών (2007-12-15).
 
 
Η Η­ρώ Νι­κο­πού­λου, έ­χει μα­κρο­χρό­νια και ε­πι­τυ­χή πα­ρου­σί­α στον ει­κα­στι­κό χώ­ρο αλ­λά και στα γράμ­μα­τα, εί­ναι ε­πί­σης και σκη­νο­γρά­φος. Ως σκη­νο­γρά­φος έ­χει δου­λέ­ψει στο φοι­τη­τι­κό και ε­ρα­σι­τε­χνι­κό θέ­α­τρο. Ε­πί­σης ερ­γά­στη­κε σαν κα­θη­γή­τρια καλ­λι­τε­χνι­κών στην ε­παρ­χί­α, έ­χει σκη­νο­θε­τή­σει σχο­λι­κές πα­ρα­στά­σεις και ε­ρα­σι­τε­χνι­κό θέ­α­τρο ε­νη­λί­κων στις πε­ρι­ο­χές που υ­πη­ρε­τεί. Έ­χει πε­ρά­σει α­πό τη Δάφ­νη Κα­λα­βρύ­των ε­κεί α­νέ­βα­σε με τους μα­θη­τές του Γυ­μνα­σί­ου τον Φον Δη­μη­τρά­κη του Ψα­θά, ε­νώ στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Πει­ραι­ά έ­κα­νε τα σκη­νι­κά για το έρ­γο του Μπρε­χτ "Ο α­φέν­της Πουν­τί­λα και ο υ­πη­ρέ­της του Μα­τί".
 Η Ο­με­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια εί­ναι η δεύ­τε­ρη πε­ζο­γρα­φι­κή της εμ­φά­νι­ση, η πρώ­τη κυ­κλο­φό­ρη­σε το 2003 α­πό τις εκ­δό­σεις Με­ταίχ­μιο και έ­χει τίτ­λο Σαν σε κα­θρέ­φτη, (έ­χουν προ­η­γη­θεί και τρεις ποι­η­τι­κές της συλ­λο­γές) και πε­ρι­λαμ­βά­νει πέν­τε ε­νό­τη­τες δε­κα­ο­κτώ δι­η­γη­μά­των οι ο­ποί­ες λει­τουρ­γούν σπον­δυ­λω­τά. Δι­ά­βα­σα τα δι­η­γή­μα­τα σε μί­α μέ­ρα, α­πνευ­στί, α­να­ζη­τών­τας στο κεί­με­νο μιαν ορ­γα­νι­κή ε­νό­τη­τα. Δεν ξέ­ρω α­πό πια τα­χύ­τη­τα ορ­μώ­με­νη, αλ­λά με την α­νά­γνω­ση του πρώ­του δι­η­γή­μα­τος «Το πα­ζά­ρι» αι­σθάν­θη­κα ό­τι η συγ­γρα­φέ­ας εί­χε πρό­θε­ση να ξε­τυ­λί­ξει τον μί­το που μου πα­ρέ­δω­σε, πά­νω σε μια ε­νια­ί­α­ σκη­νή, σε έ­να κοι­νό καμ­βά, ό­τι δεν μπο­ρεί, οι ή­ρω­ες του Πα­ζα­ριού θα έ­χουν και συ­νέ­χεια, με­ταλ­λαγ­μέ­νοι ί­σως μέ­σα στους μύ­θους της, συμ­πλη­ρω­μέ­νοι και με άλ­λους γκε­στ, που πάν­τα παί­ζουν ρό­λους στη σχέ­ση μά­νας και κό­ρης. Η πυ­κνό­τη­τα της γρα­φής και η πο­λυ­ση­μί­α των μη­νυ­μά­των που υ­παι­νίσ­σε­ται, νο­μί­ζω ό­τι μου δη­μι­ούρ­γη­σε αυ­τή την αί­σθη­ση, κι ό­χι κά­ποι­ο α­φη­γη­μα­τι­κό κε­νό, κά­τι που ά­φη­νε με­τέ­ω­ρο η πρώ­τη της ι­στο­ρί­α. Έ­να κο­ρί­τσι με τη μη­τέ­ρα στην α­γο­ρά, σε κά­ποι­ο πα­λαι­ο­πω­λεί­ο. Η μη­τέ­ρα πα­ρο­τρύ­νει το κο­ρί­τσι να κλέ­ψει έ­να αι­γυ­πτια­κό μπρούτ­ζι­νο κύ­πελ­λο…Το κύ­πελ­λο μπαί­νει στη τσέ­πη του μπου­φάν, κρύ­βε­ται... Ως λά­φυ­ρο ε­νο­χής και πα­ρα­βί­α­σης για το συμ­βο­λι­σμό του α­κο­λου­θεί στο κο­ρί­τσι στο δι­η­νε­κές. Το κο­ρί­τσι δεν έ­χει που να κρυ­φτεί πια α­πό τό­τε...
Στη δεύ­τε­ρη ι­στο­ρί­α με τίτ­λο το «Κομ­μω­τή­ριο» πά­λι έ­να κο­ρί­τσι με τη μη­τέ­ρα. Η Παυ­λί­να, μια έ­φη­βη πά­λι, ο­δη­γεί­ται κά­θε κα­λο­καί­ρι στην κουρά, ό­χι στην πυ­ρά, ως α­μνός ε­πί σφα­γή α­πό την μη­τέ­ρα της. Η πυ­κνή χαί­τη-κο­τσί­δα της θυ­σι­α­ζό­ταν σαν μι­κρή Ι­φι­γέ­νεια κά­θε κα­λο­καί­ρι, α­πό το κο­φτε­ρό ψα­λί­δι του κομ­μω­τή, ως α­πο­τέ­λε­σμα του ψυ­χα­ναγ­κα­σμού της μη­τέ­ρας, χω­ρίς για­τί. Η συγ­γρα­φέ­ας χω­ρίς να το α­να­φέ­ρει, δη­μι­ουρ­γεί στον α­να­γνώ­στη συ­νειρ­μούς σχε­τι­κούς με το σύν­δρο­μο του Σαμ­ψών... Η πε­ρή­φα­νη χαί­τη που α­κρω­τη­ρι­ά­ζε­ται, ο­δη­γεί στην α­πώ­λεια δύ­να­μης α­πό την Παυ­λί­να. Και η Παυ­λί­να, κά­ποι­α φο­ρά ε­πα­να­στα­τεί. Ο­δη­γεί­ται μό­νη της στην κουρά, το ψα­λί­δι μπαί­νει βα­θύ­τε­ρα, το κού­ρε­μα γί­νε­ται α­λά γκαρ­σόν, και ταυ­τό­χρο­να ο δή­μιος, σφρα­γί­ζει την «ε­πα­νά­στα­ση» με έ­να μωβ ση­μα­δά­κι στο λαι­μό της ε­πα­να­στα­τη­μέ­νης.
 Στην τρί­τη ι­στο­ρί­α του πρώ­του κε­φα­λαί­ου, έχουμε το παι­χνί­δι ε­νός μι­κρού κο­ρι­τσιού με τις κού­κλες. Παι­χνί­δι βάρ­βα­ρο και ε­πι­θε­τι­κό. Σκο­τώ­νει, δι­α­με­λί­ζει τις κού­κλες της, τις πιο α­γα­πη­μέ­νες, κι ύ­στε­ρα ξε­σπά­ει σε λυγ­μούς. Χρό­νια με­τά συ­ναν­τά­με τη δρά­στη στο κρε­βά­τι ε­νός νο­σο­κο­μεί­ου πά­λι με λυγ­μούς, με­τά την τρί­τη της α­πο­βο­λή...

 Τα ε­ρω­τή­μα­τα που θέ­τει η α­φή­γη­ση κραυ­γα­λέ­α. Οι ι­στο­ρί­ες για τις κα­τα­πι­ε­σμέ­νες έ­φη­βες, κα­τά τη δι­κή μου ο­πτι­κή έ­χουν τη λύ­ση τους στο τε­λευ­ταί­ο α­φή­γη­μα της 5ης ε­νό­τη­τας «Ι­φι­γέ­νεια εν Ύ­πνοις». Μια Ι­φι­γέ­νεια που α­πο­φα­σί­ζει αν­τί να θυ­σια­στεί να σκο­τώ­σει τον πα­τέ­ρα. Να α­να­τρέ­ψει το μύ­θο και να δώ­σει τη λύ­ση στο πλαί­σιο της ψυ­χα­να­λυ­τι­κής θε­ω­ρί­ας που λέει «αν δεν σκο­τώ­σεις τον πα­τέ­ρα και τη μη­τέ­ρα δεν ε­νη­λι­κι­ώ­νε­σαι, δεν με­γα­λώ­νεις... δεν ε­λευ­θε­ρώ­νε­σαι».

Έ­κα­να μιαν α­πο­σπα­σμα­τι­κή α­να­φο­ρά σε 4 α­πό τα 18 δι­η­γή­μα­τα της συλ­λο­γής, για­τί τα θε­ω­ρώ προ­ϊ­δε­α­στι­κά των πε­ρι­ε­χο­μέ­νων, της γρα­φής και των στο­χεύ­σε­ων της συγ­γρα­φέ­ως. Ε­κεί άλ­λω­στε βρί­σκε­ται και η ου­σί­α της με­τε­ξέ­λι­ξης και της ω­ρί­μαν­σής μας. Στην ε­φη­βεί­α, τη σχέ­ση με τη μη­τέ­ρα και τον πα­τέ­ρα, στα πρώ­τα ε­ρω­τι­κά σκιρ­τή­μα­τα ή βι­ώ­μα­τα.
Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι οι δύ­ο βα­σι­κές θε­ω­ρί­ες που ε­πη­ρέ­α­σαν κα­θο­ρι­στι­κά την ερ­μη­νεί­α της λο­γο­τε­χνί­ας ή­ταν ο μαρ­ξι­σμός κι η ψυ­χα­νά­λυ­ση. Ο μαρ­ξι­σμός για πα­σί­γνω­στους λό­γους έ­χει πια υ­πο­χω­ρή­σει, η ψυ­χα­νά­λυ­ση ό­μως ε­ξα­κο­λου­θεί να πα­ρα­μέ­νει για την προ­σέγ­γι­ση της λο­γο­τε­χνί­ας έ­να α­πό τα πιο βα­σι­κά ερ­μη­νευ­τι­κά όρ­γα­να. Και το βι­βλί­ο της Νι­κο­πού­λου εί­ναι έ­να μο­να­δι­κό κεί­με­νο για μια τέ­τοι­α ερ­μη­νεί­α. Δι­ό­τι έ­χει εν­θέ­σει στις ι­στο­ρί­ες της ό­λη σχε­δόν τη φρο­ϋ­δι­κή θε­μα­το­λο­γί­α: ό­νει­ρα, ναρ­κισ­σι­σμός, ε­ρω­τι­σμός, τη σκο­τει­νή πλευ­ρά της ψυ­χής, τη μο­να­ξιά, τη σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα, το θά­να­το, που γί­νον­ται κοι­νός τό­πος στα 18 δι­η­γή­μα­τα της Ο­με­λέ­τας με Μα­νι­τά­ρια, κοι­νοί τό­ποι και στη σύγ­χρο­νη λο­γο­τε­χνί­α, που α­πευ­θύ­νε­ται και σε έ­να σχε­τι­κά υ­πο­ψι­α­σμέ­νο κοι­νό. Για να μη μεί­νω ό­μως μό­νο στο ερ­γα­λεί­ο της ψυ­χα­νά­λυ­σης, που θα μπο­ρού­σε να στε­νέ­ψει και τη λο­γι­κή προ­σέγ­γι­σης του βι­βλί­ου πρέ­πει να συμ­πλη­ρώ­σω. Η Νι­κο­πού­λου συλ­λαμ­βά­νει στην Ο­με­λέ­τα της έ­να εν­τε­λώς δι­κό της σχή­μα κα­τα­νό­η­σης της αν­θρώ­πι­νης κα­τά­στα­σης, σύγ­χρο­νης και α­δι­έ­ξο­δης, που πά­ει πο­λύ πιο πέ­ρα α­πό το ψυ­χα­να­λυ­τι­κό και που εί­ναι ε­ξί­σου έγ­κυ­ρο με αυ­τό.
Στον κεν­τρι­κό ι­στό της δη­μι­ουρ­γί­ας του κό­σμου που εν­θέ­τει στο βι­βλί­ο, εί­ναι το πέ­ρα­σμα α­πό την α­θω­ό­τη­τα και την α­νε­με­λιά στην ε­νο­χή και την ευ­θύ­νη. Έ­να πέ­ρα­σμα με αν­τι­θέ­σεις α­νά­με­σα στο ό­νει­ρο και την ε­γρή­γορ­ση, στη διά­ρκεια του ο­ποί­ου τί­πο­τε δεν εί­ναι στα­θε­ρό και πα­γι­ω­μέ­νο. Α­κό­μα και το ε­γώ χά­νει τον συμ­πα­γή χα­ρα­κτή­ρα του και γί­νε­ται κά­τι ρευ­στό και συγ­κε­χυ­μέ­νο. Και για να γί­νω πιο συγ­κε­κρι­μέ­νη α­να­φέ­ρω:
  
Οι ε­πι­φα­νεια­κά ι­δα­νι­κές ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις ζευ­γα­ρι­ών, πί­σω α­πό την κουρ­τί­να που ση­κώ­νει η συγ­γρα­φέ­ας, α­πο­δει­κνύ­ον­ται α­νά­πη­ρες. Πα­ρ' ό­λα αυ­τά εν τη α­να­πη­ρί­α ι­σορ­ρο­πούν, ό­ταν οι πρω­τα­γω­νι­στές τους, δεν τολ­μή­σουν να πα­ρα­δε­χθούν την α­πο­τυ­χί­α. Οι πιο α­κραί­ες φαν­τα­σι­ώ­σεις των η­ρώ­ων της έ­χουν τό­πο στις κα­θη­με­ρι­νές συμ­βα­τι­κό­τη­τες που δο­μούν μια ει­κο­νι­κή ευ­τυ­χί­α. Οι ή­ρω­ες της Νι­κο­πού­λου ό­μως, εί­ναι υ­πο­ψι­α­σμέ­νοι. Ξέ­ρουν ό­τι αυ­τό που ζουν δεν εί­ναι α­λη­θι­νό, έ­τσι ε­πι­τρέ­πουν στη φαν­τα­σί­ω­ση το συμ­πλή­ρω­μα. Κι ε­κεί εί­ναι ί­σως και η αρ­χή του ι­δε­ο­λο­γή­μα­τος της συγ­γρα­φέ­ως­. Πρέ­πει να βα­θαί­νου­με το τραύ­μα για να βρού­με την ου­σί­α. Σε αυ­τή την πο­ρεί­α ό­λα ε­πι­τρέ­πον­ται εν τέ­λει, α­φού συ­νεί­δη­σή μας εί­ναι ό­τι οι γεύ­σεις που μας προ­σφέ­ρον­ται δεν εί­ναι αυ­τές που δι­και­ού­μα­στε να δο­κι­μά­σου­με. Ε­ξαι­ρε­τι­κά τα μέ­σα που χρη­σι­μο­ποι­εί ως υ­λι­κό για να δέ­σει τα σε­νά­ρια των φαν­τα­σι­ώ­σε­ων. Έ­νας κα­θρέ­φτης, πολ­λοί οι κα­θρέ­πτες του βι­βλί­ου, μέ­σα του οι ή­ρω­ες α­δι­ε­ξό­δων βλέ­πουν τον άλ­λο ε­αυ­τό, το συμ­πλή­ρω­μα της α­γα­πη­μέ­νης την ώ­ρα που συ­ναν­τι­όν­ται ε­ρω­τι­κά. Το σώ­μα της α­γα­πη­μέ­νης ρευ­στο­ποι­εί­ται, γί­νε­ται εύ­πλα­στο, το κά­νεις ό­πως θέ­λεις. Εί­ναι το ζή­τη­μα της ε­ξου­σί­ας ί­σως, που ό­μως ε­δώ σαν α­νάγ­κη α­πό τον αρ­σε­νι­κό ή­ρω­α, δεν ξε­νί­ζει, α­κό­μα και τον φε­μι­νι­στι­κών προ­θέ­σε­ων α­να­γνώ­στη. Η α­κό­μα και η α­νάγ­κη ν' αγ­κα­λιά­ζω μα­ζί με τη γυ­ναί­κα που α­γα­πώ και πο­θώ ό­σο κα­μιά άλ­λη στον κό­σμο και το συμ­πλή­ρω­μα της, αυ­τό που θα μου έ­δι­νε το εκατό τοις εκατό της ευ­δαι­μο­νί­ας.

 Ευ­ρη­μα­τι­κό­τα­τη η ι­στο­ρί­α του «Κλαμπ», σε ε­κα­τό χρό­νια α­πό τώ­ρα, η κλω­νο­ποί­η­ση ε­φαρ­μό­ζε­ται πια νό­μι­μα, έ­να ερ­γα­στή­ρι πα­ρά­γει σω­ρη­δόν Μαί­ρυ­λιν και τις προ­σφέ­ρει σε πε­λά­τες... Κά­ποι­α α­πό αυ­τές ό­μως, α­φυ­πνί­ζε­ται κά­ποι­α στιγ­μή... Εί­ναι το Νο 10…Η Νο 10 ε­ξο­μο­λο­γεί­ται στον μό­νι­μο πια πε­λά­τη της, ό­τι δεν της α­ρέ­σει να ζει άλ­λο στο κλαμπ. Ο πε­λά­της τρο­μά­ζει δεν ξα­να­πά­ει για και­ρό στο κλαμπ. Ό­ταν α­πο­φα­σί­ζει να ε­πι­στρέ­ψει, έ­χει βρει τη λύ­ση. Να κά­νει μια ει­δι­κή πα­ραγ­γε­λιά, μια Μαί­ρυ­λιν α­πο­κλει­στι­κά γι' αυ­τόν που δεν θα ξυ­πνή­σει πο­τέ να ζη­τά αλ­λα­γές ρό­λου. Εί­ναι η στιγ­μή που κά­θε άν­δρας θα α­να­ζη­τά για να ι­σορ­ρο­πή­σει τη δι­κή του ε­ξα­το­μι­κευ­μέ­νη Μαί­ρυ­λιν, ό­πως τώ­ρα κά­θε καρ­κι­νο­πα­θής έ­χει α­νάγ­κη ε­ξα­το­μι­κευ­μέ­νης θε­ρα­πεί­ας. Τα με­γέ­θη α­νά­λο­γα. Το ι­δε­ο­λό­γη­μα ί­διο για το πού μας πά­νε τα πράγ­μα­τα.

Έ­ν κα­τα­κλεί­δι:
 
Πλη­γω­μέ­νοι άν­τρες, φαν­τά­σμα­τα που ε­πι­στρέ­φουν για λί­γο πί­σω, η­ρω­ί­δες πα­ρα­μυ­θι­ών, έ­φη­βες κό­ρες, μό­νο κό­ρες, άν­τρες πα­ρα­δο­μέ­νοι στον πό­θο και στην προσ­δο­κί­α της ε­λευ­θε­ρί­ας, ή­ρω­ες πα­νάρ­χαι­ων μύ­θων αλ­λά και πα­ρα­μυ­θι­ών (Το κο­ρι­τσά­κι με τα σπίρ­τα στην ε­πο­χή των πλα­στι­κών α­να­πτή­ρων, που φτιά­χνει μια μο­λό­τωφ και α­νά­βει φω­τιά για να ζε­στα­θεί) πα­ρεμ­βαί­νουν στο πα­ρόν, ε­πι­και­ρο­ποι­ών­τας το δο­κι­μα­σμέ­νο α­πό το χρό­νο μύ­θο τους.

 Στα δε­κα­ο­χτώ δι­η­γή­μα­τα της συλ­λο­γής σε δεύ­τε­ρο πλά­νο έ­νας μι­κρό­κο­σμος οι­κεί­ος και κα­θη­με­ρι­νός. Ε­ρω­τι­κές σχέ­σεις, οι­κο­γέ­νει­ες και σπί­τια με­σο­α­στών με προ­σεγ­μέ­νη ε­πί­πλω­ση, λε­πτο­μέ­ρει­ες ε­σω­τε­ρι­κών δι­α­κό­σμων δε­μέ­νες με την ι­στο­ρί­α, ο δρό­μος μιας με­γα­λού­πο­λης, η αί­θου­σα του ψυ­χι­α­τρεί­ου των φυ­λα­κών, έ­να μπαρ, η πα­ρα­λί­α της θά­λασ­σας, έ­να παι­δι­κό κο­ρι­τσί­στι­κο δω­μά­τιο, έ­να ε­στι­α­τό­ριο στην Τα­ϋ­λάν­δη που σερ­βί­ρει θυ­μο­α­να­λη­πτι­κά μα­νι­τά­ρια, υ­πο­φω­τι­σμέ­νες κρε­βα­το­κά­μα­ρες, πο­λυ­τε­λή δι­α­με­ρί­σμα­τα του Άστε­ως, έ­να χα­μό­σπι­το φτω­χο­γει­το­νιάς με­γα­λού­πο­λης, το πα­λαι­ο­πω­λεί­ο στο Μο­να­στη­ρά­κι, έ­να κομ­μω­τή­ριο με πολ­λές κομ­μώ­τρι­ες.

  Έ­νας ο­λό­κλη­ρος κό­σμος, που στή­νει με δε­ξι­ο­τε­χνί­α η συγ­γρα­φέ­ας, δεν εί­ναι τυ­χαί­ο άλ­λω­στε, εί­πα­με πως εί­ναι και ζω­γρά­φος και σκη­νο­γρά­φος.

  Στα κά­δρα της ο μι­κρό­κο­σμός της, πο­λύ­ση­μος και προ­σφε­ρό­με­νος για πολ­λα­πλές ε­ξα­το­μι­κευ­μέ­νες α­να­γνώ­σεις, άλ­λο­τε θυ­σι­α­στή­ριο, άλ­λο­τε κα­θαρ­τή­ριο πά­νω α­πό ό­λα ό­μως έ­νας χώ­ρος δρά­σης και σύγ­κρου­σης.

  Λι­τή και πυ­κνή γλώσ­σα, κα­θό­λου φλυ­α­ρί­α ή πε­ριτ­τά σχό­λια, πα­ρά το γε­γο­νός ό­τι τα κεί­με­να έ­χουν και στο­χα­σμό και ει­κό­να και δρά­ση και μυ­στή­ριο και κυ­ρί­ως α­λή­θεια και τόλ­μη.

 Η «Τρί­τη πτώ­ση», η δο­τι­κή της ελληνικής γλώσσας, α­πο­τε­λεί έ­να υ­πό­δειγ­μα γρα­φής κα­τά την ά­πο­ψη μου. Ο ή­ρω­ας δεν αν­τέ­χει α­κό­μα και αυ­τή την υ­περ­θε­τι­κή αρ­μο­νί­α της ε­ρω­τι­κής σχέ­σης, α­να­ζη­τά το πα­ρα­πέ­ρα. Να α­πα­τή­σει την ε­ρω­μέ­νη του με την αν­τα­νά­κλα­ση της. Πυ­κνό­τη­τα, και λυ­ρι­κός λό­γος δο­μούν έ­να έ­ξο­χο δι­ή­γη­μα.

Ο­λο­κλή­ρω­σα την α­νά­γνω­ση της Ο­με­λέ­τας με Μα­νι­τά­ρια με μια έ­ξο­χη γεύ­ση. Δι­ό­τι η συγ­γρα­φέ­ας τε­λι­κά, οι­κο­δό­μη­σε το «ό­λον» με 18 δι­α­φο­ρε­τι­κές ει­κό­νες, που τις συ­νέ­δε­σε α­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κά. Α­πό το κα­λά­θι του πα­ρόν­τος α­νέ­συ­ρε και μας πα­ρέ­δω­σε τις πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές και αρ­χε­τυ­πι­κές μορ­φές, που α­πό αι­ώ­νες δι­α­μορ­φώ­νουν πο­λι­τι­σμό. Μάν­να και Πα­τέ­ρα και Κό­ρη, ή Αρ­σε­νι­κό και Θη­λυ­κό,. Ο κα­θείς ξε­χω­ρι­στά αλ­λά και εν συ­ναρ­τή­σει στην αι­ώ­νια δι­α­πλο­κή. Μέ­σα στο ε­νια­ίον και α­δι­αί­ρε­τον α­δι­ε­ξό­δων του πα­ρόν­τος, στα ο­ποί­α έ­χου­με ε­θι­στεί πια. Η Ο­με­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια, έ­δε­σμα ε­πε­ξερ­γα­σμέ­νο με το υ­λι­κό της ζω­ής, φα­νε­ρό και α­πό­κρυ­φο υ­πό την ε­πή­ρεια χη­μεί­ας των μα­νι­τα­ρι­ών... εί­ναι ε­πί­σης και έ­νας πε­τυ­χη­μέ­νος τίτ­λος.
  
Ελένη Σκάλβη 
Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 05/24/2011 - 11:39