Ο Γιάννης Δεληγιάννης για την συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (πολιτιστική ομάδα Φράγμα των Λεχαινών, 15-12-2007)

  

Ο Γιά­ννης Δε­λη­γιά­ννης παρουσιάζει τη συλλογή διηγη­μάτων Ο­με­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια (Νεφέλη, 2007) στην πολιτιστική ο­μά­δα Φράγ­μα των Λεχαινών (2007-12-15).

 
 
Ομελέτα με μανιτάρια 


Ο α­φη­γη­μα­τι­κός κό­σμος συγ­κρο­τεί­ται με το υ­λι­κό της αν­θρώ­πι­νης εμ­πει­ρί­ας. Η ση­μα­σί­α της λο­γο­τε­χνί­ας ε­νι­σχύ­ε­ται α­πό τη δι­α­πί­στω­ση πως τον κό­σμο τον αν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε με τις αι­σθή­σεις και τον κα­τα­νο­ού­με με το μυα­λό μας. Συ­νε­πώς και η λο­γο­τε­χνί­α και ο κό­σμος εί­ναι δη­μι­ουρ­γή­μα­τα του νου. 


Η ε­ξε­τα­ζό­με­νη δο­μή (θε­σμι­κό σύ­νο­λο και αλ­λη­λέν­δε­τα νο­ή­μα­τα) που κυ­ρια­ρχεί στην α­φή­γη­ση της Η. Νι­κο­πού­λου εί­ναι ο οι­κο­γε­νεια­κός θε­σμός α­πό την πλευ­ρά της πλή­ρω­σης των α­το­μι­κών προσ­δο­κι­ών μέ­σα σε αυ­τό το σχή­μα. Ε­ξαί­ρε­ση σε αυ­τόν το θε­μα­τι­κό κύ­κλο α­πο­τε­λούν τα δι­η­γή­μα­τα του Δ' κύ­κλου (και λι­γό­τε­ρο στον Ε' κύ­κλο) ό­που δι­ε­ρευ­νά­ται η ε­πι­τυ­χη­μέ­νη ή α­πο­τυ­χη­μέ­νη εν­σω­μά­τω­ση της προ­σω­πι­κό­τη­τας σε άλ­λες κοι­νω­νι­κές εμ­πει­ρί­ες (ερ­γα­σια­κό πε­ρι­βάλ­λον, ο­μα­δο­ποι­η­μέ­νες ψυ­χα­γω­γι­κές εμ­πει­ρί­ες (κλαμπ δι­α­σκέ­δα­σης και γνω­ρι­μι­ών κλπ).


 
Τε­χνι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της α­φή­γη­σης:
 
Χρό­νος α­φή­γη­σης 


α) Υ­πάρ­χουν δύ­ο χρό­νοι α­φή­γη­σης που πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ως α­φη­γη­μα­τι­κό πα­ρόν (πα­ρόν-πα­ρελ­θόν). Τη χρο­νι­κή α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στα δύ­ο α­φη­γη­μα­τι­κά τώ­ρα την αν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε α­πό σα­φείς χρο­νι­κές α­να­φο­ρές, (π.χ. πολ­λά χρό­νια με­τά). Με αυ­τή την τε­χνι­κή ο συγ­γρα­φέ­ας δη­μι­ουρ­γεί μια νο­η­μα­τι­κή συ­νέ­χεια ή αι­τι­ο­κρα­τι­κή σχέ­ση για το πε­ρι­ε­χό­με­νο της α­φή­γη­σης.


β) Υ­πάρ­χει το α­φη­γη­μα­τι­κό πα­ρόν που εί­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κό α­πό το χρό­νο του α­φη­γη­τή. Ει­δι­κά η α­νά­δει­ξη του πα­ρελ­θόν­τος σε πα­ρόν α­πό την ά­πο­ψη της τε­χνι­κής με­γι­στο­ποι­εί ή ε­ξι­δα­νι­κεύ­ει το ρό­λο του πα­ρελ­θόν­τος (α­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, η­με­ρο­λό­γιο, αυ­το­βι­ο­γρα­φί­α), Στη δι­κή μας πε­ρί­πτω­ση η α­να­γω­γή στην παι­δι­κή η­λι­κί­α στη­ρί­ζε­ται στην α­ξι­ο­λό­γη­ση των η­λι­κι­ών α­πό τη σκο­πιά της ψυ­χα­νά­λυ­σης (δη­λα­δή η συγ­κρό­τη­ση της προ­σω­πι­κό­τη­τας δι­ε­ρευ­νά­ται με γνώ­μο­να τα κα­θο­ρι­στι­κά βι­ώ­μα­τα της παι­δι­κής η­λι­κί­ας). 


γ) Το α­φη­γη­μα­τι­κό πα­ρόν (ο χρό­νος της ι­στο­ρί­ας) ταυ­τί­ζε­ται με το χρό­νο του α­φη­γη­τή. Με αυ­τή την τε­χνι­κή δεν α­να­ζη­τού­με την ερ­μη­νεί­α της κοι­νω­νι­κής εμ­πει­ρί­ας (με την έν­νοι­α εμ­πει­ρί­α ο­ρί­ζου­με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα) αλ­λά κυ­ρί­ως την πε­ρι­γρα­φή της εμ­πει­ρί­ας.


 
Δι­α­λο­γι­κά Μέ­ρη
Η ι­σχνή πα­ρου­σί­α δι­α­λο­γι­κών με­ρών στα πε­ρισ­σό­τε­ρα δι­η­γή­μα­τα σε πρώ­τη α­νά­γνω­ση δεί­χνει ό­τι η ε­ξέ­λι­ξη του μύ­θου και των προ­σώ­πων του δι­η­γή­μα­τος δεν προ­κύ­πτει α­πό την ε­πι­κοι­νω­νί­α αλ­λά α­πό τη δρά­ση (τα γε­γο­νό­τα). Ό­μως, ε­πει­δή στην πε­ρί­πτω­ση μας το κεν­τρι­κό ζή­τη­μα της α­φή­γη­σης εί­ναι οι λύ­σεις και τα α­δι­έ­ξο­δα του κοι­νω­νι­κού υ­πο­κει­μέ­νου (δη­λα­δή του α­τό­μου στην ε­πα­φή του με την κοι­νω­νί­α), γι' αυ­τό γί­νε­ται σα­φές ό­τι η ε­πι­κοι­νω­νί­α α­νά­με­σα στα πρό­σω­πα δεν α­πο­τε­λεί τον κα­τα­λύ­τη για να εν­τα­θούν τα α­δι­έ­ξο­δα ή να ε­ξευ­ρε­θούν λύ­σεις. Στο δι­ή­γη­μα «Ο­με­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια» αυ­τό το στοι­χεί­ο φαί­νε­ται πο­λύ κα­θα­ρά στον ε­σω­τε­ρι­κό μο­νό­λο­γο του ή­ρω­α που πά­σχει. «Δε θέ­λω να μου μι­λή­σει, τι να μου πει; Πού ξέ­ρει τι σκέ­φτο­μαι; Πώς ν' α­παν­τή­σει σε πράγ­μα­τα που δεν μπο­ρώ ν' α­παν­τή­σω ού­τε ε­γώ; [...]. Ό­λο αυ­τό το τρο­μα­κτι­κό κε­νό, λε­ώ, α­νά­με­σα μας ξαφ­νι­κά δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ή υ­πήρ­χε πάν­τα και α­πλώς δεν το εί­χα­με πά­ρει χαμ­πά­ρι; Και τι να της κου­βεν­τιά­σω α­π' όλ αυ­τά; Και τι θα βγει;». Ε­ξαί­ρε­ση σε αυ­τή την τε­χνι­κή α­πο­τε­λούν τα δι­η­γή­μα­τα «Μύ­λος» και «Κομ­μω­τή­ριο», ό­που τα δι­α­λο­γι­κά μέ­ρη α­να­βαθ­μί­ζον­ται.
Ε­στί­α­ση
Έ­χου­με πρω­το­πρό­σω­πη ή τρι­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση, συ­νή­θως α­νά­λο­γα με το βαθ­μό συμ­με­το­χής του α­φη­γη­τή στην ε­ξέ­λι­ξη της ι­στο­ρί­ας.
 
Πα­ρα­τη­ρή­σεις στο πε­ρι­ε­χό­με­νο της α­φή­γη­σης:
 
Κοι­νω­νι­κές α­ξί­ες
 
• Η α­να­φο­ρά στην πα­τρι­αρ­χί­α 


Οι ει­κό­νες του κοι­νω­νι­κού φύ­λου, η θη­λυ­κό­τη­τα α­πο­δί­δον­ται συμ­βο­λι­κο­ποι­η­μέ­να με λέ­ξεις ό­πως κού­κλα, κα­θρέ­φτης, κλπ. Ό­μως υ­πάρ­χει μια πε­ρι­γρα­φι­κή ερ­μη­νεί­α της πα­τρι­αρ­χί­ας με την έν­νοι­α της δι­α­δο­χής του κοι­νω­νι­κού ρό­λου της γυ­ναί­κας (α­πό τη μη­τέ­ρα στην κό­ρη). Ει­δι­κά η α­πό­πει­ρα ε­λέγ­χου της α­να­δυ­ό­με­νης σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας του κο­ρι­τσιού στην ε­φη­βεί­α (με το κό­ψι­μο των μαλ­λι­ών) εν­τάσ­σε­ται σε μια γε­νι­κό­τε­ρη δι­α­δι­κα­σί­α με­τά­δο­σης των κοι­νω­νι­κών κα­νό­νων που α­φο­ρούν τη λει­τουρ­γί­α του κοι­νω­νι­κού φύ­λου με προ­ε­ξάρ­χον χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό την ευ­πεί­θεια. Το α­πό­σπα­σμα στο κομ­μω­τή­ριο εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό: «Πάν­τα ή­ταν βο­λι­κό παι­δί, δεν δη­μι­ουρ­γού­σε προ­βλή­μα­τα και γε­νι­κά δεν πρό­βαλ­λε αν­τιρ­ρή­σεις. Έ­τσι, ό­ταν αυ­τό άρ­χι­σε ν' αλ­λά­ζει, προ­κά­λε­σε αί­σθη­ση και μάλ­λον δυ­σα­ρέ­σκεια στους γύ­ρω. Η μη­τέ­ρα της ή­ταν η τε­λευ­ταί­α που κα­τά­λα­βε πως έ­χει α­πέ­ναν­τι της έ­να δι­α­φο­ρε­τι­κό πλά­σμα α­π' αυ­τό που ή­ξε­ρε και πως ό­φει­λε να το α­κού­ει και να το σέ­βε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο. Χω­ρίς να το πο­λυ­ψά­ξει, συ­νέ­χι­σε να ε­πι­βάλ­λε­ται στη νε­α­ρή κο­πέ­λα με τους τρό­πους που ή­ξε­ρε». (σ. 21-22). 


Η ε­νο­χι­κή δι­ά­στα­ση της σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας πα­ρα­πέμ­πει στους κα­νό­νες της πα­τρι­αρ­χί­ας. Η ε­ρω­τι­κή εμ­πει­ρί­α της γυ­ναί­κας πε­ρι­γρά­φε­ται σε πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις ως ε­ρω­τι­κή πα­ρέκ­κλι­ση, ό­πως στην πε­ρί­πτω­ση της «Πα­ρε­νό­χλη­σης» α­κο­λου­θεί η η­θι­κή πτώ­ση και η ε­νο­χή: «Η πόρ­τα ξα­να­νοί­γει α­πό­το­μα, η μά­να ουρ­λιά­ζει, Α­π' ό­λους τους άν­τρες τον δι­κό μου βρή­κες» [...]. Σαν τον πα­τέ­ρα σου κι ε­σύ, με πρό­δω­σες, χά­σου, χά­σου!» [...]. Του­λά­χι­στον τώ­ρα έ­μα­θε, για να το λέ­ει η μά­να, ξέ­ρει. Εί­ναι φτι­αγ­μέ­νη α­πό σκάρ­τα υ­λι­κά. Έ­κα­νε ή­δη την πρώ­τη προ­δο­σί­α» (σ. 39). 


Βε­βαί­ως, η σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα βι­ώ­νε­ται ως υ­πο­τα­γή στο κυ­ρί­αρ­χο αρ­σε­νι­κό που α­να­πα­ρά­γει τη βί­α και την ε­ξου­σί­α του κοι­νω­νι­κού του φύ­λου. 


Ο προσ­δι­ο­ρι­σμός του κοι­νω­νι­κού ρό­λου της γυ­ναί­κας ως δι­α­φο­ρε­τι­κή ύ­παρ­ξη (ως Άλ­λο) α­πό την αν­θρώ­πι­νη ύ­παρ­ξη ε­πι­τυγ­χά­νε­ται σε με­γά­λο βαθ­μό με την συμ­βο­λι­κο­ποι­η­μέ­νη ει­κό­να της κού­κλας, η ο­ποί­α κα­τά τη διά­ρκεια ε­νός παι­χνι­διού με κα­θα­ρά ψυ­χα­να­λυ­τι­κές α­να­φο­ρές, αλ­λά­ζει χέ­ρια ως αν­τι­κεί­με­νο. Αυ­τό το θέ­μα το βρί­σκου­με πα­ρα­στα­τι­κά δι­α­τυ­πω­μέ­νο στο δι­ή­γη­μα «Το Κά­στρο».


 
Η κοι­νω­νι­κή α­ξί­α της παι­δι­κό­τη­τας
Η παι­δι­κό­τη­τα ως α­θω­ό­τη­τα, ως σύ­στη­μα κα­τα­νό­η­σης της
πραγ­μα­τι­κό­τη­τας α­ναι­ρεί­ται στο α­φη­γη­μα­τι­κό κό­σμο της Νι­κο­πού­λου α­πό τις δο­μές του κοι­νω­νι­κού συ­στή­μα­τος των ε­νη­λί­κων. Ε­δώ α­ξί­ζει να κά­νου­με μια πα­ρα­τή­ρη­ση. Η ο­λο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­ξι­δα­νι­κευ­τι­κή στρο­φή στις α­ξί­ες της παι­δι­κό­τη­τας στο κοι­νω­νι­κό σύ­στη­μα δη­μι­ουρ­γεί μια κουλ­τού­ρα παι­δι­κό­τη­τας (παι­δι­κά προ­γράμ­μα­τα, παι­δι­κή λο­γο­τε­χνί­α κλπ) που εί­ναι μια α­ξί­α αν­τι­σταθ­μι­στι­κή προς την α­γρι­ό­τη­τα του σύγ­χρο­νου κό­σμου. Θα μπο­ρού­σε ως έ­να βαθ­μό να δι­ε­ρευ­νη­θεί το κα­τά πό­σον ε­ξα­σφα­λί­ζει την α­πο­ε­νο­χο­ποί­η­ση και το α­δι­α­τά­ρα­κτο της δι­ε­φθαρ­μέ­νης ε­νή­λι­κης ζω­ής.
 
Η κοι­νω­νι­κή α­ξί­α των ε­ρω­τι­κών φαν­τα­σι­ώ­σε­ων 


Η ε­ρω­τι­κή φαν­τα­σί­ω­ση αν­τι­δι­α­στέλ­λε­ται προς τη βι­ω­μέ­νη ε­ρω­τι­κή εμ­πει­ρί­α με τον ί­διο σχε­δόν τρό­πο που η ει­κό­να μιας κα­τά­στα­σης, το ό­νει­ρο, το πα­ρα­λή­ρη­μα αν­τι­δι­α­στέλ­λον­ται προς τη συμ­βα­τι­κή γνώ­ση της κα­τά­στα­σης. Η α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κή δύ­να­μη της ε­ρω­τι­κής φαν­τα­σί­ω­σης έ­χει δι­ε­ξο­δι­κά σχο­λια­στεί α­πό τον Φρό­υντ, πα­τέ­ρα της ψυ­χα­νά­λυ­σης. Στο α­φη­γη­μα­τι­κό κό­σμο της Νι­κο­πού­λου η ε­ρω­τι­κή φαν­τα­σί­ω­ση γί­νε­ται το ερ­γα­λεί­ο για την α­πο­δέ­σμευ­ση των η­ρώ­ων α­πό τις συμ­βά­σεις του συ­νει­δη­τού κό­σμου. Στο δι­ή­γη­μα «Το βίν­τε­ο» η α­φή­γη­ση παί­ζει με τη γνώ­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και με την υ­πο­κα­τά­στα­σή της α­πό την ει­κό­να. Μά­λι­στα το ε­πι­κοι­νω­νια­κό χά­σμα στις αν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις, στο α­φή­γη­μα αυ­τό πα­ρου­σιά­ζει το ε­ξής εν­δι­α­φέ­ρον στοι­χεί­ο: αυ­τό που βρί­σκε­ται σε κρί­ση δεν εί­ναι οι αν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις αλ­λά η ει­κό­να που έ­χουν τα πρω­τα­γω­νι­στι­κά πρό­σω­πα για τη σχέ­ση τους. «Χα­νό­ταν στις ει­κό­νες του, στις φαν­τα­σι­ώ­σεις του, κι ή­ταν τό­τε, σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά τό­τε, που την α­να­ζη­τού­σε ε­ρω­τι­κά. Και πά­λι μα­ζί της δεν ή­ταν ε­κα­τό τα ε­κα­τό», (σ.58). Τα πρό­σω­πα α­δυ­να­τούν να υ­περ­βούν την κρί­ση της δο­μής δι­ό­τι κυ­ρι­αρ­χούν­ται α­πό τις κοι­νω­νι­κές ει­κό­νες που συ­σκο­τί­ζουν την ου­σί­α της δο­μής.
 


Η κοι­νω­νι­κή α­ξί­α της πα­ρά­δο­σης 


Το πα­ρα­δο­σια­κό, η αν­τί­κα α­πο­τέ­λε­σε μια α­νερ­χό­με­νη κοι­νω­νι­κή α­ξί­α των στρω­μά­των της πό­λης και της ε­παρ­χια­κής α­νώ­τε­ρης τά­ξης που α­να­ζή­τη­σαν την αυ­θεν­τι­κό­τη­τα στο πα­λιό. Ως φαι­νό­με­νο συν­δέ­ε­ται με την κρί­ση του με­τα­μον­τερ­νι­σμού, δη­λα­δή με την κοι­νω­νί­α της πλη­ρο­φο­ρί­ας η ο­ποί­α α­πο­θέ­ω­νε το μέλ­λον, εγ­και­νί­α­ζε υ­ψη­λές τα­χύ­τη­τες στις κοι­νω­νι­κές αλ­λα­γές και δυ­σχέ­ραι­νε την προ­σαρ­μο­γή. Έ­τσι, το πα­ρα­δο­σια­κό ση­μα­σι­ο­δο­τή­θη­κε ως γνή­σιο και α­πο­κα­θι­στού­σε σε συμ­βο­λι­κό ε­πί­πε­δο τον χα­μέ­νο κρί­κο των ε­σω­τε­ρι­κών με­τα­να­στών της πρω­τεύ­ου­σας με το γε­νέ­θλιο τό­πο σε κά­ποι­ο μι­κρό χω­ρί­ο της ε­παρ­χί­ας.
 


Η κα­πι­τα­λι­στι­κή η­θι­κή της πρω­τεύ­ου­σας, το κέρ­δος 


Βέ­βαι­α, το πα­λιό α­πέ­κτη­σε εμ­πο­ρι­κή α­ξί­α και στα πλαί­σια αυ­τά εγ­κα­τα­λεί­φθη­κε ο πα­λ­ι­ό­τε­ρος ά­καμ­πτος η­θι­κός κώ­δι­κας της α­γρο­τι­κής Ελ­λά­δας δι­α­μορ­φω­μέ­νος α­πό την εκ­κλη­σι­α­στι­κή η­θι­κή δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση και α­πό την κοι­νο­τι­στι­κή αλ­λη­λεγ­γύ­η. Ο αρ­ρι­βι­σμός στη δι­α­δι­κα­σί­α ι­δι­ο­ποί­η­σης, το κυ­νή­γι του κέρ­δους, εγ­γρά­φον­ται ως νέ­ες α­ξί­ες σε αυ­τή τα βόλ­τα της μη­τέ­ρας με την κό­ρη στο Μο­να­στη­ρά­κι στο α­φή­γη­μα που ε­πι­τιτ­λί­ζε­ται «Το πα­ζά­ρι».


 
Ο α­το­μι­κός φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός 


Στο α­φή­γη­μα «Η θυ­μω­μέ­νη του Ντεγ­κά» η ε­λευ­θε­ρί­α εί­ναι η έ­ξο­δος α­πό την συμ­πα­ρου­σί­α. Η δρα­πέ­τευ­ση της μπα­λα­ρί­νας α­πό την ε­νό­τη­τα της καλ­λι­τε­χνι­κής σύν­θε­σης εί­ναι μια πρά­ξη ε­λευ­θε­ρί­ας .


 
Συμ­πε­ρά­σμα­τα
 


α) Η μι­κρο­α­φή­γη­ση εν­τάσ­σε­ται στη λο­γι­κή του στιγ­μι­ό­τυ­που και του μον­τάζ. Τα μι­κρά α­φη­γή­μα­τα εκ­φρά­ζουν την πο­λυ­δι­ά­σπα­ση της ε­νό­τη­τας του σύγ­χρο­νου κό­σμου, την α­δυ­να­μί­α ορ­θο­λο­γι­κής δι­α­χεί­ρι­σης του πα­ρόν­τος. 


β) Ο δι­ά­λο­γος α­νά­με­σα στα πρό­σω­πα δεν α­ναι­ρεί ου­σι­α­στι­κά το ε­πι­κοι­νω­νια­κό χά­σμα και δεν ο­δη­γεί σε συ­ναν­τί­λη­ψη. Ε­δώ εν­το­πί­ζου­με τα α­δι­έ­ξο­δα του α­το­μι­κού φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού που δι­α­δέ­χθη­κε το τέ­λος των συλ­λο­γι­κο­τή­των. 


γ) Η δι­ε­ρεύ­νη­ση της σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας ως κα­τα­λύ­τη για την α­νά­δει­ξη της προ­σω­πι­κό­τη­τας των η­ρώ­ων προ­δί­νει τη ψυ­χα­να­λυ­τι­κή δι­ά­στα­ση του α­φη­γή­μα­τος, ό­που οι θε­σμοί δεν κι­νούν την αν­θρώ­πι­νη ι­στο­ρί­α με ά­με­σο τρό­πο, αλ­λά εγ­γρά­φουν στον α­το­μι­κό ψυ­χι­σμό ί­χνη τα ο­ποί­α του πα­ρά­γουν κί­νη­τρα δρά­σης. 


δ) Η πα­ρου­σί­α των χρω­μά­των των φλου και α­κα­θό­ρι­στων ει­κό­νων προσ­δί­νουν έ­ναν ιμ­πρεσ­σι­ο­νι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα στην α­φή­γη­ση, κά­τι που δι­και­ο­λο­γεί­ται α­πό την α­σά­φεια των ο­ρί­ων α­νά­με­σα στο α­λη­θι­νό και στην ει­κό­να. Αυ­τή η βα­σι­κή δι­χο­στα­σί­α εί­ναι και ο μο­χλός που κι­νη­το­ποι­εί τους ή­ρω­ες.


                                                           
                                                                                    Γιά­ννης Δε­λη­γιά­ννης 

Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 05/24/2011 - 11:41