H Νατάσα Κεσμέτη για την συλλογή διηγημάτων "Ομελέτα με μανιτάρια" (περ.Κάπα τ.χ. 1 , Ιούνιος 2008)

  

H Να­τά­σα Κε­σμέ­τη για την συλλογή διηγημάτων Ομελέτα με μανιτάρια στο περ. Κάπα (2008-06-01)
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
   
Η αυγή μιας μινιατούρας πίσω από έναν ατυχή τίτλο
 
Με­τά α­πό τρεις ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές, αρ­χής, γε­νο­μέ­νης το 1986, και έ­να πε­ζο­γρά­φη­μα το 2003 η προ­φα­νέ­στα­τα α­νή­συ­χη (ας ση­μει­ώ­σω ε­δώ τον τίτ­λο της πρώ­της ποι­η­τι­κής συλ­λο­γής της: Ο μύ­θος του Ο­δοι­πό­ρου] ζω­γρά­φος Η­ρώ Νι­κο­πού­λου, συ­νε­χί­ζον­τας το ο­δοι­πο­ρι­κό της έ­φτα­σε ως την γη των δι­η­γη­μα­το­γρά­φων.
Α­μέ­σως θα πω ό­τι, κα­τά τη δι­κή μου α­νά­γνω­ση, μια νέ­α δι­η­γη­μα­το­γρά­φος φαί­νε­ται να βρί­σκε­ται στην πρώ­τη της Α­να­το­λή και πως το φως που προ­βάλ­λει εί­ναι το δι­στα­κτι­κό, «δο­κι­μα­στι­κό» φως των πρώ­των α­χτί­δων ό­ταν δι­α­γρά­φον­ται στο βά­θος του ο­ρί­ζον­τα. Η ύ­παρ­ξή του εί­ναι, κα­τά τη γνώ­μη μου, το πιο ση­μαν­τι­κό.
Α­πέ­ναν­τι στα σκό­τη και τα μα­κρι­νά φώ­τα αυ­τού του ο­ρί­ζον­τα, η ε­πι­λο­γή του τίτ­λου της συλ­λο­γής φαν­τά­ζει πε­νι­χρή, κα­θώς στε­νεύ­ει και, με την πρώ­τη μα­τιά, πε­ρι­ο­ρί­ζει το α­φη­γη­μα­τι­κό α­να­με­νό­με­νο, στο χώ­ρο μιας κου­ζί­νας –ο­σο­δή­πο­τε «ε­ξω­τι­κής» ή και μοι­ραί­α ε­πι­κίν­δυ­νης, ό­πως αυ­τή του ο­μω­νύ­μου δι­η­γή­μα­τος. Και μά­λι­στα ό­ταν η συγ­γρα­φέ­ας εί­χε τό­σες άλ­λες ε­πι­λο­γές, πλού­σι­ες σε υ­παι­νι­κτι­κό­τη­τα γύ­ρω α­πό το τι εν­δε­χο­μέ­νως συμ­βαί­νει «στην κου­ζί­να της» και τι ε­τοι­μά­ζε­ται. Εν­δει­κτι­κά θα α­να­φέ­ρω τις δυ­να­τό­τη­τες που πα­ρεί­χαν: «Η θυ­μω­μέ­νη του Ντεγ­κά», «Η τρί­τη πτώ­ση», το «Και πέν­τε...» τίτ­λοι, των σχε­τι­κών δι­η­γη­μά­των. Δεν πρό­κει­ται για κα­νέ­να θα­νά­σι­μο λά­θος, αλ­λά για μια α­δι­κί­α, «α­πό την... ό­ψη» κα­τά την «κό­ψη» των πε­ρι­ε­χο­μέ­νων. Το αν θα προ­σελ­κυ­σθούν α­να­γνώ­στες μέ­σα στη μα­γει­ρι­κή μα­νί­α σύσ­σω­μων των ΜΜ, εί­ναι μια εν­τε­λώς άλ­λη ι­στο­ρί­α.
Ι­δω­μέ­νο στο σύ­νο­λό του το βι­βλί­ο συ­νειρ­μι­κά ο­δη­γεί στις αυ­λές μο­να­στη­ρι­ών και α­να­κτό­ρων της Εγ­γύ­τα­τής μας Δύ­σης ό­πως ε­πί­σης της κα­θ' η­μάς αλ­λά και της Ά­πω Α­να­το­λής, ό­που οι μι­κρο­γρά­φοι α­πο­τύ­πω­σαν με λα­τρεί­α στις λε­πτο­μέ­ρει­ες την α­φο­σί­ω­σή τους στην Τέ­χνη της Μι­νι­α­τού­ρας. Έ­τσι κι ε­δώ κον­τά στην πη­γή ε­νός ε­σω­τε­ρι­κού αί­θριου η Η­ρώ Νι­κο­πού­λου ψά­χνει σε μια ποι­κι­λί­α θε­μά­των την ί­δια μι­νι­α­τού­ρα, για να μην πω την ί­δια μαν­τά­λα, την ο­ποί­α προ­σεγ­γί­ζει α­πό δι­ά­φο­ρες γω­νί­ες και δι­ά­φο­ρα κά­θε φο­ρά ση­μεί­α.
Η συλ­λο­γή εί­ναι μοι­ρα­σμέ­νη σε πέν­τε μέ­ρη και τα δι­η­γή­μα­τα, ό­σο προ­χω­ρά η α­νά­γνω­ση τό­σο πιο κα­λά γί­νον­ται. Τα δύ­ο πρώ­τα μέ­ρη α­παρ­τί­ζον­ται α­πό τρί­α μι­κρά δι­η­γή­μα­τα, ε­νώ τα υ­πό­λοι­πα τρί­α α­πό τέσ­σε­ρα. Μα­ζί με ε­κεί­νο που έ­δω­σε στην συλ­λο­γή τον τίτ­λο της, «Η Μι­κρή Γορ­γό­να» εί­ναι το ε­πό­με­νο με­γα­λύ­τε­ρο. Και τα δύ­ο α­πλώ­νον­ται σε δέ­κα σε­λί­δες, α­πο­τε­λών­τας την ε­ξαί­ρε­ση κα­θώς τα πλεί­στα δι­η­γή­μα­τα κα­τα­λαμ­βά­νουν τρεις συ­νή­θως σε­λί­δες. Ε­πο­μέ­νως κά­θε λέ­ξη έ­χει ε­δώ ό­χι μό­νο το γνω­στό ει­δι­κό της βά­ρος αλ­λά και ι­δι­αί­τε­ρη θέ­ση. Για τον αυ­τό λό­γο το εγ­χεί­ρη­μα της Η­ρώς Νι­κο­πού­λου δεν στε­ρεί­ται τόλ­μης σε μιαν ε­πο­χή α­κα­τά­σχε­της φλυ­α­ρί­ας. Αλ­λά και για τον ί­διο λό­γο έ­χει μπρο­στά της δρό­μο να δι­α­νύ­σει, αν α­πο­φα­σί­σει —και μα­κά­ρι να το α­πο­φα­σί­σει— να α­φο­σι­ω­θεί στην Τέ­χνη της Δι­ή­γη­σης ως Τέ­χνη της Μι­νι­α­τού­ρας. Α­κό­μα δεν εί­ναι «μπρι­σιμ­τζού» κα­τά την α­παί­τη­ση μιας δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας του α­πο­λύ­τως α­ναγ­καί­ου. Ω­στό­σο μπο­ρεί κα­νείς να δι­α­κρί­νει τις κρυ­φές δυ­να­τό­τη­τες να α­να­δει­χθεί σε με­τα­ξο­κεν­τί­στρα! Προ­σώ­ρας φα­νε­ρώ­νει πως λο­γής λο­γής πλε­ξού­δες και πλε­ξου­δί­τσες α­πό μπρι­σί­μια πολ­λών α­πο­χρώ­σε­ων βρί­σκον­ται στα δά­χτυ­λά της.
Με ευ­χά­ρι­στη έκ­πλη­ξη α­να­κά­λυ­ψα α­κό­μη πως μπο­ρεί να στα­θεί κον­τά σε μια πα­ρα­με­λη­μέ­νη/πα­ρα­γνω­ρι­σμέ­νη δι­η­γη­μα­το­γρά­φο η ο­ποί­α γρά­φει και στα γερ­μα­νι­κά, και που στην Ελ­βε­τί­α έ­χουν πει γι' αυ­τήν πως μοιά­ζει μα­θή­τρια του Μού­ζιλ! Μι­λά­ω για την κυ­ρί­α Φού­λα Λαμ­πε­λέ. Α­πό την άλ­λη, φέρ­νει στην ά­κρη του νου την Άτ­γουντ, την Κα­να­δέ­ζα των τρο­με­ρών συλ­λή­ψε­ων κι α­κό­μα σε, ε­λά­χι­στες μεν αλ­λά πα­ρό­μοι­α τρο­μα­κτι­κές λα­ζού­ρες, την Ελ­φρίν­τε Γι­ά­λι­νεκ. Για την ώ­ρα α­πο­τε­λούν έ­ναν α­μυ­δρό, ι­σχυ­ρό ω­στό­σο, υ­παι­νιγ­μό. Δεν ξέ­ρω τι θα μπο­ρού­σε να ε­πι­συμ­βεί στα κεί­με­να της Νι­κο­πού­λου αν καλ­λι­ερ­γού­σε αυ­τές τις τρα­χι­ές ή ά­γρι­ες λα­ζού­ρες. Δεν εύ­χο­μαι να το πρά­ξει αλ­λά και δεν μπο­ρώ να μην το ση­μει­ώ­σω.
Αν­τί­θε­τα αι­σθάν­θη­κα χα­ρά ό­ταν με το δι­ή­γη­μά της «K­αι πέν­τε», το ο­ποί­ο θε­ω­ρώ ό­τι ξε­χω­ρί­ζει: θε­μα­το­λο­γι­κά, α­πό ά­πο­ψη σύλ­λη­ψης, αλ­λά και για το πώς «το έμ­πλε­ξε και το έ­παι­ξε». Με έ­κα­νε να α­να­μνη­σθώ της αι­νιγ­μα­τι­κής ό­σο και υ­πέ­ρο­χης ε­κεί­νης «Γυ­ναί­κας με τα παρ­θέ­να μά­τια» του Κα­νέλ­λη χω­ρίς ό­μως να α­πο­φα­σί­σω να α­πο­κα­λώ τη συγ­γρα­φέ­α ε­φε­ξής... «Κα­νελ­λί­να», αλ­λά μάλ­λον... κυ­ρί­α Μπράντ­μπε­ρη, ή ί­σως κυ­ρί­α... Κλαρκ. Αν δεν υ­πο­πί­πτω στο λά­θος κά­ποι­ας σο­βα­ρής πα­ρά­λει­ψης, νο­μί­ζω πως τα ελ­λη­νι­κά ε­δά­φη του Μά­κη Πα­νώ­ριου και άλ­λων συγ­γρα­φέ­ων μας του Science Fiction δεν πά­τη­σε στα σο­βα­ρά, δη­λα­δή με α­παι­τή­σεις, γυ­ναί­κα λο­γο­τέ­χνης. Ού­τε πι­στεύ­ω πως αυ­τός εί­ναι ο δρό­μος της Η­ρώς Νι­κο­πού­λου. Αυ­τό που θέ­λω να δεί­ξω εί­ναι α­πλά πως ο ο­ρί­ζον­τάς της έ­χει πλού­σια γκά­μα τα­ξι­δι­ά­ρι­κων σύν­νε­φων να τον δι­α­σχί­ζουν, σύν­το­μα δι­η­γού­με­να πα­ρά­ξε­νους σχη­μα­τι­σμούς και α­πό­το­μα δι­α­κό­πτον­τας την ε­ξι­στό­ρη­ση της στιγ­μής.
Α­κρι­βώς ε­δώ, στο ση­μεί­ο που η Η­ρώ Νι­κο­πού­λου προ­σπα­θεί να αρ­πά­ξει το «μό­λις», το φευ­γα­λέ­ο και να το α­πο­δώ­σει με ό­ρους του πραγ­μα­τι­κού το ο­ποί­ο και την κα­θη­λώ­νει (ό­χι το ο­νει­ρι­κό αλ­λά το πραγ­μα­τι­κό), συ­ναν­τά τις δυ­σκο­λί­ες. Εν­νο­ώ γλωσ­σι­κές δυ­σκο­λί­ες. Νο­μί­ζω πως δεν θέ­λει να κα­τα­φύ­γει σε μια «ποι­η­τι­κή γρα­φή» για να α­πο­δώ­σει τα με­ταιχ­μια­κά στοι­χεί­α ε­νός μι­σο­χα­ρά­μα­τος (ό­πως στην «Πα­ρε­νό­χλη­ση» για πα­ρά­δειγ­μα), δεν θέ­λει να «α­ραι­ώ­σει» το κεί­με­νο και κα­λώς πράτ­τει. Αλ­λά τα ρε­α­λι­στι­κά, κο­φτά φρα­στι­κά σχή­μα­τα δεν α­πο­τε­λούν τα προ­σφο­ρό­τε­ρα ο­χή­μα­τα της με­τα­φο­ράς που ε­πι­δι­ώ­κει ή του­λά­χι­στον νο­μί­ζω πως ε­πι­δι­ώ­κει και την ο­ποί­α η δι­κή μου α­νά­γνω­ση θα α­νέ­με­νε α­πό τον καμ­βά και τα μο­τί­βα της. Έ­να ε­πι­πλέ­ον προ­τέ­ρη­μα της συγ­κε­κρι­μέ­νης γρα­φής εί­ναι ό­τι δεν «ψυ­χο­λο­γί­ζει», καί­τοι πα­σί­δη­λο ό­τι η γρά­φου­σα γνω­ρί­ζει α­πό ψυ­χο­λο­γί­α και του βά­θους και του... ύ­ψους, του­τέ­στιν των αν­θρώ­πι­νων σχέ­σε­ων. Χω­ρίς να πά­ψει να εν­δι­α­φέ­ρε­ται να α­πο­δώ­σει το τρέ­χον ό­πως λέ­γε­ται, ό­πως εκ­φέ­ρε­ται στον κα­θ' η­μέ­ραν σύγ­χρο­νο βί­ο, θα ά­ξι­ζε, πάν­τα κα­τ' ε­μέ, ο μό­χθος να α­να­κα­λύ­ψει τις λε­πτές ε­κεί­νες ι­σορ­ρο­πί­ες α­νά­με­σα στο τι θα κρα­τή­σει και τι θα εκ­πα­ρα­θυ­ρώ­σει α­πό το λό­γο της:
Στις δι­κές της μι­νι­α­τού­ρες δεν μπο­ρεί να έ­χει κεν­τρι­κή θέ­ση η ευ­κο­λί­α εκ­φρά­σε­ων που ει­σέ­δυ­σαν ως με­τα­φρά­σεις α­πό τα αγ­γλι­κά ή τα α­με­ρι­κά­νι­κα κυ­ρί­ως και ε­πι­κρά­τη­σαν τό­σο την τη­λε­ο­πτι­κή γλώσ­σα ό­σο και σ' αυ­τή των συ­να­να­στρο­φών, ό­πως λ.χ. τα α­κό­λου­θα: «μπαί­νω σε μια σχέ­ση» ή «βγαί­νω α­πό μια σχέ­ση», ι­δί­ως το «μου βγά­ζει» (με την έν­νοι­α πως κά­ποι­ος αγ­κι­στρώ­νει για κά­ποι­ο λό­γο μιαν αν­τι­στοι­χί­α μέ­σα μας ή δι­έ­γερ­ση που προ­κα­λεί μιαν αν­τί­στοι­χη αν­τί­δρα­ση). Ο­μοί­ως το «με κα­λύ­πτει» ή το αν­τί­θε­το του «δεν­με κα­λύ­πτει», η έκ­φρα­ση «φορ­τι­σμέ­να με ε­νέρ­γεια», ε­πι­πλέ­ον η πα­ρα­μα­ση­μέ­νη α­πό γυ­ναι­κεί­α πε­ζο­γρα­φι­κά χεί­λη «δι­α­φο­ρε­τι­κό­τη­τα». Ό­λες αυ­τές τις ευ­κο­λί­ες μας τις φο­ρέ­σα­νε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά «κα­πέ­λο» οι πάμ­πολ­λοι ψυ­χο­λό­γοι που α­πο­πει­ρών­ται να ερ­μη­νεύ­σουν τη ζω­ή μας στα πρό­χει­ρα α­πό πα­ρά­θυ­ρα και άλ­λα φτη­νά «ντι­βά­νια», λες και βρέ­χει ο ου­ρα­νός τους Γιά-λομ σε κά­θε στε­νό. Κι ας μην πού­με τί­πο­τα για τους δό­λιους φρο­ϋ­δι­κούς και με­τα­φρο­ϋ­δι­κούς στο ρω­μαί­ι­κο λι­α­νο­πά­ζα­ρο ψυ­χο­συν­τα-γών στα γρή­γο­ρα.
Πα­ρό­μοι­ες εκ­φρα­στι­κές ευ­κο­λί­ες μό­νον σαν κεν­τι­ές κά­που κά­που κι αυ­τό με­τ' ε­πι­γνώ­σε­ως έ­χουν θέ­ση στα κεί­με­να της, εν­δε­χο­μέ­νως ε­παυ­ξά­νον­τας λε­λο­γι­σμέ­να την ει­ρω­νεί­α που έ­τσι κι αλ­λι­ώς δεν τους λεί­πει.
Δεν θα ή­θε­λα να κλεί­σω χω­ρίς να α­να­φερ­θώ στο τε­λευ­ταί­ο δι­ή­γη­μα με τίτ­λο «Ι­φι­γέ­νεια εν 'Ύπνοις». Δεν εί­ναι μό­νον ο Μύ­θος με τον ο­ποί­ο κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά «έρ­χε­ται στα χέ­ρια» η Η­ρώ Νι­κο­πού­λου, τό­σον στη γε­νι­κή του ι­σχύ ό­σο και στη συγ­κε­κρι­μέ­νη του εκ­δο­χή. Δεν εί­ναι μό­νο έ­νας άλ­λος ά­νε­μος που φυ­σά­ει στο α­κρο­τε­λεύ­τιο ε­δώ του βι­βλί­ου, εί­ναι ο δρό­μος που φαί­νε­ται να α­νοί­γει για τη δι­η­γη­μα­το­γρά­φο α­πό την ε­λά­χι­στη πε­ρι­πτω­σι­ο­λο­γί­α προς τις κα­θο­λι­κές-αρ­χέ­τυ­πες ο­ρά­σεις.
Πώς θα μπο­ρού­σε να γί­νει αλ­λι­ώς; Ο δρό­μος και η πε­ρι­πέ­τεια της ψυ­χής σε μύ­θους και λα­ϊ­κά πα­ρα­μύ­θια αρ­χί­ζει με μιαν αν­τι­στρο­φή, μιαν άρ­νη­ση, ή ό­πως ε­δώ με μια πα­τρο­κτο­νί­α «ύ­πνοις», του­τέ­στιν «α­νοί­γει» με την ε­πι­θυ­μί­α της πα­τρο­κτο­νί­ας και γε­νι­κό­τε­ρα του φό­νου. Ε­π' ευ­και­ρί­α ας ση­μει­ώ­σω, δι­α­φω­νών­τας με το ο­πι­σθό­φυλ­λο του βι­βλί­ου, ό­τι ο τε­λευ­ταί­ος πάν­το­τε με­τέ­χει του πραγ­μα­τι­κού, εξ ου και το βι­βλι­κόν «ουκ ε­πι­θυ­μή­σεις» με το ο­ποί­ο φα­νε­ρώ­νε­ται το ον­το­λο­γι­κό μέ­γε­θος και η ση­μα­σί­α της Ε­πι­θυ­μί­ας.
 Ε­πι­στρέ­φον­τας στο δι­ή­γη­μα, το δει­λό, υ­πά­κου­ο, μοι­ραί­ο θή­ρα­μα, το σφα­γι­α­σμέ­νο θή­λυ ε­νός πα­τρι­αρ­χι­κού κό­σμου υ­πνο­βα­τεί προς το α­σύ­νει­δο βά­θος ό­που η ε­πι­θυ­μί­α δεν γνω­ρί­ζει α­πό το «ό­χι» της πο­λι­τι­σμέ­νης άρ­νη­σης, αλ­λά υ­πο­χω­ρεί σε ο­λο­έ­να βα­θύ­τε­ρα προ-αν­θρώ­πι­να στρώ­μα­τα. Η σφι­χτή γρα­φή, τα σβη­σμέ­να πε­ρι­γράμ­μα­τα, η προ­σή­λω­ση μό­νο σ' ό,τι σώ­ζει το «εν ύ­πνοις», έ­δω­σε το μέ­τρο για το ε­κεί (και ί­σως έ­τι πέ­ραν...} ό­που μπο­ρεί να φτά­σει η ο­δοι­πό­ρος μι­κρο­γρά­φος α­κο­λου­θών­τας τον δι­κό της μύ­θο. Κου­ρά­γιο να έ­χει! 
Τελευταία Ανανέωση:
Παρ, 08/05/2016 - 10:55