"Σαν σε Καθρέφτη" (μυθιστόρημα, εκδ. Μεταίχμιο, 2003)

  

 
 
«Άρ­τε­μις... Άρ­τε­μις, κά­νε μου τη ...χά­ρη, βγες απ’ το κου­κλό­σπιτο, το φα­γη­τό εί­ναι σερ­βι­ρι­σμέ­νο, θα κρυώ­σει.»
            Η φω­νή της μη­τέ­ρας α­κού­στη­κε δρο­σε­ρή ό­πως πριν... Γιά πρώ­τη φο­ρά με­τά α­πό και­ρό τής φά­νη­κε πως δεν εί­χε ε­κεί­να τα ξέ­φτια της νεύ­ρω­σης που την έ­κα­ναν να κα­θυ­στε­ρεί ά­θε­λά της την ε­κτέ­λε­ση ο­ποιασ­δή­πο­τε ε­ντο­λής ή πα­ρά­κλη­σης. Ά­νοι­ξε τα μά­τια της, ε­κεί μέ­σα έ­φτα­νε έ­να φως φιλ­τρα­ρι­σμέ­νο μέ­σα α­πό τοίχους, πόρ­τες κι υ­φά­σμα­τα. Τα χρώ­μα­τα ή­ταν πιά δι­κά της α­φού εί­χαν τα­ξι­δέψει σε πό­λεις, σ’ ε­ρή­μους, σε θά­λασ­σες.
            Άρ­χι­σε α­πρό­θυ­μα να βγαί­νει α­πό την ο­νει­ρο­πό­λη­σή της, η ε­πι­στρο­φή την δυσκό­λευε πά­ντα, απ’ ό­που γιά ό­που. Σύρ­θη­κε προς τη χα­μη­λή πορ­τού­λα, την έ­σπρω­ξε με μιά κου­του­λιά. Μιά δέ­σμη φω­τός της χά­ϊ­δε­ψε το πρό­σω­πο. Ο­ριο­θέ­τη­σε το σώ­μα της στο χώ­ρο μ’ έ­να αρ­γό τέ­ντω­μα. Τα πό­δια γυ­μνά στο ξύ­λι­νο πά­τω­μα, τα χέ­ρια α­νοι­χτά με τις πα­λά­μες να κοι­τούν μπρο­στά, το κε­φά­λι εί­χε μιά ε­λαφριά κλί­ση προς τ’ α­ρι­στε­ρά.
            Α­πό κά­που φύ­ση­ξε α­ε­ρά­κι.
            Τα μι­κρά φί­δια των μαλ­λιών της σεί­στη­καν νω­χε­λι­κά. Στά­θη­κε γιά λί­γο στο κε­φα­λό­σκα­λο. Εί­δε θα­μπά α­πό μα­κριά το μι­κρό σώ­μα να τρα­μπα­λί­ζε­ται, έ­παι­ξε τρί­βο­ντας την κα­μά­ρα των πο­διών στην κό­χη του σκα­λιού, πί­σω-μπρος πί­σω-μπρος. Κά­τι μουρ­μού­ρι­σε στην κού­κλα της τρυ­φε­ρά...
…………………………………………………………………
……………………………………………………………….
Η Άρ­τε­μις κοι­τού­σε το ρο­λό­ι που έ­στα­ζε βά­φο­ντας τον τοί­χο κόκ­κι­νο. Ε­πι­κρά­τη­σε γιά λί­γο μιά λαί­μαρ­γη σιω­πή που κα­τα­βρό­χθη­σε τις α­ντι­δράσεις της μα­ζί με τις τε­λευ­ταί­ες λέ­ξεις της Brigitte Wiitman
«...α­ντι­στά­θη­κε γιά λί­γο χω­ρίς να ξα­να­βρεί πο­τέ τις αι­σθή­σεις της...»
Της έ­ρι­ξε μιά λο­ξή μα­τιά, το κε­φά­λι της γυ­ναί­κας ή­ταν σκυμ­μέ­νο βα­ρύ στο στήθος. Στε­κό­ταν ξέ­πνο­η με την α­δι­καί­ω­τη νε­α­νι­κό­τη­τα του προ­σώ­που της να την α­κυ­ρώ­νει. Θά­μπω­νε ό­λο καί πιό πο­λύ, α­φο­μοιω­νό­ταν α­πό το χώ­ρο, έ­να με τα έπι­πλα, με τα χρώ­μα­τα του δω­μα­τί­ου. Το πε­ρί­γραμ­μά της α­πορ­ρο­φή­θη­κε απ’ τη στό­φα του κα­να­πέ, έ­γι­νε φό­ντο. Μό­νο η κόκ­κι­νη α­νταύ­γεια των μαλ­λιών της πα­ρέμει­νε να αιω­ρεί­ται γιά λί­γο, μιά τε­λευ­ταί­α ά­μυ­να. Η Άρ­τε­μις μά­ταια προ­σπάθη­σε να τα­ξι­νο­μή­σει τις σκέ­ψεις της, τα ό­σα εί­χε α­κού­σει. Δε μί­λη­σε, δε ρώτη­σε τί­πο­τα. Η γυ­ναί­κα χω­ρίς να ση­κώ­σει το κε­φά­λι με φω­νή που βγή­κε απ’ το που­θε­νά συ­νέ­χι­σε.
«Έ­φυ­γε α­νά­λα­φρα ό­πως εί­χε ζή­σει α­φή­νο­ντας πί­σω της το μω­ρό, το βά­ρος του δεν ή­ταν αρ­κε­τό γιά να την κρα­τή­σει..., πέ­τα­ξε, ...πά­ει...”
Ξε­ρός α­έ­ρας σά­ρω­νε τα λό­για της
«...την υ­πο­γρα­φή γιά την υ­ιο­θε­σί­α του παι­διού έ­βα­λε η α­δελ­φή της νε­κρής Brigitte Wittman.»
Απ’ το πα­ρά­θυ­ρο έ­γερ­νε το α­πο­γευ­μα­τι­νό φως. Το δω­μά­τιο γέ­μι­σε ώς ε­πά­νω φυ­σα­λί­δες “για­τί” σαν χα­λα­σμέ­νο ε­νυ­δρεί­ο. Η Άρ­τε­μις έ­κα­νε ν’ αρ­πά­ξει μιά και να της την πε­τά­ξει κα­τά­μου­τρα, μα αυ­τή έ­σπα­σε α­φή­νο­ντας έ­να σαρ­κα­στι­κό γε­λά­κι. Ά­πλω­σε τα χέ­ρια να πιά­σει μιάν άλ­λη, μα κι ε­κεί­νη έ­σπα­σε σκορ­πίζο­ντας έ­να θο­λό μπλέ. Τα γαιώ­δη χρώ­μα­τα του χώ­ρου α­σφυ­κτιού­σαν τώ­ρα σ’ ένα λα­σπω­μέ­νο μωβ. Η Άρ­τε­μις δεν μι­λού­σε, η γυ­ναί­κα βρι­σκό­ταν α­πλώς ε­κεί απέ­να­ντί της ριγ­μέ­νη στον κα­να­πέ α­να­κα­λύ­πτο­ντας α­να­πά­ντε­χα πό­σα πολ­λά χωρά­ει μιά μό­νη μι­κρού­λα στιγ­μή.
Ση­κώ­θη­κε γιά να φύ­γει, ό­χι δεν θα ρω­τού­σε τί­πο­τα, ό,­τι ή­ταν γιά να μά­θει το έμα­θε, πέ­ρα­σε μπρο­στά απ’ το πιά­νο, κο­ντο­στά­θη­κε...
Μέ­σα α­πό μιά κι­τρι­νι­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α δυό δί­δυ­μα κο­ρι­τσά­κια την κοι­τούσαν γε­λα­στά.
Έ­κλει­σε μα­λα­κά την πόρ­τα πί­σω της.
 
Τελευταία Ανανέωση:
Κυρ, 10/11/2015 - 22:02