Η Μαρώ Τριανταφύλλου για το μυθιστό­ρη­μα­ "Σαν σε κα­θρέ­φτη" (εν­τευ­κτή­ριο του περ. Εμ­βό­λι­μον 21.2.2005)

  

 

Το μι­σό μιας καρ­διάς εί­ναι έ­να ε­ρω­τη­μα­τι­κό
 
Φί­λες καί φί­λοι, κα­λη­σπέ­ρα σας!
Πριν απ' ό­λα να ευ­χα­ρι­στή­σω α­πό καρ­διάς το κα­λό πε­ρι­ο­δι­κό Εμ­βό­λι­μον, έ­να μι­κρό κό­σμη­μα των προ­σπα­θει­ών που κά­νει η ελ­λη­νι­κή ε­παρ­χί­α για να κρα­τή­σει ψη­λά τον πή­χυ του πο­λι­τι­σμού και της δη­μι­ουρ­γί­ας. Και τα κα­τα­φέρ­νει πο­λύ κα­λά. Εκ­δί­δε­ται ε­δώ και αρ­κε­τά χρό­νια, χά­ρη στις ά­ο­κνες προ­σπά­θει­ες του ποι­η­τή Γι­ώρ­γου Θε­ο­χά­ρη και ό­σων άλ­λων δου­λεύ­ουν για την άρ­τια πα­ρου­σί­α του και έ­χει ε­πι­τύ­χει πα­νελ­λή­νια εμ­βέ­λεια, έ­να δι­κό του πι­στό κοι­νό και τον ευ­με­νή σχο­λια­σμό του Τύ­που. Να ευ­χα­ρι­στή­σω, λοι­πόν, το Εμ­βό­λι­μον για την πρό­σκλη­σή του και τη δι­πλή χα­ρά που μου έ­δω­σε. Να βρε­θώ δί­πλα σε αν­θρώ­πους που μοι­ρα­ζό­μα­στε κοι­νές α­γά­πες κι εν­δι­α­φέ­ρον­τα και να μι­λή­σω για έ­να α­γα­πη­μέ­νο βι­βλί­ο, το Σαν σε κα­θρέ­φτη της Η­ρώς Νι­κο­πού­λου.
 
Δεν θυ­μά­μαι πό­τε πρω­το­γνώ­ρι­σα την Η­ρώ, θαρ­ρώ πως ή­ταν μια α­πό τις Τρί­τες ε­κεί­νες που συ­ναν­τι­όν­του­σαν οι φί­λοι και συ­νερ­γά­τες του πε­ρι­ο­δι­κού Πλα­νό­διον, πριν α­πό κάμ­πο­σα πάν­τως χρό­νια. Μου έ­κα­νε εν­τύ­πω­ση η ευ­αι­σθη­σί­α με την ο­ποί­α κοί­τα­ζε τα πράγ­μα­τα, το βα­θύ βλέμ­μα της, η τρυ­φε­ρό­τη­τα με την ο­ποί­α τα άγ­γι­ζε, η προ­σο­χή που έ­δι­νε στους αν­θρώ­πους και πά­νω α­π' ό­λα το χα­μό­γε­λό της, και οι με­γά­λες καλ­λι­τε­χνι­κές της α­νη­συ­χί­ες. Στους κύ­κλους των καλ­λι­τε­χνών πε­ρισ­σεύ­ει κά­πο­τε η οί­η­ση και ο ε­γω­κεν­τρι­σμός, που δεν συ­νά­δουν πάν­τα με την α­να­με­νό­με­νη α­πό το ύ­φος του καλ­λι­τέ­χνη ποι­ό­τη­τα δη­μι­ουρ­γί­ας. Η Η­ρώ, αν­τί­θε­τα, ή­ταν και εί­ναι σε­μνή και α­θό­ρυ­βη, με βα­θιά ε­σω­τε­ρι­κό­τη­τα, μια δη­μι­ουρ­γός που παι­δεύ­ει πο­λύ τα πράγ­μα­τα πριν τα δώ­σει στην δη­μο­σι­ό­τη­τα, γι' αυ­τό και η δου­λειά της εί­ναι ου­σι­α­στι­κή, σε ό­λα τα καλ­λι­τε­χνι­κά πε­δί­α με τα ο­ποί­α α­σχο­λεί­ται: την ποί­η­ση, την ζω­γρα­φι­κή, την γλυ­πτι­κή, τη σκη­νο­γρα­φί­α. Μά­λι­στα το έ­να εί­δος τέ­χνης βο­η­θά και α­να­δει­κνύ­ει το άλ­λο, λι­ώ­νει το έ­να μέ­σα στο άλ­λο γο­νι­μο­ποι­ών­τας το με εν­δι­α­φέ­ρου­σες δι­α­στά­σεις και υ­πο­δη­λώ­σεις.
Α­να­ρω­τι­έ­μαι συ­χνά τί κά­νει ση­μαν­τι­κό έ­να λο­γο­τε­χνι­κό έρ­γο... Α­πό μια με­ριά, αν θέ­λει κα­νείς να α­πα­ξι­ώ­σει την παγ­κό­σμια λο­γο­τε­χνί­α, μπο­ρεί να το κά­νει εύ­κο­λα, με α­φο­ρι­σμούς του τύ­που: τί εί­ναι, λοι­πόν, η «Άν­να Κα­ρέ­νι­να»; η ι­στο­ρί­α μιάς μοι­χεί­ας... Και για την ε­πο­χή μας, πολ­λοί βρί­σκον­ται που με πα­ρό­μοι­ους α­φο­ρι­σμούς δι­α­γρά­φουν ό­λη ή σχε­δόν ό­λη την σύγ­χρο­νη συγ­γρα­φι­κή πα­ρα­γω­γή, ι­δί­ως των ο­μό­γλωσ­σών μας σύγ­χρο­νων συγ­γρα­φέ­ων. Δεν τους α­δι­κεί κα­νείς ο­λό­τε­λα. Εμ­πο­ρευ­μα­το­ποι­η­μέ­νο εν­τε­λώς πια το βι­βλί­ο, έ­να εμ­πό­ρευ­μα με η­με­ρο­μη­νί­α λή­ξης λί­γο με­γα­λύ­τε­ρης διά­ρκειας α­πό έ­να α­πο­βου­τυ­ρω­μέ­νο γι­α­ούρ­τι, δι­α­βά­ζε­ται και ξε­χνι­έ­ται σχε­δόν α­μέ­σως με­τά, για να πε­ρά­σει ο α­να­γνώ­στης στο ε­πό­με­νο, που, ό­πως του υ­πό­σχε­ται η δι­α­φή­μι­ση, θα τον συ­ναρ­πά­σει, θα τον α­πο­γει­ώ­σει, θα τον εν­τά­ξει στην χο­ρεί­α των χι­λιά­δων που εκ­στα­σι­ά­στη­καν με το προ­τει­νό­με­νο... Α­κο­λου­θεί και το βι­βλί­ο —ε­δώ και αρ­κε­τά χρό­νια— τους κα­νό­νες της α­γο­ράς, γρά­φε­ται με συν­τα­γές, οι συγ­γρα­φείς προ­σβλέ­πουν με α­γω­νί­α στην πι­θα­νό­τη­τα να γί­νει σή­ριαλ στην τη­λε­ό­ρα­ση με γνω­στούς η­θο­ποι­ούς. Έ­τσι τα πράγ­μα­τα χά­νουν τις δι­α­στά­σεις τους, δεν υ­πάρ­χουν ή κα­λύ­τε­ρα δεν εί­ναι προ­φα­νή πια τα κρι­τή­ρια ποι­ό­τη­τας.
Ζού­με, λοι­πόν, τον θά­να­το της λο­γο­τε­χνί­ας; Φο­βά­μαι ό­τι τέ­τοι­οι α­φο­ρι­σμοί εί­ναι ε­ξί­σου ε­πι­κίν­δυ­νοι με τις προ­η­γού­με­νες ά­το­πες γε­νι­κεύ­σεις. Κά­θε ε­πο­χή και κά­θε μορ­φή κοι­νω­νί­ας πα­ρά­γει την τέ­χνη που την εκ­φρά­ζει. Δεν υ­πάρ­χει κά­τι πιο ψευ­δές α­πό τον ό­ρο «κρί­ση» και μά­λι­στα ό­ταν χρη­σι­μο­ποι­εί­ται για ε­κτε­τα­μέ­νες χρο­νι­κά πε­ρι­ό­δους. Ό­πως τα ε­πί­θε­τα δεν έ­χουν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα θε­τι­κό βαθ­μό, εί­ναι πάν­τα μέ­ρη μιας α­ό­ρα­της σύγ­κρι­σης, έ­τσι και η έν­νοι­α της «κρί­σης» δεν λέ­ει άλ­λο πα­ρά πως υ­πήρ­ξε μια ση­μαν­τι­κή ε­πο­χή δη­μι­ουρ­γί­ας, α­δι­αμ­φι­σβή­τη­τα ποι­ο­τι­κής, α­πο­δε­κτής του­λά­χι­στον και κα­τα­ξι­ω­μέ­νης, σε σύγ­κρι­ση με την ο­ποί­α σή­με­ρα τα πράγ­μα­τα δεν εί­ναι κα­λά. Ω­στό­σο θα πρέ­πει να ε­λέγ­ξου­με τα κρι­τή­ρια με βά­ση τα ό­ποι­α εκ­φέ­ρου­με μια τέ­τοι­α α­πό­φαν­ση. Με ποι­ο σκε­πτι­κό, για πα­ρά­δειγ­μα, το ρω­μα­ϊ­κό θέ­α­τρο εί­ναι κα­τώ­τε­ρο α­πό το αρ­χαί­ο ελ­λη­νι­κό της κλα­σι­κής ε­πο­χής; Πό­σο ε­πη­ρε­α­σμέ­νη α­πό κυ­ρί­αρ­χες αν­τι­λή­ψεις και ε­πι­στη­μο­νι­κά ι­δε­ο­λο­γή­μα­τα εί­ναι μια τέ­τοι­α σκέ­ψη; Μπο­ρεί να πα­ρά­ξει η ε­πο­χή μας κά­τι άλ­λο, κι αν ναι, για­τί δεν το κά­νει; Και τέ­λος, εί­ναι ό­λα τό­σο ά­σχη­μα ή α­νύ­παρ­κτα;
Αλ­λού νο­μί­ζω πως εί­ναι το θέ­μα. Πο­τέ δεν έ­πα­ψε να γρά­φε­ται λο­γο­τε­χνί­α. Και ε­πι­μέ­νω στη λέ­ξη «λο­γο­τε­χνί­α», χω­ρίς πρό­ση­μο θε­τι­κό ή αρ­νη­τι­κό, χω­ρίς χα­ρα­κτη­ρι­σμό, κα­λή ή κα­κή. Και σή­με­ρα γρά­φον­ται πο­λύ α­ξι­ό­λο­γα πράγ­μα­τα ή έ­στω αυ­θεν­τι­κά. Δί­πλα στον συρ­φε­τό των γρα­φιά­δων της μό­δας —πολ­λοί δυ­στυ­χώς δεν εί­ναι καν α­τά­λαν­τοι, αλ­λά κα­ταρ­γούν το τα­λέν­το τους βά­ζον­τας το στην υ­πη­ρε­σί­α της ευ­κο­λί­ας και των αν­τι­λή­ψε­ων της α­γο­ράς για την προ­ώ­θη­ση προ­ϊ­όν­των —εμ­φα­νί­ζον­ται συγ­γρα­φείς που δι­η­γούν­ται μια ι­στο­ρί­α, ε­πει­δή δεν μπο­ρούν πα­ρά να το κά­νουν, ε­πει­δή, αν δεν το κά­νουν, κά­τι κα­κό θα τους συμ­βεί, θα νι­ώ­θουν άν­θρω­ποι μι­σοί και μέ­σα τους θα υ­πάρ­χει έ­να κε­νό. Αν εί­ναι τυ­χε­ροί, μπο­ρεί να την δουν και εκ­δο­μέ­νη, να την μοι­ρα­στούν με τους α­να­γνώ­στες. Συ­νή­θως δεν θα δουν τα φώ­τα της δη­μο­σι­ό­τη­τας πά­νω τους, η προ­βο­λή τους θα εί­ναι μη­δα­μι­νή, το έρ­γο τους θα γί­νει γνω­στό σε κά­ποι­ους που ψά­χνουν πο­λύ και εί­ναι έ­τοι­μοι να βρουν. Και την γρά­φουν χω­ρίς να βι­ά­ζον­ται, προ­σέ­χον­τας την πλο­κή, παι­δεύ­ον­τας νου και ψυ­χή, α­γω­νι­ών­τας να εί­ναι οι ή­ρω­ές τους ο­λο­κλη­ρω­μέ­νοι, ε­λέγ­χον­τας τη ρο­ή της ι­στο­ρί­ας και βα­σα­νί­ζον­τας τη γλώσ­σα.
Το Σάν σε κα­θρέ­φτη εί­ναι α­κρι­βώς έ­να τέ­τοι­ο βι­βλί­ο. Γρά­φτη­κε για­τί η συγ­γρα­φέ­ας του δεν μπο­ρού­σε να κά­νει δι­α­φο­ρε­τι­κά. Για­τί, αν δεν το έ­γρα­φε, η ζω­ή της θα ή­ταν λει­ψή και η τέ­χνη της πλη­γω­μέ­νη και α­τε­λής. Και αυ­τό εί­ναι κά­τι που το προσ­λαμ­βά­νει α­κό­μα και ο πιο κα­χύ­πο­πτος και δύ­σπι­στος α­να­γνώ­στης, α­κό­μα και ο α­να­γνώ­στης που δεν θα α­γα­πή­σει το βι­βλί­ο. 
Ας πά­ρου­με, ό­μως, τα πράγ­μα­τα α­π' την αρ­χή. Α­πό τον τίτ­λο δη­λα­δή: Σαν σε κα­θρέ­φτη. Δεν δι­α­λέ­χτη­κε κα­θό­λου τυ­χαί­α, α­φού η έν­νοι­α του κα­θρέ­φτη παί­ζει ση­μαν­τι­κό ρό­λο μέ­σα στο κεί­με­νο. Πρό­σω­πα και κα­τα­στά­σεις εί­ναι την ί­δια στιγ­μή αν­τι­κεί­με­να που κα­θρε­φτί­ζον­ται, και τα κα­το­πτρι­κά τους εί­δω­λα. Το ε­ρώ­τη­μα εί­ναι αν πο­τέ εί­δω­λο και αν­τι­κεί­με­νο θα κα­τα­φέ­ρουν να συ­ναν­τη­θούν, με κεί­νη τη βα­θιά, σχε­δόν θρη­σκευ­τι­κή ση­μα­σί­α του ό­ρου. Να συ­ναν­τη­θούν και να συμ­πλη­ρώ­σουν αυ­τό που λεί­πει, να συ­ναν­τη­θούν για να συγ­κρου­στούν και να α­φή­σουν πί­σω τους ό,τι εί­ναι α­νε­παρ­κές, λί­γο και α­νή­λι­κο. Το ί­διο το βι­βλί­ο ως δο­μή κι­νεί­ται στη λο­γι­κή του κα­θρέ­φτη. Υ­πάρ­χει μά­λι­στα έ­να ε­πει­σό­διο μέ­σα στην α­φή­γη­ση που λει­τουρ­γεί ως κά­το­πτρο τό­σο για το μύ­θο ό­σο και για την ί­δια την α­φή­γη­ση:
«Κόν­τευ­ε με­ση­μέ­ρι, το πρω­ι­νό ψι­λό­βρο­χο, εί­χε με­τα­τρα­πεί σε ρα­γδαί­α βρο­χή. Κόλ­λη­σε το πρό­σω­πο της στο τζά­μι της τρα­πε­ζα­ρί­ας, το χνό­τι­σε ε­λα­φρά κι έ­συ­ρε πά­νω του, με το δά­χτυ­λο, το δε­ξί μέ­ρος μιας καρ­διάς. Το κοί­τα­ξε για λί­γο ε­ρευ­νη­τι­κά ψά­χνον­τας για πι­θα­νά λά­θη. Έ­πει­τα α­κούμ­πη­σε το δά­χτυ­λό της λί­γο πιο κά­τω α­πό το τέ­λος της γραμ­μής, το πί­ε­σε δει­κτι­κά, ό­πως θα α­κουμ­πού­σε το χέ­ρι ε­νός παι­διού σ' έ­να παι­χνί­δι. Ά­φη­σε έ­να ί­χνος. Α­πο­μα­κρύν­θη­κε κά­πως, το ξα­να­κοί­τα­ξε. Βι­ά­στη­κε, πριν ξε­θαμ­πώ­σει τε­λεί­ως, να ο­λο­κλη­ρώ­σει το σχέ­διό της. Κόλ­λη­σε και το α­ρι­στε­ρό μι­σό της καρ­διάς δί­πλα στο ε­ρω­τη­μα­τι­κό της. Το ι­δρω­μέ­νο τζά­μι κρά­τη­σε για λί­γο την α­γω­νί­α της, ύ­στε­ρα σι­γά-σι­γά ε­ξα­τμί­στη­κε στη ζέ­στη του δω­μα­τί­ου» (σ. 53).
Κι εί­ναι α­λή­θεια πώς αυ­τό το μι­σό μιας παι­δι­κά σχε­δι­α­σμέ­νης καρ­δού­λας που, την ί­δια ώ­ρα, εί­ναι και έ­να λα­τι­νι­κό ε­ρω­τη­μα­τι­κό, θέ­τει το πρώ­το και βα­σι­κό ε­ρώ­τη­μα του βι­βλί­ου. Αυ­τό με το ό­ποι­ο ο Μπρε­τόν ξε­κι­νά τη Nadjia του, Qui suis-je? Ποι­ός/ά εί­μαι; Ποι­ός/ά εί­μαι σε σχέ­ση με τους άλ­λους; Πού εί­μαι ε­γώ και πού εί­ναι ο άλ­λος; Το Σαν σε κα­θρέ­φτη εί­ναι έ­να α­φή­γη­μα ό­που ό­λα εί­ναι δι­πλά. Έ­τσι συ­χνά ο α­να­γνώ­στης θα α­να­ρω­τη­θεί: α­πό ποι­α πλευ­ρά του κα­θρέ­φτη εί­μα­στε τώ­ρα;
Η συγ­γρα­φέ­ας ε­πέ­λε­ξε μια γλώσ­σα ή­ρε­μη, πε­ρι­γρα­φι­κή, χω­ρίς ε­ξάρ­σεις, α­παλ­λαγ­μέ­νη α­πό πε­ριτ­τούς συ­ναι­σθη­μα­τι­σμούς μια γλώσ­σα α­πλή, αν­τι­ποι­η­τι­κή σχε­δόν, πο­λύ κα­θη­με­ρι­νή και πραγ­μα­τι­κή ει­δι­κά για τις μι­κρές στιγ­μές που οι ή­ρω­ές της μι­λούν και η συγ­γρα­φέ­ας μας ε­πι­τρέ­πει να α­κού­σου­με τον λό­γο τους ά­με­σα. Έ­τσι η συγ­κί­νη­ση που προ­κα­λεί­ται εί­ναι ε­λεγ­χό­με­νη αλ­λά ου­σι­α­στι­κή, δεν ε­πι­βάλ­λε­ται στον α­να­γνώ­στη.
Το Σαν σε κα­θρέ­φτη έ­χει μια ή­ρε­μη ε­πι­φά­νεια, ό­που ό­λα κι­νούν­ται με βρα­δείς ρυθ­μούς, χω­ρίς ι­δι­αί­τε­ρες ε­ξάρ­σεις, οι εν­τά­σεις εί­ναι ε­σω­τε­ρι­κές, δεν φω­νά­ζουν, δεν ξε­τυ­λί­γον­ται μέ­σα σε ε­κρη­κτι­κές φρά­σεις. Τα ε­ξω­τε­ρι­κά γε­γο­νό­τα πιά­νουν λί­γο αλ­λά ου­σι­α­στι­κό χώ­ρο και α­φή­νουν μια α­νοι­χτή πε­ρι­ο­χή στην α­φή­γη­ση για να κα­λυ­φθεί α­πό σχό­λια και σκέ­ψεις που δεί­χνουν τις ψυ­χι­κές δι­ερ­γα­σί­ες, τις συγ­κρού­σεις, τις αλ­λα­γές, τις ελ­πί­δες, τις μα­ται­ώ­σεις, τον πό­νο, α­κό­μα κι αυ­τό που κι­νεί­ται ύ­που­λα και υ­πο­χθό­νια και α­πο­κα­λύ­πτε­ται σι­γά-σι­γά, δη­λα­δή την τρέ­λα αλ­λά και την ο­μορ­φιά που η αί­σθη­ση και η πα­ρου­σί­α της εί­ναι με­γά­λο κομ­μά­τι της κεν­τρι­κής η­ρω­ί­δας.
Το α­φή­γη­μα της Η­ρώς Νι­κο­πού­λου εί­ναι γυ­ναι­κεί­ο. Ό­χι για­τί εί­ναι γραμ­μέ­νο α­πό γυ­ναί­κα, ού­τε για­τί οι η­ρω­ί­δες του εί­ναι γυ­ναί­κες –πράγ­μα­τι η πα­ρου­σί­α των αν­δρών εί­ναι μι­κρή και έμ­με­ση, περ­νά­ει μέ­σα α­πό τα γυ­ναι­κεί­α μά­τια, δι­α­με­σο­λα­βεί­ται α­πό τη γυ­ναί­κα, α­πο­τε­λεί τμή­μα των α­να­μνή­σε­ων. Σαν αυ­τό­νο­μες πα­ρου­σί­ες —ε­ρα­στές, σύ­ζυ­γοι—οι άν­τρες δεν υ­πάρ­χουν. Ο πα­τέ­ρας, για πα­ρά­δειγ­μα, α­να­φέ­ρε­ται μί­α και μο­να­δι­κή φο­ρά στην τε­λευ­ταί­α σχε­δόν σε­λί­δα του α­φη­γή­μα­τος. Το Σαν σε κα­θρέ­φτη εί­ναι έ­να γυ­ναι­κεί­ο κεί­με­νο, για­τί δεν έ­χει προ­σποί­η­ση, δεν θέ­λη­σε να εί­ναι γυ­ναι­κεί­ο, δεν προ­σπά­θη­σε να εί­ναι γυ­ναι­κεί­ο. Ήρ­θε έ­τσι στον κό­σμο, με την αυ­θεν­τι­κή, την τρυ­φε­ρή αλ­λά και σπα­ρα­κτι­κή μα­τιά μιας γυ­ναί­κας που μι­λά για τον ε­αυ­τό της και άλ­λες γυ­ναί­κες χω­ρίς ω­μό­τη­τα αλ­λά και χω­ρίς ω­ραι­ο­ποι­ή­σεις, ε­πι­τρέ­πον­τας έ­ναν ι­δι­ό­τυ­πο ρο­μαν­τι­σμό, τη γεν­ναι­ό­τη­τα της τρυ­φε­ρό­τη­τας, του φό­βου και της φρον­τί­δας.
Εί­ναι ε­πί­σης έ­να α­φή­γη­μα που α­νοί­γε­ται δι­α­κρι­τι­κά στο στο­χα­σμό. Εί­ναι φυ­σι­κό αυ­τό, α­φού α­σχο­λεί­ται πο­λύ με τον ψυ­χι­κό κό­σμο της η­ρω­ί­δας της. Α­σχο­λεί­ται κυ­ρί­ως με το ε­σω­τε­ρι­κό της τα­ξί­δι. Ας πά­ρου­με για πα­ρά­δειγ­μα το σώ­μα, μια έν­νοι­α που δι­αρ­ρέ­ει το έρ­γο, ε­νώ­νον­τας τα δύ­ο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά που μό­λις προ­α­να­φέρ­θη­καν. Σε πολ­λά ση­μεί­α του έρ­γου η η­ρω­ί­δα σκέ­φτε­ται το σώ­μα και το σώ­μα της, άλ­λο­τε ως φυ­σι­κό αν­τι­κεί­με­νο, άλ­λο­τε ως ε­ρω­τι­κό σώ­μα, άλ­λο­τε ως πη­γή ζω­ής, άλ­λο­τε μέ­σα στην ο­δύ­νη της αρ­ρώ­στιας και του θα­νά­του, άλ­λο­τε ως το υ­λι­κό άλ­λο της ψυ­χής, αλ­λά και ως έ­να τρό­πο ε­πι­κοι­νω­νί­ας με τον άλ­λον, άλ­λο­τε την φο­βί­ζει κι άλ­λο­τε της γεν­νά ε­ρω­τή­μα­τα. Α­να­λύ­ει τη σχέ­ση της μα­ζί του, το το­πο­θε­τεί μέ­σα στον κό­σμο, αι­σθη­τι­κά και δι­α­νο­η­τι­κά, θα δώ­σω δύ­ο πα­ρα­δείγ­μα­τα ό­που το σώ­μα α­πο­τε­λεί μό­νο ο­ρια­κά μέ­ρος του ε­γώ της, το ε­κλαμ­βά­νει ως μια α­τί­θα­ση, α­νε­ξάρ­τη­τη ον­τό­τη­τα με την ό­ποι­α βρί­σκε­ται σε σχέ­σεις δι­α­λό­γου και αν­τί­θε­σης, σχε­δόν σύγ­κρου­σης: «Πάν­τα την ξάφ­νια­ζε το σώ­μα της, το ό­χη­μα, ό­πως συ­νή­θι­ζε να το λέ­ει γε­λών­τας με φί­λες, αυ­τό το ά­γνω­στο πλά­σμα, που μέ­σα του κα­τοι­κού­σε η ψυ­χή της, η σκέ­ψη της. Σχε­δόν πάν­τα υ­πήρ­χε δι­ά­στα­ση α­νά­με­σα τους, άλ­λο αυ­τή κι άλ­λο αυ­τό. Αυ­τό εί­χε τους δι­κούς του ρυθ­μούς, εί­χε τις α­παι­τή­σεις του, τις α­δυ­να­μί­ες του, έ­κα­νε τις ζα­βο­λι­ές του, κι αυ­τή προ­σπα­θού­σε μια ζω­ή να το συμ­μα­ζεύ­ει, να το μα­λώ­νει, να το νου­θε­τεί. Πα­ρ' όλ' αυ­τά το συμ­πα­θού­σε, με­ρι­κές φο­ρές το α­γα­πού­σε κι εί­χε συμ­βεί κά­πο­τε να νι­ώ­σει ως κι ευ­γνω­μο­σύ­νη για την ύ­παρ­ξη του. Τα πράγ­μα­τα ό­μως μπερ­δεύ­ον­ταν ά­σχη­μα ό­ταν άρ­χι­ζε το σώ­μα να α­πλώ­νε­ται σε άλ­λες σφαί­ρες, α­πο­λύ­τως α­πα­γο­ρευ­μέ­νες και ε­κτός δι­και­ο­δο­σί­ας του. Ό­ταν, για πα­ρά­δειγ­μα, έ­παιρ­νε με τα λε­πτά αι­σθη­τή­ρια όρ­γα­να του ε­ρε­θί­σμα­τα και τα με­τέ­τρε­πε σε συ­ναι­σθή­μα­τα. Ό­ταν ζη­τού­σε κομ­μά­τια της καρ­διάς. Τό­τε ε­κεί­νη γι­νό­ταν έ­ξαλ­λη. Έ­να κου­βά­ρι κου­λου­ρι­α­ζό­ταν στο πά­τω­μα βγά­ζον­τας μι­κρά άγ­κα­θά­κια, ί­διος σκαν­τζό­χοι­ρος, προ­σπα­θών­τας να ξε­χω­ρί­σει α­πό πού ερ­χό­ταν ο πό­νος και οι εν­το­λές, α­πό την ί­δια ή ά­π' αυ­τό;» (σσ. 13-14).
Στο δεύτερο παράδειγμα υπεισέρχεται στην αντιθετική σχέση ο άλλος, ο πραγματικός άλλος. Τότε το σώμα ορίζεται μέσα από ένα άλλο σώμα, το άλλο σώμα είναι απαραίτητο για να αποκτήσει το δικό της ύπαρξη και διαστάσεις, ο έρωτας γίνεται υπαρξιακή ανά­γκη. Η σκέψη είναι απλή και διόλου πρωτότυπη. Ο έρωτας είναι μια ανάγκη για τους πε­ρισσότερους ανθρώπους, που, τουλάχιστον, μοιράζονται τα πολιτισμικά δεδομένα του δυτικού κόσμου. Κι όμως η συγγραφέας το κάνει να ακούγεται σαν μια τρυφερή απειλή, σαν να εκφράζει έτσι ένα φόβο, το Qui suis-je? εδώ παίρνει μια άλλη διάσταση.
«Συνήθως όριζε το σώμα της μέσα από κάποιο άλλο σώμα. Η σχέση της με τον εαυ­τό της ήταν διαμεσολαβημένη, γι' αυτό ο έρωτας της ήταν απαραίτητος, κι όσο πιο απαραίτητος της ήταν, τόσο πιο μακρινός και ανεκπλήρωτος έμενε.» (σ. 163).
Όταν τελείωσα την πρώτη ανάγνωση, τί περίεργο! —αυ­τόματα μου ήρθε στο νου ο Οιδίποδας. Υπάρχει μια υπόγεια σχέση ανάμεσα στα δύο έργα. Η ηρωίδα της Νικοπούλου έχει στοιχεία ενός θηλυκού Οιδίποδα. Ο σοφόκλειος ήρωας επιχειρεί μια οδυ­νηρή διαδρομή προς την αυτογνωσία, ένα ταξίδι για να συναντήσει τον εαυτό του και να τον οριοθετήσει μέσα στον κόσμο, να αποδεχτεί τις ιδιότητές του, να αυτοπροσδοριστεί. Ένα ταξίδι προς το φως της γνώσης, προς την αλήθεια. Σηκώνει σιγά-σιγά ένα-ένα τα στρώματα της πλάνης που του αποκρύπτουν αυτό που οφείλει να αντιμετωπίσει. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δύο Οίδίποδες που πρέπει να βρεθούν και να αναγνω­ριστούν, να συναντηθούν και να ενωθούν, για να αποτελέσουν αυτόν, τον ένα και μονα­δικό Οιδίποδα, βασιλιά και εξόριστο, γιο και σύζυγο, πατέρα προστάτη και πατέρα γεν­νήτορα ντροπής, τον Οιδίποδα της απόρριψης και τον Οίδίποτα της αλήθειας. Η συνά­ντηση αυτή όμως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά δια μέσου της μητέρας, μόνο όταν η Ιοκάστη επανα­προσδιο­ριστεί, όταν πάψει να είναι γυναίκα και γίνει μητέρα, τότε ο Οιδίποδας θα συνενώσει τα δύο τμήματα του εαυτού του και θα αντέ­ξει την αλήθεια. Το παιδί που απέρριψε ο πατέρας και δεν προστάτευσε η μητέρα θα μεγαλώσει και θα αποκτήσει τόση σο­φία, που σε μια άλλη τραγωδία που φέρει το όνομα του, θα εί­ναι σύμ­βολο σωφροσύνης και φορέας βαθιάς γνώσης. Και η ηρωίδα της Νικοπούλου —τηρουμέ­νων των αναλογιών— κάνει το ίδιο με τον αρχαίο ήρωα: θα ψάξει την μητέρα. Η σχέση της μητέρας με την κόρη δεν έχει μελετηθεί επαρκώς από την επιστήμη ούτε έχει γίνει θέμα της τέχνης στο βαθμό που θα περίμενε κανείς. Κάλυψε κάπως το κενό ο κινηματο­γράφος αλλά και πάλι θα περίμενε κανείς κάτι παραπάνω. Υπ' αυτήν την έννοια, εδώ έχουμε μια ενδιαφέρουσα ιδέα και ένα θέμα, που, ειδικά στις μεσογειακές κοινωνίες, είναι αιχμηρό. Ψάχνει, λοιπόν, την μητέρα για να βρει τον εαυτό της, για να συνδέσει τα δύο κομμάτια που την αποτελούν και με αυτό τον τρόπο να συμφιλιωθεί με ένα τυραννι­κό παρελθόν που βασανίζεται από την εμμονή της απόρριψης και από αναπάντητα ερω­τήματα που σχετίζονται με την έκθεση της —για να θυμηθούμε έναν άλλον όρο που σχε­τίζεται με τον αρχαίο τραγικό ήρωα: τον Οι­δί­ποδα τον εξέθεσαν, τον παράτησαν δηλα­δή, ή είχαν του­λά­χιστον την πρόθεση. Η ίδια βιώνει το γεγονός της υιοθεσίας ως μια έκθεση και θέλει να μάθει τα αίτιά της. Επειδή, όμως, δεν έχει τη δύναμη να το κάνει μό­νη της, θα πάρει την θέση της μια άλλη γυναίκα, η καλύτερη της φίλη, και θα ταξιδέψει για χάρη της στην Ολλανδία, έχοντας στα χέρια της μια πράξη υιοθεσίας και το όνομα της χαμένης μητέρας.
Ως εδώ τα πράγματα είναι μάλλον απλά. Σε ένα πρώτο επίπεδο ο αναγνώστης θα βρει μια δυνατή γυναικεία φιλία, ένα ταξίδι που προφανώς θα έχει θετικά αποτελέσματα στις ψυχές και των δύο, η επίλυση ενός αινίγματος βασανιστικού που θα αλα­­φρώσει τις ζωές τους. Είναι ένας γυναικείος κώδικας τιμής, λοιπόν; θα σκεφτεί. Κάποτε ο δυνατός στρατιώτης έπαιρνει στην μονομαχία τη θέση του αδύναμου φίλου του για να υπερα­σπι­στεί την τιμή του. Εδώ μια γυναίκα παίρνει την θέση της άτολμης φίλης της για να την βοηθήσει. Η Χάρη κάνει μια πρά­ξη αγάπης για την Άρτεμη. Ένα κομμάτι της μητέρας, ως του πλάσματος που φροντίζει, δίνει ασφάλεια και διώχνει τους εφιάλτες, περνάει μέσα στη Χάρη. Αλλά θα μπορούσε να δει κανείς σ' αυτήν της την πράξη και μια κίνηση να απαλλαγεί από δικά της φαντάσματα. Είναι όμως πράγματι έτσι; Ποια εί­ναι η Χάρη και ποια η Άρτεμη; Στην αρχή τα όρια ανάμεσα στις δύο γυναίκες είναι διακριτά. Μοιά­ζουν βέβαια σε πολλά, μερι­κές αναμνήσεις τους έχουν τον ίδιο καμβά, οι αντιδράσεις και οι σκέψεις έχουν ένα πυρήνα ομοιότητας αλλά αυτό δεν είναι παράξενο. Είναι φί­λες, έχουν μεγαλώσει μαζί, έχουν μοιραστεί πολλά. Μοιάζει φυσικό. Όσο η ιστορία προχωράει, όμως, τόσο τα όρια μεταξύ τους μπερδεύονται, εμφανίζονται μαζί σε τόπο και χρόνο που σύμφωνα με τον καμβά της αφήγησης δεν θα έπρεπε, έχουν ένα παρελ­θόν που δεν είναι κοινό, αλλά ίδιο. Προς το τέλος της ιστορίας έρχεται στο φως η αλή­θεια... Πόσες εί­ναι οι ηρωίδες του βιβλίου; Δύο γυναίκες ή μία; Και τί ση­μαί­νει μία, σ' αυτήν την περίπτωση; Όταν είναι μία κατ' επίφαση; Όταν σε ένα κορμί κρύβονται δύο πρόσωπα; Όταν ένα παιδί φτι­ά­χνει ένα φανταστικό πρόσωπο που αυτό αυτονομείται και κινείται αντ' αυτού, πράττει αντ' αυτού, ζει αντ' αυτού; Από μια άλλη άποψη, λοιπόν, το Σάν σε καθρέφτη είναι η κατάβαση στα μύ­χια μιας βαθιά ταραγμένης ψυχής που απο­φασίζει μια πράξη για να μπορέσει να βρει τη γαλήνη και ίσως να ενώσει τα δύο κομμάτια του εαυτού της σε μια ενιαία δυνατή και ίσως ευ­τυ­­χισμένη ενότητα. Θα τα καταφέρει;
Γι' αυτό δεν είναι τυχαίο που η ιστορία δομείται πάνω σε αντι­θετικά δίπολα: Η Χά­ρη και η Άρτεμη, η Ελλάδα και η Ολλανδία, η φυσική μητέρα και η θετή μητέρα, η βιολο­γική μητέρα και η δίδυμη αδερφή της, η Μπριγκίτε —γυναίκα που την φοβίζει ο μητρικός ρόλος— και ο Κάρλ που γίνεται Μπρι­γκί­τε γιατί δεν θέλει να είναι άντρας, η παρουσία των γυναι­κών και η απουσία των ανδρών, το σώμα και η ψυχή, το παρελ­θόν και το πα­ρόν, το σύγχρονο και η ανάμνηση... Η λογική και η τρέλα... Θα μπορέσουν άραγε να μετατραπούν σε διαλεκτικές ενό­τητες; Η αντίθεση θα οδηγήσει σε μια γόνιμη και τελε­τουργικά δημιουργημένη σύνθεση που θα φέρει την γαλήνη; Ας δούμε μερικά από αυτά τα αντιθετικά ζεύγη:
Το ένα το είδαμε ήδη: η Άρτεμη και η Χάρη, η πράξη και ο φόβος της πράξης, το τραύμα και η προσπάθεια το τραύμα να μεταφερθεί σε ένα άλλο πρόσωπο. Για να μιλή­σουμε, όμως, για τα δύο πρόσωπα, θα χρειαστεί να αναφερθούμε πρώτα σε μερικά από τα άλλα αντιθετικά ζεύγη.
Η χώρα εκκίνησης και η χώρα προορισμού, αίφνης. Στα αρχαιοελληνικά μυθιστο­ρήματα, του Ηλιόδωρου ή του Αχιλλέα Τάτιου, ας πούμε, ο ερωτευμένος ήρωας κάνει πάντα ένα ταξίδι: φεύγει, ενίοτε κυνηγημένος, από τον τόπο του, περνάει πε­ρι­πέτειες, τίθεται σε κίνδυνο η τιμή και η ακεραιότητά του, η ζωή του βεβαίως, και όταν δυναμώσει πια, όταν ανακαλύψει την ταυτότητά του, βέβαιος για τα αισθήματα του, δυνατός, γεν­­ναίος και ώριμος, επιστρέφει στον τόπο του, μαζί με τον αγα­πημένο του σύντροφο για να διεκδικήσει την ζωή και την ευτυχία του, για να ανοίξει ήσυχος το δικό του σπίτι και να ζήσει μέσα στην πολιτεία ως ελεύθερος πολίτης και ολο­κλη­ρω­μένος άνθρωπος. Και εδώ έχουμε το ίδιο στοιχείο. Η γυναίκα αυ­τή ξεκινάει από την Ελλάδα για να πάει στην Ολλανδία, από μία χώρα του νότου για να πάει σε μία χώρα του βορρά, από τη γη της θετής μητέρας στην χώρα της φυσικής μητέρας, από τη χώ­ρα της ετεροπροσδιοριζόμενης καλλιτεχνικής ζωής στην χώρα που λάμπρυνε την τέχνη της ζωγραφικής με μια εκπλη­κτική παραγωγή και με ονόματα από τα πιο σημαντικά στην ιστο­ρία των εικα­στικών τεχνών. Αλλά ό,τι κι αν συμβεί εκεί, ό,τι κι αν βρει, θα γυρίσει πίσω. Μόνο που τί­ποτε δεν θα είναι πια το ίδιο. Ούτε εκείνη ούτε η χώρα. Εκείνη θα ξέρει, έτσι το θέλει να γίνει, όταν ξεκινά, και η χώρα θα είναι μία επιλογή. Θα επιστρέψει για να ζήσει ενηλικιωμένη, σοφή, χωρίς τα φαντά­σματα του παρελθόντος να την τυρρανούν πλέον. Αυτή είναι η πρόθεσή της.
Άλλο ένα αντιθετικό ζευγάρι αφορά τον χρόνο. Είναι η διαρκής εναλλαγή του πα­ρελθόντος και του παρόντος, ο χρό­νος της μνήμης και ο χρόνος του αφηγηματικού πα­ρόντος. Η ηρωί­δα δεν ταξιδεύει μόνο στο χώρο αλλά και στον χρόνο. Το παρελθόν δια­σχίζει το παρόν, διακόπτει το παρόν, εντο­πίζοντας συνειρμικά κοινότητες και αλληλου­χίες, προ­βάλ­λοντας απαιτήσεις. Οι εικόνες του ταξιδιού εναλλάσσονται με ανα­μνήσεις, βυθίζεται στις αναμνήσεις της, ξαναζεί τα όσα έζησε και την ίδια στιγμή ελέγχει το πα­ρελθόν και επα­να­το­ποθετείται απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις.
«Το κρύο λειτούργησε ευεργετικά επάνω της, της φρε­σκάρισε τη διάθεση, ξαφνικά το βάδισμα της έμοιαζε ελα­φρύτερο πιο ξεκούραστο. ‘’Για σκέψου, πέρασαν δέκα ολό­κληρα χρόνια! Δηλαδή ...πέρασαν; Πέρασαν και πού πήγαν; Αυ­τά έφυγαν ενώ εμείς μείναμε; Κι αν δεν είναι έτσι; Αν αυτό που περνάει είμαστε εμείς κι όχι τα χρόνια; Κλείνεις το χρόνο στη γυάλα και σε κοιτά σαν ψάρι ρίχνοντας από τα βάθη φυ­σα­λίδες βροχή στο πρόσωπο σου τη ζωή. Τον κοιτάς και νιώθεις νι­κητής, τον κοιτάς... τον κοιτάς ώσπου στο τέλος, κάποια στιγμή, σαν κάτι να γίνεται, πλαταίνει η γυάλα ή μικραίνεις εσύ, δεν ξέρεις πια ποιος είναι ποιος!’’» (σ. 40).
Έτσι φτάνουμε σε ένα ακόμη αντιθετικό ζευγάρι που εμφανίζεται συχνά και στο όποιο στέκεται επίμονα η συγγραφέας είναι: το φως-σκοτάδι, η εναλλαγή της μέρας καί της νύχτας αλλά και το σύμβολο της ζωής και του θανάτου, της γνώσης και της άγνοιας. «Δεν καταλάβαινε γιατί έπρεπε να γί­νε­­ται καθημερινά αυτός ο αδυσώπητος κύκλος, φως και σκο­τάδι και φως. Τι έπρεπε να μάθουν τα πλάσματα μέσα απ' αυ­τόν τον κύκλο που έμοιαζε με πρόβα θανάτου» (σ. 42) ή ακόμα «Πώς να πει σε κάποιον ότι φως και σκοτάδι γίνονται ένα όταν δεν υπάρχει πόρτα διέλευσης;» (σ. 15). Αυτήν την πύλη θα την βρει στο τέλος και το δίπολο φως σκότος θα δώσει τη θέση του στην αντίθεση μυστικό-αποκάλυψη, άγνοια-γνώση. «Όχι, δεν θα ρωτούσε τίποτα, ό,τι ήταν για να μά­θει, το έμαθε, πέρασε μπρο­στά από το πιάνο, κοντοστάθηκε... Μέσα από μια κιτρινισμέ­νη φωτογραφία, δύο δίδυμα κοριτσάκια την κοιτούσαν γελαστά. Έκλεισε την πόρτα πί­σω της» (σσ. 210-211) αλλά και η γυναίκα που θα γίνει η πηγή της γνώσης για την ταυτό­τητά της, λίγες σελίδες πριν μπει το οριστικό τέλος αυτής της ιστορίας και αποκαλυ­φθούν εντελώς τα πρόσωπα λέει «Εγώ πάντως λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ... δεν έχω να σας πω τίποτε άλλο». Αφού όλα έχουν ειπωθεί, αφού όλα έχουν έρθει στο ανελέητο φως, η ηρωίδα μπορεί να γυρίσει πίσω, γνω­ρί­ζο­ντας. Άλλο θέμα αν οι απαντήσεις είναι ή όχι επαρκείς. Αυτός ο κύκλος έχει κλείσει.
Και είναι αλήθεια πως ο κύκλος με τη σειρά του έχει ως έννοια ένα καθοριστικό ρόλο στο αφήγημα. Όλα κάνουν ένα κύκλο, ξεκινούν από ένα σημείο, διαγράφουν μια μεγάλη δια­δρομή και επιστρέφουν πάλι εκεί από όπου ξεκίνησαν. Όμως δεν είναι πια τα ίδια. Η πορεία τα άλλαξε, τα έφερε μπροστά στον καθρέφτη, τα υποχρέωσε να κοιτα­χτούν στα μάτια και να δουν. Άλλωστε, για να το δούμε από μια άλλην πλευρά, η Ηρώ Νικο­πούλου είναι εικαστικός. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Σχή­ματα, αριθμοί, είδωλα, δί­δυμα στοιχεία. Η μία τέχνη γονι­μο­ποιεί την άλλη, ανοίγει δρόμους στην άλλη για ενδια­φέροντα παι­χνίδια και πλούσιες υποδηλώσεις.
Ας δούμε δύο παραδείγματα της λειτουργίας του κύκλου.
Ποια είναι η πραγματική αρχή της ιστορίας; Όλα άρχισαν πα­λιά, πρίν από χρόνια, όταν μια νέα κοπέλα ερωτεύτηκε ένα ταλαντούχο συγγραφέα καί έμεινε έγκυος από αυτόν. Είναι η φυσική μητέρα της Άρτεμης. Ο συγγραφέας αρνήθηκε την ευ­θύνη του, η κοπέλα γέννησε το μωρό αλλά σκοτώθηκε κι έτσι το μωρό δόθηκε για υιοθεσία. Η ίδια η Άρτεμη, όμως, αρχίζει να ψά­νει τη μητέρα της, όταν υποψιάζεται πως είναι έγκυος, όταν δη­λαδή αισθάνεται ότι ο ρόλος της στη ζωή αλλάζει, από κόρη θα γίνει μητέρα.
Κυκλική είναι και η δομή του έργου: ξεκινά από μία ανά­μνηση, η μικρή Άρτεμη ακούει τη μητέρα της να τη φωνάζει, ενώ παίζει, και έτσι ακριβώς κλείνει, με μία μικρή αλλά τρο­με­ρά ουσιαστική διαφορά: τότε αποκαλύπτεται η ταυτότητα των δύο ηρωίδων, τότε φαίνεται πως πρόκειται για ένα και μο­ναδικό πρόσωπο. Διασπάστηκε, ολοκληρώ­θηκε, συνένωσε τα δύο μισά του λύνοντας το αίνιγμα της μητέρας. Γι' αυτό και το­τε ακριβώς μπορεί πια να εμφανιστεί για πρώτη και μοναδική φο­ρά το άλλο πρόσωπο του γονεϊκού ζεύγους, ο πατέρας. Τώρα μπορεί να υπάρξει ως μία ενιαία ενότητα. Από το σπίτι υιοθεσίας, στο σπίτι της πραγματικής μητέρας, από το σπίτι της ζωντανής μητέ­ρας στο σπίτι της νεκρής, εκκινώντας από τον θετό μητρικό οίκο για να βρει τον οίκο της πραγματικής μη­τέρας, αφού έτσι θα μεγαλώσει και θα φτιάξει τον δικό της οίκο, θα αποκτήσει δικό της λόγο, θα λέει εγώ και όχι, χρη­σι­μο­ποιώντας μια φανταστική κατα­σκευή να μιλά για τον εαυτό της σε τρίτο πρόσωπο.
Είναι, όμως, έτσι; Όταν η πόρτα στο σπίτι της Μπριγκίτε Βίτμαν κλείνει, όταν η γυναίκα που της μιλά δεν έχει πια τι άλ­λο να πει «Την κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα σιωπηλή, στο τέ­λος είπε: ‘’Ξεχάσατε τίποτε;’’ Η φωνή της σταμάτησε περι­μένοντας απάντηση, ύστερα πρόσθεσε ‘’Εγώ πάντως λυπάμαι, αλ­λά δεν μπορώ ..., δεν έχω να σας πω τίποτε άλλο’’», τότε η γυναίκα που ρωτούσε χάνεται από την αφήγηση. Καμιά αντί­δραση δεν καταγράφεται. Η Χάρη δεν απαντά. Αλλά τώρα ξέ­ρου­με πια πως είναι η Άρτεμη που δεν άπαντα. Η συγγραφέας έχει αποκαλύψει το ψυχικό έρεβος της ηρωί­δας της. Η Άρτεμη στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου βολτάρει στη Χάγη ανε­ξήγητα, οικειοποείται τις αναμνήσεις της Χάρης, στοχάζεται με τον ίδιο τρόπο, παίρνει τις δικές της λέξεις. Είναι ένα και μονα­δικό πρόσωπο και την ίδια ώρα είναι δύο. Μέσα μας φω­λιάζει ένας άλλος. Η τρέλα, φόβος και πραγματικότητα. Τα παιδιά για να αντιμετωπί­σουν την μοναξιά φτιάχνουν ένα φαντα­στικό πρόσωπο και παίζουν μαζί του, του φορ­τώνουν τις σκα­ντα­λιές, γίνεται ο κοινωνός των παραπόνων τους. Τα μικρά κορι­τσάκια έχουν συχνά μια κούκλα που έγκυστώνει όνειρα και επιθυμίες και πόνους, η Άρτεμη έστειλε στο ταξίδι της αυτογνωσίας την κούκλα της, όπως ένα παιδί. Αν η δίδυμη αδελ­φή της νεκρής φυσικής μητέρας είχε ακόμα μια λέξη να πει, αν η Άρτεμη είχε μπορέσει να ρωτήσει, ίσως το ταξίδι να είχε τελειώσει πραγματικά. Η συγγραφέας όμως δεν πι­στεύει πως τελειώνουμε ποτέ με τα τραύματα. Ακόμα κι όταν έχουμε μά­θει πως πι­θανώς ένα παιχνίδι της τύχης μάς στέρησε από τη ζωή που θα μπορούσαμε να έχουμε. Άλλα και πάλι σίγουροι δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ, η ιστορία δεν γράφεται ποτέ σε έγκλιση δυνητική. Τότε το μόνο που μένει, αφού οι στοές που έσκα­ψαν μέσα μας τα τραύματα δεν κλείνουν ποτέ, είναι να μά­θουμε να ζούμε με αυτά, να τα διαχειριζόμαστε, να ελέγχουμε τον πόνο... Αυτά όμως υπάρχουν, ξεπετάγονται στα όνειρα τη νύχτα και στο μέσο μιας ανάμνησης οποτεδήποτε... Η Άρτεμη ενηλικιώθηκε και επέστρεψε στον κόσμο, όμως το άλλο κομμάτι του εαυτού της, το πληγωμένο παιδί που αγωνιά για τις ρί­ζες του, που θέλει να μάθει γιατί το εξέθεσαν, το απέρριψαν, δεν το αγάπησαν όσο θα ήθελε υπάρχει σε μια γωνιά της ψυχής και ξυπνάει ενίοτε για να ταξιδέψει, ελπί­ζο­ντας κάθε φορά πως αυτή τη φορά το ταξίδι θα τελειώσει, η Μπρι­γκίτε θα προσθέσει τη μία και μοναδική, την αναγκαία λέ­ξη. Γι' αυτό και η ακροτελεύτια φράση επαναφέρει το δύο που κρύβεται οδυνηρά μέσα στο ένα: η Άρτεμη κοιτάζοντας στον καθρέφτη το είδωλό της κλείνει το μάτι στη Χάρη. Το ερω­τη­ματικό που έγινε καρδούλα για να κρυφτεί, στο τέ­λος ξανάγινε ερωτηματικό.
Ευχαριστώ για την προσοχή σας
                  
 
Μαρώ Τριανταφύλλου
                                                                     

 

Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 05/24/2011 - 11:49