H Τούλα Ρεπαπή για το μυθιστόρημα "Σαν σε καθρέφτη" (ιστοσελίδα Diavasame.gr, 04-08-2008)

  

Τούλα Ρεπαπή στον ιστότοπο Diavasame.gr για το μυθιστόρημα Σαν σε καθρέφτη (εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα, 2003) 
 
 
Aντα­να­κλά­σεις ζω­ής. ή Τε­μα­χί­ζο­ντας το χρό­νο.

 

 Η Η­ρώ Νι­κο­πού­λου γεν­νή­θη­κε στην Α­θή­να. Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κή και σκη­νο­γραφί­α στην Α­νω­τά­τη Σχο­λή Κα­λών Τε­χνών. Έ­χει κά­νει πολ­λές α­το­μι­κές και ο­μα­δικές εκ­θέ­σεις στην Ελ­λά­δα και στο ε­ξω­τε­ρι­κό. Έρ­γα της βρί­σκο­νται σε ι­διωτι­κές και δη­μό­σιες συλ­λο­γές. Έ­χει δη­μο­σιεύ­σει τρεις ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές: Ο Μύ­θος του Ο­δοι­πό­ρου, Χει­με­ρι­νοί Μορ­φα­σμοί, Α­νέ­μου και τη συλ­λο­γή δι­η­γημά­των: Ο­με­λέ­τα με μα­νι­τά­ρια. Ποι­ή­μα­τα και πε­ζά της έ­χουν δη­μο­σιευ­θεί σε λογο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά.
Στο βι­βλί­ο της Σαν σε κα­θρέ­πτη, α­φη­γεί­ται τη ζω­ή δύ­ο α­δελ­φών, της Άρ­τε­μις και της Χά­ρις. Η δεύ­τε­ρη εί­ναι υ­ιο­θε­τη­μέ­νη. Η Άρ­τε­μις, με στοι­χεί­α που ή­δη έ­χει, φεύ­γει α­πό την Ελ­λά­δα με προ­ο­ρι­σμό τη Χάγη. Θέ­λει να συ­να­ντή­σει την μη­τέ­ρα της Χά­ρις και να μά­θει τους λό­γους που την ώ­θη­σαν να την δώ­σει για υ­ιο­θε­σί­α. Την ί­δια σχε­δόν στιγ­μή, η Χά­ρις α­πο­δέχε­ται την πρό­τα­ση του γρα­φεί­ου στο ο­ποί­ο ερ­γά­ζε­ται ως φω­το­γρά­φος, να με­ταβεί στη Χά­γη και να φω­το­γρα­φί­σει μια μι­κρο­γρα­φί­α πό­λε­ως την Μα­ντου­ρο­ντάμ που βρί­σκε­ται σέ­να πάρ­κο στα πε­ρί­χω­ρα της. Οι δύ­ο α­δελ­φές, βρί­σκο­νται παράλ­λη­λα στην ί­δια πό­λη, χω­ρίς η μί­α να έ­χει την ε­πί­γνω­ση της πα­ρου­σί­ας της άλ­λης. Η κά­θε μια με το δι­κό της ο­δοι­πο­ρι­κό. Η Χά­ρις για να φω­το­γρα­φί­σει την πό­λη και η Άρ­τε­μις για να α­να­κα­λύ­ψει, την ταυ­τό­τη­τα της α­δελ­φής της. Ή μήπως Άρ­τε­μις και Χά­ρις εί­ναι έ­να και το αυ­τό πρό­σω­πο; Το δι­κό μας!
Και βρίσκου­με ό­λοι την ταυ­τό­τη­τά μας;
Η Η­ρώ Νι­κο­πού­λου σε μια πιο α­πλω­μέ­νη α­φη­γη­μα­τι­κή φόρ­μα το πε­ζο­γρά­φη­μα, ασκη­μέ­νη στην οι­κο­νο­μί­α της γλώσ­σας μέ­σα α­πό την ποί­η­ση, δια­χει­ρί­ζε­ται το μέ­γε­θος των προ­τά­σε­ων που άλ­λο­τε εί­ναι μι­κρό και άλ­λο­τε με­γα­λύ­τε­ρο για να ξε­δι­πλώ­σει την ι­στο­ρί­α και να ε­μπλέ­ξει τους ή­ρω­ες προσ­δί­νο­ντας ρυθ­μό, ζω­ντά­νια και χά­ρη στο κεί­με­νο. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της γρα­φής της, εί­ναι ο πλού­τος των λέ­ξε­ων και οι ει­κό­νες που κο­σμούν την α­φή­γη­ση α­πό ε­μπνευ­σμέ­νες πα­ρο­μοιώ­σεις και πα­ραλ­λη­λι­σμούς. Ξε­κι­νά με την γέν­να του αν­θρώ­που. Η μικρή Άρ­τε­μις βγαί­νει στη ζω­ή ή στο ό­νει­ρο της ζω­ής, για να μά­θει. Για να ζή­σει. Και δια­τη­ρώ­ντας το δι­καί­ω­μα στην ε­λεύ­θε­ρη βού­λη­ση στο τέ­λος του βι­βλί­ου ξα­να­γεν­νιέ­ται στην ω­ρι­μό­τη­τα έ­χο­ντας ε­πι­λέ­ξει να έ­χει μά­θει ή ό­χι. Ό­σο εξε­λίσ­σε­ται η ι­στο­ρί­α, ε­ξε­λίσ­σε­ται και η γρα­φή. Α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται. Γί­νε­ται πιο στρω­τή. Πιο τρυ­φε­ρή. Σε βά­θος. Αυ­τό εί­ναι το δυ­να­τό ση­μεί­ο της συγ­γρα­φέως, το προς τα μέ­σα και η α­πο­τύ­πω­σής του, πά­νω στα πρό­σω­πα και σώ­μα­τα των ηρώ­ων.
Οι ή­ρω­ες κι­νού­νται μέ­σα στον χρό­νο έ­χο­ντας μι­κρή ή κα­θό­λου ε­πί­γνω­ση του πραγ­μα­τι­κού τους ε­αυ­τού και προ­έ­λευ­σης. Και υ­πο­συ­νεί­δη­τα τον εκ­δι­κού­νται για την ρευ­στό­τη­τά του. Τον φυ­λα­κί­ζουν. Τον κομ­μα­τιά­ζουν. Τον πα­γώ­νουν. Τον φω­το­γρα­φί­ζουν. Ό­μως αυ­τός γλι­στρά στο DNA τους και τους μπο­λιά­ζει. Σαν μα­ριο­νέ­τες πλέ­ον οι ή­ρω­ες ε­πα­να­λαμ­βά­νουν τα ί­δια λά­θη. Τις ί­διες ε­πι­λο­γές. Έ­τσι η Χά­ρις ζώ­ντας μέ­σα στην Τέ­χνη ό­πως η μη­τέ­ρα της, μέ­νει έ­γκυος χω­ρίς να εί­ναι σί­γου­ρη πως θέ­λει το παι­δί. Η συγ­γρα­φέ­ας α­φή­νο­ντας α­σα­φή τα πρόσω­πα των η­ρώ­ων προ­βάλ­λει την πραγ­μα­τι­κή ου­σί­α του αν­θρώ­που σαν να εί­ναι κά­τι σύν­θε­το και ό­χι ε­νιαί­ο. Α­πο­τέ­λε­σμα αυ­τού, οι ή­ρω­ες κι­νού­νται σαν να ζουν πα­ράλ­λη­λες ζω­ές, με πε­ρισ­σό­τε­ρους του ε­νός ε­αυ­τού. Α­κό­μη και τα μέ­λη από τα σώ­μα­τα τους λει­τουρ­γούν αυ­το­νο­μη­μέ­να και ξέ­χω­ρα. Σαν μι­κρές πό­λεις. Ό­πως η Μα­ντου­ρο­ντάμ. Α­πο­κομ­μέ­νη και ε­νιαί­α ταυ­τό­χρο­να. Τα α­ντι­κεί­με­να, κτή­ρια, ντου­λά­πες, ρού­χα, φθαρ­μέ­να α­πό το χρό­νο και αυ­τά α­φη­γού­νται τη δι­κή τους ζω­ή μαρ­τυ­ρώ­ντας τα μυ­στι­κά των κα­τό­χων τους. Ω­στό­σο την ση­μα­ντι­κό­τερη θέ­ση έ­χουν τα συ­ναι­σθή­μα­τα των η­ρώ­ων ό­που η συγ­γρα­φέ­ας γί­νε­ται ο κα­θρέ­πτης που τα α­ντα­να­κλά, ο­ρί­ζο­ντας συγ­χρό­νως πως μέ­σα α­πό αυ­τά γί­νε­ται το τα­ξί­δι για την α­να­ζή­τη­ση της προ­σω­πι­κής ταυ­τό­τη­τας.
Η Η­ρώ Νι­κο­πού­λου με βλέμ­μα γε­μά­το Τέ­χνη, α­γά­πη για τη ζω­ή και χω­ρίς να φο­βάται τον χρό­νο στή­νει σκη­νι­κά α­πό δια­φο­ρε­τι­κές ει­κό­νες της κοι­νω­νί­ας και α­φή­νει τους ή­ρω­ες α­πό την συμ­με­το­χή τους στο σύ­νο­λο να ε­ξε­λίσ­σο­νται και να βρί­σκουν ή ό­χι τον ε­αυ­τό τους.
 
Τού­λα Ρε­πα­πή  
Τελευταία Ανανέωση:
Παρ, 07/01/2011 - 10:59