"Η αλληλογραφία" (περ. Γραφή, 2008)

  

 Η αλληλογραφία (περ. Γραφή, 2008)

 
 
Η αλληλογραφία
 
            «Δεν μι­λάς σο­βα­ρά!»
            Η Κλειώ δεν α­πά­ντη­σε. Η Σο­φί­α συ­νέ­χι­σε, «δεν θέ­λεις βέ­βαια να πι­στέ­ψω ό­τι στην ε­πο­χή των κο­μπιού­τερ­ς, της ψη­φια­κής τε­χνο­λο­γί­ας, της η­λε­κτρο­νι­κής αλλη­λο­γρα­φί­ας και των κι­νη­τών τη­λε­φώ­νων, ε­σείς αλ­λη­λο­γρα­φεί­τε με γράμ­ματα γραμ­μέ­να στο χέ­ρι!»
            Η Κλειώ σή­κω­σε τα μά­τια και την κοί­τα­ξε, δεν πρό­λα­βε να κου­νή­σει το κε­φά­λι, η άλ­λη εί­χε ή­δη στρέ­ψει το βλέμ­μα στον κα­θρέ­φτη και διόρ­θω­νε μια τού­φα απ’ τα μαλ­λιά της. Με­τά α­πό κά­ποια δευ­τε­ρό­λε­πτα σιω­πής η Σο­φί­α εί­πε, «κα­λά και στο τη­λέ­φω­νο για­τί δεν μι­λά­τε;», χω­ρίς να πε­ρι­μέ­νει α­πά­ντη­ση, «δε σε κατα­λα­βαί­νω..., για την α­κρί­βεια πο­τέ δε σε κα­τά­λα­βα, δη­λα­δή τι πα­ρι­στά­νεις;». Έσκυ­ψε κά­πως προς το μέ­ρος της κοι­τώ­ντας την ε­πι­θε­τι­κά. «Τώ­ρα δη­λα­δή ε­σύ θε­ω­ρείς ό­τι κά­τι πα­ρι­στά­νεις; Α­ντι­στέ­κε­σαι, να πού­με, σ’ αυ­τόν το τρό­πο ζωής και προ­τεί­νεις έ­ναν άλ­λο; Α­γνο­είς τον χρό­νο, τις ε­φευ­ρέ­σεις των αν­θρώπων, την ι­στο­ρί­α, τους έ­χεις ό­λους χε­σμέ­νους;». Έ­νιω­θε τη σιω­πή της Κλειώς να την αμ­φι­σβη­τεί με τον πιο ε­πι­κίν­δυ­νο τρό­πο, συ­νέ­χι­σε ε­ρε­θι­σμέ­νη α­πό τα ί­δια της τα λό­για, «και κα­λά τι εί­δους σχέ­ση εί­ναι αυ­τή; Πώς θα κα­τα­λά­βεις αν σου ται­ριά­ζει, αμ’ χω­ρίς τη κα­θη­με­ρι­νή τρι­βή κο­ρι­τσά­κι, δεν μα­θαί­νεις τον άλ­λο».
            Το πρό­σω­πο της Κλειώς φω­τί­στη­κε α­πό έ­να μυ­στη­ριώ­δες χα­μό­γε­λο πριν α­πα­ντή­σει, «…αυ­τό πά­ντως το ξέ­ρω, και μά­λι­στα πο­λύ κα­λά», τέ­ντω­σε τη φω­νή της να φτά­σει μέ­χρι τα φορ­τω­μέ­να με βα­ριά σκου­λα­ρί­κια αυ­τιά της α­δελ­φής της.
            «Πώς;» τη ρώ­τη­σε κο­φτά η Σο­φί­α, σαν να τής έ­κα­νε πα­ρα­χώ­ρη­ση.
            «Να, α­πό τα γράμ­μα­τα, αυ­τά που μου γρά­φει εί­ναι τό­σο κο­ντά σ’ αυ­τά που πι­στεύ­ω, που ελ­πί­ζω, αλ­λά και στ’ άλ­λα που φο­βά­μαι και ξέ­ρω πως δεν θα ’ρθουν πο­τέ». Το βλέμ­μα της ό­σο μι­λού­σε γύ­ρι­ζε ό­λο προς τα μέ­σα, έ­κλει­νε. «Τα πε­ρι­μέ­νω τα γράμ­μα­τά του ό­σο τί­ποτ’ άλ­λο, εί­ναι για μέ­να χα­ρά, πα­ρη­γο­ριά, έ­νας άν­θρω­πος που ε­πι­τέ­λους με κα­τα­λα­βαί­νει, έ­νας που με νοιά­ζε­ται με τον τρό­πο που ε­γώ εν­νο­ώ...» η φω­νή της κο­ντο­στά­θη­κε κι ύ­στε­ρα της α­ντι­γύ­ρι­σε κα­θυ­στε­ρη­μέ­να «κι ε­γώ δεν σε κα­τά­λα­βα πο­τέ» και τα μά­τια της Κλειώς α­ναδύ­θη­καν με το φα­κό να στε­νεύ­ει σα γά­τας σε ξαφ­νι­κό φως. Οι δυο κο­πέ­λες σπά­νια ε­πέ­τρε­παν η μια στην άλ­λη την ο­πτι­κή ε­πα­φή κα­τά­μα­τα, και δεν θυ­μό­ντου­σαν, κά­θε μια για λο­γα­ρια­σμό της χω­ρίς πο­τέ να το έ­χουν συ­ζη­τή­σει, ποια το ξεκί­νη­σε ό­λο αυ­τό, γε­γο­νός πά­ντως ή­ταν ό­τι κοι­τα­ζό­ντου­σαν ε­λά­χι­στα. Ω­στό­σο τώ­ρα η Σο­φί­α βρέ­θη­κε α­προ­ε­τοί­μα­στη και το στε­νε­μέ­νο βλέμ­μα της Κλειώς έτσι ό­πως α­να­δύ­θη­κε απ’ τα σκο­τά­δια, τής τρύ­πη­σε τον αμ­φι­βλη­στρο­ει­δή.
            «Μπο­ρώ του­λά­χι­στον να δω κα­μιά φω­το­γρα­φί­α του; »
            Η Κλειώ ε­ντό­πι­σε μια μι­κρή τρύ­πα στο καλ­τσόν της και βάλ­θη­κε να τη με­γα­λώνει στρι­φο­γυρ­νώ­ντας αρ­γά το μι­κρό της δά­χτυ­λο. Η Σο­φί­α τής έ­ρι­ξε έ­να βλέμμα κο­κτέ­ιλ α­πο­ρί­ας και α­πο­γο­ή­τευ­σης. «Mου κρύ­βεις κά­τι;»
            «Δεν έ­χω..., φω­το­γρα­φί­α του δεν έ­χω, δεν μου έ­στει­λε πο­τέ και ε­γώ δεν χρειά­στη­κα να του ζη­τή­σω».
«Δεν χρειά­στη­κες να του ζη­τή­σεις; Πώς το εν­νο­είς πά­λι αυ­τό;» Τα βλέ­φα­ρα της Κλειώς πε­τά­ρι­σαν με τον τρό­πο που η Σο­φί­α ή­ξε­ρε πο­λύ κα­λά α­πό παι­δί κι ας μη την κοι­τού­σε συ­χνά κα­τά­μα­τα, έ­λε­γε μέ­χρις ε­δώ ή­ταν, κά­τω τα ρο­λά, ο χρόνος σας έ­λη­ξε, ό­τι κα­τα­λά­βα­τε-κα­τα­λά­βα­τε. Στοπ. «Θα ’ρθεις την Κυ­ρια­κή για φα­γη­τό, η θεί­α θα φτιά­ξει σπα­να­κό­πι­τα». Η Κλειώ μουρ­μού­ρι­σε κά­τι που η Σοφί­α δεν μπή­κε στον κό­πο να α­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σει, η συ­ζή­τη­ση εί­χε τε­λειώ­σει. Φίλη­σε την α­δελ­φή της με ό­ση τρυ­φε­ρό­τη­τα της ε­πέ­τρε­παν τα κου­ρα­σμέ­να της νεύ­ρα κι έ­φυ­γε.
            Ό­λα τα ε­πό­με­να πρω­ι­νά βρή­καν την Κλειώ να κλαί­ει α­πα­ρη­γό­ρη­τη πά­νω α­πό το νε­ρο­χύ­τη. Τα δά­κρυά της α­ραί­ω­ναν την ξε­ρα­μέ­νη, του­λά­χι­στον μιας ε­βδο­μά­δας, σάλ­τσα στα ά­πλυ­τα πιά­τα. Ού­τε και σή­με­ρα χτύ­πη­σε ο τα­χυ­δρό­μος το κου­δούνι της. Έ­βα­ζε με το μυα­λό της ό­λα τα κα­κά που ή­ξε­ρε, που ά­κου­γε στις ει­δή­σεις, που της έ­λε­γαν οι γύ­ρω της πως πρέ­πει να προ­σέ­χει, ό­λα τα σκέ­φτη­κε για να τον δι­καιο­λο­γή­σει, ό­μως της λεί­πα­νε τα τρυ­φε­ρά του λό­για στο χαρ­τί που πάντα μύ­ρι­ζε ρο­δά­κι­νο –πώς έ­μα­θε ο κα­λός της ό­τι το ά­ρω­μά της ή­ταν το ρο­δάκι­νο;- ό­ταν ά­νοι­γε ο φά­κε­λος και το δω­μά­τιο γέ­μι­ζε α­γρούς, βε­βαιω­νό­ταν πως ναι, σω­στά έ­χει κα­τα­λά­βει, αυ­τός εί­ναι το άλ­λο της μι­σό, ο ά­ντρας της ζω­ής της.
            Πέ­ρα­σε μια ο­λό­κλη­ρη βδο­μά­δα. Η Κλειώ ή­ταν κλει­σμέ­νη, τις λί­γες φο­ρές που χτύ­πη­σε το τη­λέ­φω­νο δεν το σή­κω­σε, ή­ταν πο­λύ α­πα­σχο­λη­μέ­νη. Έ­γρα­φε στον α­γαπη­μέ­νο της έ­να με­γά­λο γράμ­μα.
            Δευ­τέ­ρα πρω­ί χτύ­πη­σε το θυ­ρο­τη­λέ­φω­νο, α­νοίξ­τε, τα­χυ­δρό­μος. Η φω­νή του την ε­πα­νέ­φε­ρε κά­πως στις δια­στά­σεις του χώ­ρου. Ώ­στε ξη­μέ­ρω­σε λοι­πόν, και δεν βρέ­χει ό­πως νό­μι­ζα, ποιος εί­πε; Τα­χυ­δρό­μος; Α΄..., α’... ο τα­χυ­δρό­μος! Κα­τέ­βηκε λα­χα­νια­στά τις στρι­φτές σκά­λες της προ­πο­λε­μι­κής πο­λυ­κα­τοι­κί­ας. Ό­ταν τις ξα­να­νέ­βαι­νε εί­χε σφι­χτά πά­νω στο στή­θος της το πο­λυ­πό­θη­το γράμ­μα. Το άνοι­ξε με χέ­ρια που έ­τρε­μαν, το ρο­δά­κι­νο χύ­θη­κε και την έ­λου­σε, έ­κλει­σε τα μά­τια, ρού­φη­ξε βα­θιά μεσ΄ στα πνευ­μό­νια της το σκο­τω­μέ­νο α­έ­ρα του δω­μα­τί­ου, την κλει­σού­ρα που άν­θι­σε α­πρό­ο­πτα. Δεν βια­ζό­ταν, εί­χε ό­λο το χρό­νο μπροστά της για να το δια­βά­σει, να το μα­λά­ξει, να πι­πι­λί­σει την κά­θε του λέ­ξη, να γε­μί­σει το στό­μα της με τα λό­για του, το σώ­μα της με τα χά­δια του, η καρ­διά της με την καρ­διά του. Αρ­γά το με­ση­μέ­ρι α­φού έ­πλυ­νε τα πιά­τα, μα­γεί­ρε­ψε, χό­ρεψε κι έ­φα­γε, κά­θι­σε να το δια­βά­σει.
            «Α­γά­πη μου που τό­σο μου λεί­πεις, α­γά­πη μου ξε­ρο­κέ­φα­λη κι ε­πί­μο­νη, α­γά­πη μου που θέ­λω να σε σφί­ξω πά­νω μου κι ε­σύ ό­λο πε­τάς, μου ξε­γλι­στράς και φεύ­γεις, α­γά­πη μου που το ά­ρω­μά σου με ξα­γρυ­πνά τις νύ­χτες, τώ­ρα που τα μπου­μπούκια ξη­με­ρώ­νουν φω­τά­κια στον ύ­πνο σου και κλέ­βουν την σκιά σου.....» Η Κλειώ έπι­νε, κι έ­πι­νε. Και με­θού­σε.
            Ώ­σπου σε μια στιγ­μή κο­κά­λω­σε. Έ­μει­νε για ώ­ρα να κρα­τά το χαρ­τί κου­ρέ­λι στα χέ­ρια της. Μια κραυ­γή στρι­μω­χνό­ταν στο στή­θος της, αλ­λά την έ­σπρω­ξε πί­σω. Πή­γαν να της α­νέ­βουν δά­κρυα στα μά­τια αλ­λά τα ’διω­ξε, δεν εί­χε χρό­νο, δεν έχω χρό­νο, έ­πρε­πε να βια­στεί, πρέ­πει να βια­στώ, η κα­τά­στα­ση α­παι­τού­σε ά­με­ση α­ντί­δρα­ση, η κα­τά­στα­ση α­παι­τεί ά­με­ση δρά­ση! Τώ­ρα πριν με πά­ρει α­πό κά­τω, τώρα, τώ­ρα, ψι­θύ­ρι­ζε. Α­κού­μπη­σε το γράμ­μα πά­νω στο τρα­πέ­ζι της κου­ζί­νας, δεν το ξα­να­διά­βα­σε, μια φο­ρά ή­ταν αρ­κε­τή. Πή­γε στην κρε­βα­το­κά­μα­ρα, ά­νοι­ξε την ντου­λά­πα κι άρ­χι­σε να δο­κι­μά­ζει τα ρού­χα της.
 
            Η Σο­φί­α ή­ταν συ­νη­θι­σμέ­νη α­πό τις α­που­σί­ες της Κλειώς, με­τά α­πό δέ­κα μέ­ρες ό­μως που εί­χαν να μι­λή­σουν άρ­χι­σε να α­νη­συ­χεί. Κά­θε προ­σπά­θεια α­πό το τηλέ­φω­νο ή­ταν κα­τα­δι­κα­σμέ­νη, ή­ξε­ρε κα­λά την α­δελ­φή της, ό­ταν κλει­νό­ταν έ­κλει­νε και η τη­λε­φω­νι­κή ε­πι­κοι­νω­νί­α με το έ­ξω κό­σμο. Κα­νό­νι­σε να πε­τα­χτεί μετά το γρα­φεί­ο.
            Α­νε­βαί­νο­ντας τη στρι­φο­γυ­ρι­στή σκά­λα της προ­πο­λε­μι­κής πο­λυ­κα­τοι­κί­ας βλα­στή­μη­σε το α­σαν­σέρ που δεν υ­πήρ­χε και την μπό­χα που της πλά­κω­σε τα πνευμό­νια. Πώς ζει ε­δώ μέ­σα; Χτύ­πη­σε, ξα­να­χτύ­πη­σε, «Κλειώ..., ε­γώ εί­μαι ά­νοι­ξε, σταμά­τα την πλά­κα, το κρυ­φτό τε­λεί­ω­σε». Πε­ρί­με­νε λί­γο, ύ­στε­ρα πά­λι πιο δυ­να­τά, «Κλειώ..., σου λέ­ω κό­φτο, έ­λα ά­νοι­ξε,… έ­λα ρε κού­κλα μου, μη με σκας, Κλειώ...» Μαύ­ροι δια­βό­λοι ζώ­σα­νε τη Σο­φί­α, που χω­ρίς α­πο­λύ­τως προ­φα­νή λό­γο, άρ­χι­σε να βρο­ντά­ει δυ­να­τά την πόρ­τα. Ο δια­χει­ρι­στής, σκέ­φτη­κε, αυ­τός θα έ­χει το α­ντικλεί­δι, του εί­χα πει να το κρα­τή­σει για ώ­ρα α­νά­γκης, κου­τρου­βά­λη­σε τις σκάλες μέ­χρι τον πρώ­το και τις ξα­να­νέ­βη­κε μα­ζί με τον η­λι­κιω­μέ­νο ά­ντρα, χω­ρίς βρι­σιές και με την ψυ­χή να τρέ­μει.
            Το δω­μά­τιο α­νέ­δι­δε μια μυ­ρω­διά κλει­σού­ρας και α­πο­σύν­θε­σης σά­πιου φρούτου. Μια κα­ρέ­κλα ή­ταν πε­σμέ­νη. Μάλ­λον α­πό τη κλω­τσιά, τής εί­χε βγει το έ­να παπού­τσι, μοβ γό­βα βε­λού­δι­νη. Α­σορ­τί μοβ βε­λού­δο και η ζώ­νη στο λαι­μό. Το φόρε­μα να αιω­ρεί­ται στο τα­βά­νι, σ’ έ­να α­πα­λό ρο­δα­κι­νί της πρώ­της ά­νοι­ξης φρε­σκο­σι­δε­ρω­μέ­νο. Και η Κλειώ κλει­σμέ­νη μέ­σα του, ώ­ρι­μο φρού­το του χρό­νου, έξω α­πό την ι­στο­ρί­α πια.
            Ο δια­χει­ρι­στής ξέ­μει­νε κά­μπο­ση ώ­ρα με το στό­μα α­νοι­χτό, με­τά κοί­τα­ξε την μαρ­μα­ρω­μέ­νη Σο­φί­α. «Κά­τι πρέ­πει να κά­νου­με», εί­πε, «πά­ω να φω­νά­ξω βο­ή­θεια, το 166, την α­στυ­νο­μί­α, το ε­κα­τό». Δεν του α­πά­ντη­σε, την έ­βα­λε να κα­θί­σει στην άλλη κα­ρέ­κλα. Πά­νω στο τρα­πέ­ζι υ­πήρ­χε έ­νας φά­κε­λος με τη διεύ­θυν­ση και το ονο­μα­τε­πώ­νυ­μο της Κλειώς, εί­χε προ­χθε­σι­νή σφρα­γί­δα τα­χυ­δρο­μεί­ου, δί­πλα του έ­να στρα­πα­τσα­ρι­σμέ­νο γράμ­μα.
            Ό­ταν η Σο­φί­α έ­μει­νε μό­νη της, πή­ρε να το δια­βά­σει, α­να­γνώ­ρι­σε τον στρα­μπουλιγ­μέ­νο γρα­φι­κό χα­ρα­κτή­ρα της α­δελ­φής της.
            «Α­γά­πη μου που τό­σο μου λεί­πεις, α­γά­πη μου ξε­ρο­κέ­φα­λη κι ε­πί­μο­νη, α­γά­πη μου που θέ­λω να σε σφί­ξω πά­νω μου κι ε­σύ ό­λο πε­τάς, μου ξε­γλι­στράς και φεύ­γεις, α­γά­πη μου που το ά­ρω­μά σου με ξα­γρυ­πνά τις νύ­χτες, τώ­ρα που τα μπου­μπούκια ξη­με­ρώ­νουν φω­τά­κια…»
            και πιο κά­τω,
            «...εί­σαι ε­πί­μο­νη και ξε­ρο­κέ­φα­λη και δεν ξέ­ρω τι να κά­νω, για­τί να μη συ­να­ντη­θού­με, ό­χι α­μέ­σως ί­σως, αλ­λά κά­πο­τε, ε­σύ ό­μως τί­πο­τε, α­πό ό­χι σε α­πο­κλεί­εται με πας, γι’ αυ­τό κι ε­γώ δεν μπο­ρώ να συ­νε­χί­σω έ­τσι, μα­κριά σου και φεύ­γω για πά­ντα, ξέ­ρεις ε­σύ που να με συ­να­ντή­σεις, ά­μα θέ­λεις ξέ­ρεις...»
Ηαλληλογραφία (περ. Γραφή, 2008)
 
Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 05/24/2011 - 20:06