Η κούκλα (περ. Εμβόλιμον τχ. 49-50, Δεκέμβριος 2003)

  

  Η κούκλα (περ. Εμβόλιμον τχ. 49-50, Δεκέμβριος 2003)

 
Η κούκλα
 
 
Τώ­ρα θα έ­κα­νε το ο­κτώ, θα προ­σπα­θού­σε μά­λι­στα να το πει και α­να­κα­τε­μέ­να, πέντε ο­κτώ για πα­ρά­δειγ­μα, για να δού­με, ναι, σα­ρά­ντα και με­τά το εν­νιά και τέλος για σή­με­ρα. Ω­ραί­α, η προ­παί­δεια κό­ντευε να τε­λειώ­σει. Την τα­λαι­πω­ρούσε πο­λύ αυ­τή η κα­θη­με­ρι­νή ε­πα­νά­λη­ψη, ι­διαί­τε­ρα οι με­γά­λοι α­ριθ­μοί, ό­σο μεγά­λω­ναν τα νού­με­ρα τό­σο πιο μι­κρή κι α­νί­σχυ­ρη έ­νιω­θε μπρο­στά τους. Ό­ταν ήταν ο κα­θέ­νας μό­νος του δεν εί­χε πρό­βλη­μα να τον προ­σθέ­σει, να τον α­φαι­ρέ­σει, α­κό­μη και να τον διαι­ρέ­σει, με τον πολ­λα­πλα­σια­σμό ό­μως κά­τι συ­νέ­βαι­νε, κά­τι γι­νό­ταν στο κε­φά­λι της. Τα μπέρ­δευε τό­σο, που πολ­λές φο­ρές ε­πι­στρά­τευε την πρό­σθε­ση ή στα με­γά­λα ζό­ρια, α­κό­μη και συν­δυα­σμό πρό­σθε­σης με α­φαίρε­ση, για να τα κα­τα­φέ­ρει. Τέ­λος πά­ντων, δεν γι­νό­ταν να α­πο­φύ­γει αυ­τό το καθη­με­ρι­νό μαρ­τύ­ριο, ού­τε το κα­λο­καί­ρι, κυ­ρί­ως τό­τε, η μη­τέ­ρα της ή­ταν α­διάλ­λα­κτη σ’ αυ­τό. Αλ­λά και ο πα­τέ­ρας της, που γε­νι­κά ή­ταν πιο μπό­σι­κος, ως πιο ασφα­λής, (ή πιο α­διά­φο­ρος;) και ό­λο συ­χνό­τε­ρα α­φη­ρη­μέ­νος, και που η πα­ρέμ­βασή του πά­ντα κά­τι κα­τά­φερ­νε να γλι­τώ­σει α­πό τις αυ­στη­ρές μη­τρι­κές νου­θε­σίες, σ’ αυ­τό το θέ­μα της προ­παί­δειας ή­ταν κι αυ­τός α­πό­λυ­τος. Λες και ό­λη η μα­θη­τεί­α στο σχο­λεί­ο συ­νο­ψι­ζό­ταν στο κε­φά­λαιο προ­παί­δεια. Λες και ό­λη η ζω­ή ε­νός αν­θρώ­που ή­ταν στη­μέ­νη σε πολ­λα­πλά­σια του έ­να, του δύ­ο, του τρί­α. Στο μυα­λό της, οι α­ριθ­μοί πολ­λα­πλα­σια­σμέ­νοι φά­ντα­ζαν σαν ε­κα­το­ντά­δες ε­κατομ­μύ­ρια μυρ­μή­γκια, που πη­γαι­νο­έρ­χο­νταν με με­γά­λη τα­χύ­τη­τα, α­στα­μά­τη­τα κι ε­κεί­νη, λέ­ει, έ­πρε­πε να βρει α­κρι­βώς πό­σα εί­ναι χω­ρίς να τα με­τρή­σει, έ­πρε­πε α­πλώς να τα μα­ντέ­ψει με έ­να μα­γι­κό τρό­πο.
            Της πή­ρε τε­λι­κά πε­ρισ­σό­τε­ρο απ’ ό­τι φα­ντα­ζό­ταν, πο­τέ δεν μπο­ρού­σε να υπο­λο­γί­σει σω­στά το χρό­νο, πό­σο μάλ­λον ό­ταν ε­πρό­κει­το για το διά­βα­σμα της κα­τα­ρα­μέ­νης της προ­παί­δειας. Εί­χε πια σου­ρου­πώ­σει. Οι φω­νές των παι­διών έφτα­ναν α­ναι­μι­κές α­να­κα­τε­μέ­νες με το ά­ρω­μα του για­σε­μιού ως το δω­μά­τιο. Θα μπο­ρού­σε να κα­τέ­βει, έ­στω και τώ­ρα, για να παί­ξει μα­ζί τους, αλ­λά το παι­χνί­δι θα κο­βό­ταν γρή­γο­ρα α­πό το λυγ­μό στις τσι­ρι­χτές, κου­ρα­σμέ­νες φω­νές των μα­μά­δων, Γιαν­νά­α­α­κη, Κω­στά­α­α­κη. Ο λυγ­μός αυ­τός έ­κα­νε τα παι­διά να πα­ρα­τεί­νουν σα­δι­στι­κά το παι­χνί­δι τους α­κό­μα κι ό­ταν ή­ταν κου­ρα­σμέ­να α­πό ώ­ρα, ακό­μα κι αν τον πε­ρί­με­ναν σαν το κα­λύ­τε­ρο άλ­λο­θι για να γλι­τώ­σουν α­πό ει­δών-ει­δών μι­κρές αγ­γα­ρεί­ες, ό­πως α­πό το να τα φυ­λά­ξουν, ας πού­με, στο σκο­τά­δι αν ή­ταν η σει­ρά τους και ντρε­πό­ντου­σαν να το ο­μο­λο­γή­σουν. Παρ’ ό­λα αυ­τά δεν έ­φευ­γαν α­μέ­σως, ή­θε­λαν και δεύ­τε­ρο λυγ­μό και τρί­το να α­ντη­χή­σει μεσ’ το νυ­χτω­μέ­νο δρό­μο, ή­θε­λαν ό­λη την ε­νέρ­γεια της μά­νας, να την ρου­φή­ξουν με ό­ποιο τρό­πο μπο­ρού­σαν κά­θε φο­ρά Υ­πήρ­χαν ό­μως και κά­ποια παι­δά­κια, λί­γα, που έ­σπευ­δαν να φύ­γουν α­μέ­σως, σαν βια­στι­κά, σαν φο­βι­σμέ­να, μέσ’ στην ε­νοχή. Ποια ε­νο­χή, για ποιο πράγ­μα, δεν ή­ξε­ραν. Πά­ντως ή­ταν ε­νο­χή αυ­τό που ρό­διζε στα τρυ­φε­ρά τους μά­γου­λα ό­ταν γύ­ρι­ζαν α­πό το παι­χνί­δι, ε­νο­χή κι ό­χι α­ναψο­κοκ­κί­νι­σμα ό­πως το ερ­μή­νευαν οι με­γά­λοι. Η Άρ­τε­μις δεν σκέ­φτη­κε τό­τε ακρι­βώς ό­λα αυ­τά, πά­ντως ση­μα­σί­α έ­χει ό­τι κα­τέ­λη­ξε, στο, ά­στο να μέ­νει κα­λύ­τερα.
            Κοί­τα­ξε τρι­γύ­ρω το δω­μά­τιο. Θα μπο­ρού­σε να παί­ξει βώ­λους στο χα­λί. Εί­χε βρει έ­να τρό­πο να κά­νει με το δά­χτυ­λο μι­κρές λακ­κού­βες στο πα­χύ πορ­το­κα­λί του πέ­λος και έ­ρι­χνε ε­κεί μέ­σα τους γυά­λι­νους βώ­λους της, ό­μως α­μέ­σως μό­λις το σκέ­φτη­κε βα­ρέ­θη­κε, πού να τρα­βιέ­ται τώ­ρα στο πά­τω­μα και, κυ­ρί­ως, πού να α­κού­ει με­τά τις φω­νές της μα­μάς, που σί­γου­ρα θα τη μά­λω­νε για­τί εί­χε κά­νει χτες μπά­νιο, άλ­λω­στε οι βώ­λοι θέ­λουν δύ­ο παί­κτες.
            Κοί­τα­ξε με το πλά­ι του μα­τιού τις κού­κλες της. Δεν έ­παι­ζε συ­χνά μα­ζί τους. Δεν το εί­χε κα­τα­λά­βει μέ­χρι που της το ε­πε­σή­μα­νε η φί­λη της η Ε­λε­νί­τσα. Η Ελε­νί­τσα έ­με­νε με τους γο­νείς της στο πί­σω μέ­ρος του διώ­ρο­φου σπι­τιού, κι αυ­τοί με νοί­κι, μό­νο που κα­τέ­βαι­ναν σκα­λιά για να μπουν στο σπί­τι, ή­ταν κά­τι σαν υ­πό­γειο αλ­λά με ό­λο τον κή­πο μπρο­στά τους. Πά­ντως η Άρ­τε­μις εί­χε κα­ταλά­βει πως ή­ταν φτω­χό­τε­ροι α­φού έ­με­ναν σε πιο χα­μη­λό μέ­ρος απ’ ό­τι αυ­τή κι έ­τσι έ­πρε­πε να εί­ναι προ­σε­κτι­κή και ευ­γε­νι­κή μα­ζί τους και κυ­ρί­ως με την Ε­λε­νί­τσα, η μα­μά της την εί­χε προ­ει­δο­ποι­ή­σει σχε­τι­κά μ’ αυ­τό. Η Ε­λέ­νη ή­ταν έ­να κα­τά­ξαν­θο κο­ρί­τσι έ­να χρό­νο μι­κρό­τε­ρό της, με ή­συ­χα γα­λα­νά μά­τια και στρογ­γυ­λό πρό­σω­πο. Δεν πρέ­πει να εί­χε πολ­λές κού­κλες απ’ ό­τι συ­μπέ­ραινε η Άρ­τε­μις ή τέ­λος πά­ντων ό­χι τό­σο ω­ραί­ες, για­τί κά­θε φο­ρά που παί­ζα­νε έμοια­ζε συ­νε­παρ­μέ­νη τό­σο πο­λύ α­πό την κού­κλα που ξε­χνού­σε σχε­δόν την πα­ρουσί­α της φί­λης της. Η Άρ­τε­μις πα­ρα­ξε­νευό­ταν πο­λύ και δεν προ­λά­βαι­νε να θυμώ­σει. Πα­ρα­τη­ρού­σε τον τρό­πο που εί­χε το μι­κρό κο­ρί­τσι α­πέ­να­ντι στο παι­χνί­δι. Οι κι­νή­σεις του ή­ταν α­πα­λές, προ­σε­κτι­κές έ­παιρ­νε α­γκα­λιά την κού­κλα και της μουρ­μού­ρι­ζε τρυ­φε­ρά, ύ­στε­ρα έ­λε­γε πως τώ­ρα έ­πρε­πε να της αλ­λά­ξουν ρού­χα, με­τά πως ή­ταν η ώ­ρα να της χτε­νί­σουν τα μαλ­λιά. Η Άρ­τε­μις α­κο­λου­θού­σε και προ­σπα­θού­σε να αι­σθαν­θεί κι αυ­τή την ί­δια χα­ρά που έ­βλε­πε να λά­μπει στα μά­τια της Ε­λε­νί­τσας. Μό­νο μα­ζί της έ­παι­ζε με τις κού­κλες, πά­ντα ε­κείνη ή­ταν που το πρό­τει­νε. Η Άρ­τε­μις συ­νή­θως πρό­τει­νε κυ­νη­γη­τό, κρυ­φτό, κλέφτες κι α­στυ­νό­μους, και ε­πει­δή α­ντι­πα­θού­σε τους α­στυ­νό­μους αλ­λά δεν της άρε­σε να εί­ναι και με τους κλέ­φτες, έ­κα­ναν πα­ραλ­λα­γή, κα­ου­μπό­η­δες και Ιν­διά­νους, ε­κεί δεν υ­πήρ­χε δί­λημ­μα, ή­ταν με τους Ιν­διά­νους. Ό­μως αυ­τά τα έ­παι­ζε με τα άλ­λα παι­διά της γει­το­νιάς, για­τί η μι­κρή Ε­λέ­νη φο­βό­ταν τα πολ­λά α­νοίγμα­τα σε νέ­ες ε­μπει­ρί­ες και γε­νι­κώς, έ­παι­ζε ε­ντέ­λει μό­νο κού­κλες.
            Η Άρ­τε­μις πή­ρε στα χέ­ρια της την πιο α­γα­πη­μέ­νη της κού­κλα. Ή­ταν μια λευ­κοφο­ρε­μέ­νη με κοκ­κι­νω­πές μπού­κλες και πέ­πλο, μια νύ­φη. Ό­ταν την εί­χε πρω­το­δεί στη βι­τρί­να την ε­ρω­τεύ­τη­κε α­μέ­σως. Το φό­ρε­μά της ή­ταν α­φρά­το και κολ­λαρι­στό. Την σκε­φτό­ταν για μέ­ρες, μέ­χρι που τε­λι­κά ζή­τη­σε α­πό την μη­τέ­ρα της να της την πά­ρει. Με την πρώ­τη ευ­και­ρί­α κά­ποιας γιορ­τής, η ζα­χα­ρω­τή κού­κλα βρέ­θη­κε στην α­γκα­λιά της. Την α­γα­πού­σε πιο πο­λύ απ’ ό­λες. Κα­θό­ταν με τις ώρες και την χά­ζευε, της έ­στρω­νε να ρού­χα μην τσα­λα­κω­θούν, θαύ­μα­ζε τα ό­μορ­φα χρώ­μα­τά της, ό­μως δεν έ­παι­ζε μα­ζί της. Την εί­χε πε­ρισ­σό­τε­ρο σαν φί­λη, σαν ισό­τι­μη, ί­σως και κά­τι πα­ρα­πά­νω, θα ’θε­λε να εί­ναι κά­πο­τε κι αυ­τή τό­σο ό­μορφη, της μι­λού­σε σο­βα­ρά, φα­ντα­ζό­ταν διά­φο­ρα, ό­λα α­πό μα­κριά χω­ρίς να την πολυαγ­γί­ζει. Δεν έ­γι­νε πο­τέ το μω­ρό της, ό­πως εί­χε α­κού­σει να λέ­νε άλ­λα κο­ρι­τσά­κια της η­λι­κί­ας της για τις κού­κλες τους, δεν την χτέ­νι­σε, δεν την τά­ι­σε πο­τέ. Ό­χι, δεν γι­νό­ταν ού­τε και τώ­ρα να παί­ξει και μά­λι­στα μό­νη της, ί­σως η Ελε­νί­τσα να έ­βρι­σκε τρό­πους, η Άρ­τε­μις ό­μως δεν ή­ξε­ρε πως. Την τα­χτο­ποί­η­σε προ­σε­κτι­κά στο ρά­φι. Πή­ρε μια άλ­λη με κα­ρό ροζ φό­ρε­μα και κα­στα­νά μα­κριά μαλλιά. Της φά­νη­κε ό­τι ί­σως κά­τι κα­τά­φερ­νε μ’ αυ­τή.
            Άρ­χι­σε να την χτε­νί­ζει, δο­κί­μα­σε να της μι­λή­σει. Της άλ­λα­ξε τα ρού­χα, της φό­ρε­σε έ­να νυ­χτι­κό, ύ­στε­ρα την ξά­πλω­σε στην α­γκα­λιά της, ό­πως εί­χε δει να κάνει η φί­λη της και άρ­χι­σε να την τα­ΐ­ζει τά­χα γά­λα, πή­ρε για μπι­μπε­ρό το καπά­κι α­πό έ­να στυ­λό. Στην αρ­χή ή­ταν υ­πο­μο­νε­τι­κή, της ε­ξη­γού­σε πως έ­πρε­πε να φά­ει ό­λο το φα­ΐ της για­τί… για­τί… έ­πρε­πε. Έ­λα ά­νοι­ξε το στο­μα­τά­κι, έ­λα, …έ­λα λοι­πόν,… ά­νοι­ξε το στό­μα σου, ε­πέ­μει­νε και η φω­νή της άρ­πα­ξε λί­γο στο λοι­πόν, έ­λα ά­νοι­ξέ το ντε, …θα το α­νοί­ξεις; ε; θα τ’ α­νοί­ξεις; έ­λα λοι­πόν… δεν το ανοί­γεις; τώ­ρα θα δεις, φώ­να­ξε πιο δυ­να­τά, πέ­τα­ξε νευ­ρια­σμέ­νη το λευ­κό κα­πάκι του στυ­λό και πή­ρε έ­να άλ­λο α­ση­μί, που η ά­κρη του μπρο­στά εί­χε αρ­χί­σει να σκου­ριά­ζει κι έ­μοια­ζε σαν α­λα­το­πι­πε­ριέ­ρα, έ­τσι το φα­ντά­στη­κε, έ­τσι το βά­φτι­σε. Άρ­χι­σε να μπή­γει με δύ­να­μη το κα­πά­κι στο κλει­στό στό­μα της κού­κλας, το χτυ­πού­σε κά­θε φο­ρά και πιο δυ­να­τά. Εί­χε α­σπρί­σει, οι φλέ­βες του λαι­μού εί­χαν πε­τα­χτεί, φώ­να­ζε, …δεν τ’ α­νοί­γεις ε; να για να μά­θεις, πι­πέ­ρι πι­πέρι… α­κούς, πι­πέ­ρι, δεν τρως, ε; να για να μά­θεις, ούρ­λια­ξε, κι έ­μοια­ζε η ί­δια της η έ­ντα­ση να την τρο­φο­δο­τεί, να την με­θά­ει, με ποιόν μι­λού­σε; Δεν σε θέ­λω, τ’ α­κούς, δεν σε θέ­λω… Πέ­τα­ξε το κα­πά­κι κι άρ­χι­σε να χτυ­πά με το χέ­ρι την κού­κλα δυ­να­τά πα­ντού, με πα­ρο­ξυ­σμό, το χέ­ρι της πρή­στη­κε, ύ­στε­ρα δεν της αρ­κού­σε ού­τε αυ­τό, την κο­πά­να­γε πά­νω στο ξύ­λο του κρε­βα­τιού ό­λο και πιο δυ­να­τά, ό­λο και πιο γρή­γο­ρα, η κορ­δέ­λα των μαλ­λιών της πε­τά­χτη­κε πέ­ρα, τα μά­τια της έ­τσου­ζαν, κύ­λη­σαν τα πρώ­τα δά­κρυα, το μι­κρό της σώ­μα πη­γαι­νο­έρ­χο­νταν μανια­σμέ­νο, πέ­τα­ξε την κού­κλα μα­κριά, χτύ­πη­σε με πά­τα­γο στην πόρ­τα, σω­ριά­στη­κε στο κρε­βά­τι κι άρ­χι­σε να κλαί­ει με λυγ­μούς.
           
            Πολ­λά χρό­νια με­τά, βρί­σκε­ται κου­κου­λω­μέ­νη ως πά­νω, σ’ έ­να άλ­λο κρε­βά­τι. Το σώ­μα της τρα­ντά­ζε­ται ο­λό­κλη­ρο απ’ την προ­σπά­θεια να κρα­τη­θεί, για­τί να κρα­τη­θεί; τι να κρα­τή­σει;
            Μό­λις η νο­σο­κό­μα κλεί­νει την πόρ­τα κι α­πο­μέ­νει μό­νη στο δω­μά­τιο, ξε­σπά­ει σε δυ­να­τούς λυγ­μούς. Ο λαι­μός της φρά­ζει, δεν τους χω­ρά­ει ό­λους, πνί­γε­ται.
            Εί­ναι η τρί­τη της α­πο­βο­λή.
 
 
 
 Η κούκλα (περ. Εμβόλιμον τχ. 49-50, Δεκέμβριος 2003)

 

Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 03/29/2011 - 09:40