Φάκελος Γκορένκο - Η συνέχεια (περ.Πλανόδιον, τχ. 46, Ιούνιος 2009)

  

Φά­κε­λος Γκο­ρέν­κο - Η συ­νέ­χεια (περ. Πλα­νό­διον, τχ. 46, Ιούνιος 2009)
 
 
Φά­κε­λος Γκο­ρέν­κο – Η συ­νέ­χεια
 
Στο προ­η­γού­με­νο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού, Δε­κέμ­βριος 2008 αρ. 45,   με α­φορ­μή το α­φιέ­ρω­μα στην ρω­σί­δα ποι­ή­τρια Άν­να Αχ­μά­το­βα, δια­βά­ζο­ντας προ­σε­κτι­κά τα βιογρα­φι­κά της στοι­χεί­α ε­πι­ση­μά­να­με ό­τι ο ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής ελ­λη­νο­γνώστης και ελ­λη­νο­λά­τρης α­δελ­φός της Α­ντρέ­ι Γκο­ρέν­κο αυ­το­κτό­νη­σε στην Α­θήνα το 1920. Α­πό έ­ρευ­να που έ­κα­ναν ο Γιάν­νης Πα­τί­λης και Γιώρ­γος Ζε­βε­λά­κης στον η­με­ρή­σιο τύ­πο της ε­πο­χής ήρ­θαν στο φως δη­μο­σιεύ­μα­τα και άρ­θρα έ­γκρι­των λο­γο­τε­χνών που α­να­δεί­κνυαν το μοι­ραί­ο συμ­βάν.
           Εί­χα­με δια­τυ­πώ­σει τό­τε την ά­πο­ψη ό­τι η έ­ρευ­να, που δεν προ­λά­βαι­νε να ο­λοκλη­ρω­θεί λό­γω της ε­πι­κεί­με­νης έκ­δο­σης του τεύ­χους, θα έ­πρε­πε να συ­νε­χι­στεί. Και την συ­νε­χί­σα­με πιά­νο­ντας το νή­μα α­πό έ­να συ­γκε­κρι­μέ­νο κομ­μά­τι του άρ­θρου του Νιρ­βά­να στην ε­φη­με­ρί­δα Ε­στί­α. 
και ό­ταν οι θε­οί του ε­πή­ραν το μο­νά­κρι­βον α­γό­ρι του, ε­πή­γε και του ε­διάλε­ξεν έ­να τά­φον εις το υ­ψη­λό­τε­ρον μέ­ρος του Νε­κρο­τα­φεί­ου των Α­θη­νών. Και τον τά­φον αυ­τόν τον η­θέ­λη­σεν ό­χι μό­νο τά­φον του παι­διού του, αλ­λά τά­φον της οι­κο­γε­νεί­ας Γκο­ρέ­γκο. Ω­νει­ρεύ­ε­το να κοι­μη­θή και αυ­τός ε­κεί μί­αν η­μέ­ραν, δια να έ­χη πά­ντο­τε ε­μπρός του, ό­πως έ­λε­γε, την Α­κρό­πο­λιν, τον Υ­μητ­τόν, τον Σα­ρω­νι­κόν”.         
                                                 (εφ.Ε­στί­α, Πέ­μπτη 20 Φερ­βουα­ρί­ου 1920, σελ. 1) 
            Α­κο­λου­θή­σα­με πι­στά τον χάρ­τη των λέ­ξε­ων του Παύ­λου Νιρ­βά­να, συμ­βου­λευ­τή­κα­με τα αρ­χεί­α των φα­κέ­λων του Α΄ Νε­κρο­τα­φείου Α­θη­νών με την βο­ή­θεια των ε­ξυ­πη­ρε­τι­κών υ­παλ­λή­λων του, α­νη­φο­ρή­σα­με τέλος μέ­χρι το υ­ψη­λό­τε­ρο, πράγ­μα­τι, ση­μεί­ο του Κοι­μη­τη­ρί­ου και κο­ντά στην πλα­ϊ­νή του εί­σο­δο, που βρί­σκε­ται ε­πί της ο­δού Μάρ­κου Μου­σού­ρου, ε­ντο­πί­σα­με τον τά­φο της οι­κο­γε­νεί­ας Γκο­ρέν­κο. Ο­γδο­ντα­εν­νέ­α χρό­νια με­τά ε­πι­βε­βαιώσα­με μέ­χρι κε­ραί­ας ό­σα α­νέ­φε­ρε –βα­σι­σμέ­νος κι αυ­τός σε πλη­ρο­φο­ρί­ες του οι­κο­γε­νεια­κού τους φί­λου Μιλ­τιά­δη Σμπα­ρού­νη- στο άρ­θρο του ο Νιρ­βά­νας στην ε­φη­με­ρί­δα Ε­στί­α. Ο τά­φος α­πλός, λι­τός, με μια μι­κρή μαρ­μά­ρι­νη πλά­κα που πά­νω της α­να­γρά­φο­νται δύ­ο ο­νό­μα­τα με κε­φα­λαί­α, Τέ­τα σε ρω­σι­κό και Α­ντρέ­ας σε ελ­λη­νι­κό αλ­φά­βη­το. Η έκ­πλη­ξη και συ­γκί­νη­σή μας ή­ταν με­γά­λη. Και θε­λή­σαμε να την μοι­ρα­στού­με με συ­νερ­γά­τες και φί­λους του πε­ριο­δι­κού και να α­ποδώ­σου­με τι­μή σ’ αυ­τόν τον άν­θρω­πο που τό­σο α­γά­πη­σε την Ελ­λά­δα, κά­νο­ντας στις 15 Φε­βρουα­ρί­ου του 2009 έ­να μι­κρό μνη­μό­συ­νο. Α­φή­σα­με λί­γα λου­λού­δια στον τά­φο, η ρω­σί­δα με­τα­φρά­στρια και συ­νερ­γά­τις του πε­ριο­δι­κού Ευ­γε­νί­α Κρι­τσέ­φ­τσκα­για διά­βα­σε το ποί­η­μα της α­δελ­φής του Α­ντρέ­ι Άν­νας Αχ­μά­το­βα “Ήρε­μα κυ­λά­ει ο Ντόν, ο ή­ρε­μος, στην κοί­τη” στα ρώ­σι­κα, ο ποι­η­τής Τά­σος Γα­λάτης το α­πάγ­γει­λε στα ελ­λη­νι­κά και η σο­πρά­νο Μά­ι­ρα Μη­λο­λι­δά­κη με την συ­νοδεί­α της βιο­λο­ντσε­λί­στας ClaireDemeulenaere το ερ­μή­νευ­σε σε μου­σι­κή του συν­θέ­τη Χά­ρη Βρό­ντου. Α­πό γύ­ρω συ­νέ­βα­λαν κα­τα­νυ­κτι­κά ο Σα­ρωνι­κός, ο Υ­μητ­τός και η Α­κρό­πο­λη.  
            Τον αρ­χι­κό εν­θου­σια­σμό μας ό­μως δια­δέχθη­κε για λί­γο η α­μη­χα­νί­α και κα­τό­πιν το φλο­γε­ρό πεί­σμα να α­να­κα­λύ­ψου­με τι α­κρι­βώς έ­κρυ­βαν τα δύ­ο αυ­τά ο­νό­μα­τα της μαρ­μά­ρι­νης πλά­κας. Α­πό τα βιογρα­φι­κά στοι­χεί­α που εί­χα­με προ­έ­κυ­πτε ό­τι το παι­δί που πέ­θα­νε στην Α­θή­να κι έ­γι­νε η α­φορ­μή της αυ­το­κτο­νί­ας ή­ταν α­γό­ρι, ο­νό­μα­τι Κύ­ριλ­λος. Ποια ή­ταν ε­πο­μέ­νως αυ­τή η Τέ­τα; –μια και η ρω­σί­δα φί­λη μάς διευ­κρί­νι­σε πως το Τέ­τα εί­ναι α­πο­κλει­στι­κά γυ­ναι­κεί­ο υ­πο­κο­ρι­στι­κό. Και πού ή­ταν λοι­πόν θαμ­μέ­νος ο Κύ­ριλ­λος για τον ο­ποί­ο α­γο­ρά­στη­κε αρ­χι­κά αυ­τός ο τά­φος; Κι έ­πει­τα για­τί ο Α­ντρέ­ι α­να­γρά­φε­ται ως Α­ντρέ­ας και μά­λι­στα με ελ­λη­νι­κούς χα­ρα­κτή­ρες; Μήπως αυ­τός ο Α­ντρέ­ας εί­ναι ο δεύ­τε­ρος γυ­ιός του Α­ντρέ­ι, που γεν­νή­θη­κε το 1920 από την ε­πι­ζή­σα­σα της α­πό­πει­ρας σύ­ζυ­γό του Μα­ρί­α Σμου­ντσίλ­λο; Κα­θό­λου α­πίθα­νο, μια κι αν ζού­σε α­κό­μη θα ή­ταν ή­δη 89 ε­τών. Αν εί­ναι ό­μως έ­τσι δεν θα έ­πρεπε να α­να­γρά­φε­ται και το ό­νο­μα του πα­τέ­ρα Α­ντρέ­ι; Υ­πήρ­χε μια α­κό­μη ση­μα­ντι­κό­τα­τη πλη­ρο­φο­ρί­α· ο τά­φος ή­ταν πλη­ρω­μέ­νος κα­νο­νι­κά μέ­χρι και το 2008. Αυτό α­πο­δεί­κνυε αυ­το­μά­τως την ύ­παρ­ξη κα­τιό­ντων. Κά­ποιος υ­πήρ­χε λοι­πόν που νοια­ζό­ταν, κά­ποιος θυ­μό­ταν και φρό­ντι­ζε.
            Για να βρού­με έ­ναν α­κό­μη μί­το στο λα­βυ­ρίν­θο, προ­σπα­θή­σα­με να ε­ντο­πί­σου­με τα αρ­χεί­α του 6ου α­στυ­νο­μι­κού Τμή­μα­τος Α­θη­νών, που εί­χε ε­πι­λη­φθεί του συμ­βά­ντος σύμ­φω­να με την αρ­θρο­γρα­φί­α των ε­φη­με­ρί­δων της ε­πο­χής. Πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με ό­μως ό­τι πλέ­ον ε­δώ και πολ­λά χρό­νια εί­χε εν­σω­μα­τω­θεί με το τμή­μα Με­τα­ξουρ­γεί­ου, τα δε αρ­χεί­α του –με­τά α­πό συ­γκε­κρι­μέ­νη δια­δι­κα­σία ε­πι­λο­γής και α­ξιο­λό­γη­σης- πι­θα­νό­τα­τα να κα­τέ­λη­ξαν στα Γε­νι­κά Αρ­χεί­α του Κρά­τους, ό­που ό­μως, μας εί­παν ό­τι δεν εί­ναι α­κό­μα ψη­φιο­ποι­η­μέ­νο το υ­λι­κό της πε­ριό­δου που μας εν­διέ­φε­ρε. Ε­πί πλέ­ον υ­πάρ­χει πά­ντο­τε η πι­θα­νό­τη­τα να έ­χουν κα­τα­στρα­φεί, κα­τό­πιν ε­ντο­λής, ως μη ση­μα­ντι­κά.
            Με­τά α­πό πο­λύ­μη­νο κύ­κλο ε­ρευ­νών και προς άλ­λες κα­τευ­θύν­σεις και α­φού στην πο­ρεί­α δια­πι­στώ­σα­με πως δεν υ­πάρ­χουν α­πό­γο­νοι της οι­κο­γέ­νειας Γκο­ρένκο, ε­ντο­πί­σα­με ε­ντέ­λει τον άν­θρω­πο κλει­δί, τον άν­θρω­πο που ε­πί δε­κα­ε­τί­ες φρό­ντι­ζε, πλή­ρω­νε και δια­τη­ρού­σε τον οι­κο­γε­νεια­κό τά­φο· ή­ταν η σύ­ζυ­γος του υ­ιού Α­ντρέ­α Γκο­ρέν­κο, Λί­α. Υ­πε­ρή­λι­κη αλ­λά θα­λε­ρή, με ξε­κά­θα­ρο νου και γε­μά­τη α­γά­πη α­κό­μη για τον Α­ντρέ­α, που θε­ω­ρού­σε πά­ντο­τε ι­διαί­τε­ρα χα­ρι­σμα­τι­κό πλά­σμα. Μας εί­πε πως δεν ή­ξε­ρε τί­πο­τα για το θέ­μα της αυ­το­κτο­νί­ας και ε­ξε­πλά­γη τρο­με­ρά ό­ταν το έ­μα­θε α­πό τις α­να­δη­μο­σιεύ­σεις πα­λαιών άρ­θρων ε­φη­με­ρί­δων της ε­πο­χής, που έ­γι­ναν στο προ­η­γού­με­νο τεύ­χος του πε­ριο­δι­κού. Α­πά­ντη­σε ό­μως πρό­θυ­μα στις ε­ρω­τή­σεις μας και έ­λυ­σε τα πε­ρισ­σό­τε­ρα α­πό τα αι­νίγ­μα­τα του τά­φου. Η Λί­α δεν γνώ­ρι­σε τα πε­θε­ρι­κά της, ό­λες οι πλη­ρο­φο­ρίες που μας έ­δω­σε εί­ναι μέ­σα α­πό τις δι­η­γή­σεις του Α­ντρέ­α. Ας πά­ρου­με ό­μως τα πράγ­μα­τα με την σει­ρά.
            Ο Α­ντρέ­ας γεν­νιέ­ται στις 30 Σε­πτεμ­βρί­ου του 1920 στην Α­θή­να α­πό την Μα­ρί­α Σμουντσίλ­λο η ο­ποί­α ε­πέ­ζη­σε με­τά την α­πό­πει­ρα αυ­το­κτο­νί­ας που έ­κα­νε μα­ζί με τον ά­ντρα της Α­ντρέ­ι Γκο­ρέν­κο στις 12 Φε­βρουα­ρί­ου της ί­διας χρο­νιάς. Ό­πως εί­πα­με ο Α­ντρέ­ας α­γνο­ού­σε πλή­ρως το ό­λο θέ­μα της αυ­το­κτο­νί­ας, Η Μα­ρί­α βρίσκε­ται σε δει­νή ψυ­χο­λο­γι­κή και οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση. Ω­στό­σο εν τω με­τα­ξύ η ελ­λη­νι­κή Α­θη­να­ϊ­κή κοι­νω­νί­α της ε­πο­χής έ­χει ή­δη ευαι­σθη­το­ποι­η­θεί και ει­δι­κώς αλ­λά και γε­νι­κώς με το συ­νο­λι­κό θέ­μα των Ρώ­σων προ­σφύ­γων που διωγμέ­νοι α­πό την λύσ­σαν του μπολ­σε­βι­κι­σμού υ­πο­φέ­ρουν στην Ελ­λά­δα, μέ­σω των άρ­θρων στις ε­φη­με­ρί­δες, και των ευερ­γε­τι­κών -λε­γο­μέ­νων- θε­α­τρι­κών πα­ρα­στά­σε­ων. Έ­τσι στην κρί­σι­μη αυ­τή στιγ­μή πα­ρεμ­βαί­νει η Βα­σί­λισ­σα Όλ­γα -ρω­σι­κής κα­τα­γω­γής και άρ­τι α­φι­χθεί­σα α­πό την Ι­τα­λί­α ό­που ή­ταν ε­ξό­ρι­στη- και δί­νει λύ­σεις. Α­γο­ρά­ζει τα πρώ­τα ρου­χα­λά­κια του μω­ρού, φρο­ντί­ζει για τα ά­με­σα έ­ξο­δά του, και το κυ­ριό­τε­ρο δί­νει έ­να ελ­λη­νι­κό ό­νο­μα στην Μα­ρί­α ή ο­ποί­α έ­κτο­τε εμ­φα­νί­ζε­ται ως Μα­ρί­α Σκορ­δού­λη· με­τά α­πό αυ­τή την ελ­λη­νοποί­η­ση μπο­ρεί και την διο­ρί­ζει ως νο­σο­κό­μα στο Δη­μο­τι­κό Νο­σο­κο­μεί­ο Α­θη­νών. Α­πό τό­τε ο Α­ντρέ­ας με­γα­λώ­νει σαν Έλ­λη­νας, αυ­τή άλ­λω­στε ή­ταν και η ε­ντο­λή της μη­τέ­ρας του η ο­ποί­α κά­ποια στιγ­μή έ­πα­ψε ε­ντε­λώς να του μι­λά ρω­σι­κά -επι­πλέ­ον την ε­νο­χλού­σε που το παι­δί τα μι­λού­σε με ελ­λη­νι­κή προ­φο­ρά. Η ί­δια δεν εί­χε κα­θό­λου συ­να­να­στρο­φές με άλ­λους ρώ­σους πρό­σφυ­γες και προ­πα­ντός του εί­χε εμ­φυ­σή­σει την πε­ποί­θη­ση ό­τι δεν υ­πήρ­χε κα­μί­α πε­ρί­πτω­ση γυ­ρι­σμού στην Ρω­σί­α. Τώ­ρα εί­σαι Έλ­λη­νας, του εί­χε πει, η ζω­ή σου εί­ναι ε­δώ. Ά­ρι­στος μα­θη­τής τε­λειώ­νει το Πρα­κτι­κό Λύ­κειο Α­μπε­λο­κή­πων το 1938 και με­τά α­πό ε­ξε­τάσεις ει­σά­γε­ται στην Σχο­λή Ι­κά­ρων, η ο­ποί­α με την κή­ρυ­ξη του Β΄ πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου με­τα­φέ­ρε­ται στην Ρο­δε­σί­α, απ’ ό­που μό­λις α­πο­φοι­τά φεύ­γει κατ’ ευ­θεί­αν για τον πό­λε­μο με τις Ελ­λη­νι­κές εκ­στρα­τευ­τι­κές δυ­νά­μεις στο σώ­μα της α­ε­ρο­πο­ρί­ας.
            Αρ­γό­τε­ρα θα πο­λε­μή­σει στον πό­λε­μο της Κο­ρέ­ας και συ­γκε­κρι­μέ­να με το 13ο Σμή­νος βομ­βαρ­δι­στι­κών ως ε­πι­σμη­να­γός ό­που και πα­ρα­ση­μο­φο­ρεί­ται και κα­τόπιν ως Διοι­κη­τής α­πό 11.11.1950 έ­ως 21.12.1952. (βλέ­πε το βι­βλί­ο του Πα­νελ­λη­νί­ου Συν­δέ­σμου Βε­τε­ρά­νων Α­ε­ρο­πο­ρί­ας Η δρά­ση του 13ου Σμή­νους Με­τα­φο­ρών 1950-1955, Ελ­λη­νι­κά φτε­ρά στον πό­λε­μο της Κο­ρέ­ας-Μά­ιος 2005). Εί­ναι α­πό τους λί­γους που ε­πέ­ζη­σαν. Δια­κρί­νε­ται, και ό­ταν ε­πι­στρέ­φει γί­νε­ται Διοι­κη­τής της Σχο­λής.
            Εν τω με­τα­ξύ το 1939 πε­θαί­νει η μη­τέ­ρα του Μα­ρί­α, α­φή­νο­ντάς του την κα­τα­πλη­κτι­κή ε­ντο­λή, να μην α­να­γρα­φεί το ό­νο­μά της στον οι­κο­γε­νεια­κό τά­φο των Γκορέν­κο, ό­πως άλ­λω­στε δεν εί­χε α­να­γρα­φεί -ε­νώ ε­κεί­τε­το- και το ό­νο­μα του συ­ζύγου και ε­ξα­δέλ­φου της Α­ντρέ­ι. Ο Α­ντρέ­ας για μια α­κό­μη φο­ρά την υ­πα­κού­ει. Δεκα­εν­νιά χρό­νια με­τά την α­γο­ρά του, ο τά­φος φι­λο­ξε­νεί ε­πι­τέ­λους τους τρεις αρ­χι­κούς πρω­τα­γω­νι­στές του πα­λαιού δρά­μα­τος· ω­στό­σο στην μι­κρή μαρ­μάρι­νη πλά­κα του υ­πάρ­χει μό­νο το πρώ­το χά­ραγ­μα, το γραμ­μέ­νο στα ρω­σι­κά υ­ποκο­ρι­στι­κό Τέ­τα. Και, …Τέ­τα, α­πα­ντού­σε ο μι­κρός Κύ­ριλ­λος με τα στρα­βά σπα­σμένα λο­γά­κια του, ό­ταν τον ρω­τού­σαν πιο εί­ναι το ό­νο­μά του. Η ι­διο­τρο­πί­α της ι­στο­ρί­ας θέ­λει κά­ποια πράγ­μα­τα να μεί­νουν α­νε­ξή­γη­τα. Α­πο­φά­σεις και ε­πιλο­γές στην σφαί­ρα της υ­πο­θε­τι­κής ερ­μη­νεί­ας. Έ­τσι δεν θα μά­θου­με πο­τέ ποιοι λό­γοι ο­δή­γη­σαν την Μα­ρί­α Σμου­ντσί­λο - Σκορ­δού­λη σ’ αυ­τή την πα­ρά­ξε­νη και σκλη­ρή ε­ντο­λή. Μπο­ρού­με βε­βαί­ως να ει­κά­σου­με.
            Το 1952 ο Α­ντρέ­ας κα­τό­πιν δι­κής του αι­τή­σε­ως α­πο­στρα­τεύ­ε­ται και εκ­πλη­ρώ­νει την πα­λιά του ε­πι­θυ­μί­α –που λό­γω οι­κο­νο­μι­κής στε­νό­τη­τος δεν μπό­ρε­σε να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει α­μέ­σως με­τά το Λύ­κειο- και σπου­δά­ζει στο Πο­λυ­τε­χνεί­ο στη Σχο­λή Μη­χα­νο­λό­γων- Η­λε­κτρο­λό­γων. Το 1958 α­πο­κτά MasterinElectrical Engeneering α­πό το Πα­νε­πι­στήμιο Columbia της Νέ­ας Υόρ­κης. Άν­θρω­πος δρα­στή­ριος, ευ­χά­ρι­στος, ψυχι­κά δυ­να­τός, ι­διαι­τέ­ρως σω­μα­τώ­δης, που ξε­χώ­ρι­ζε για την εμ­μο­νή του με την ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα –διορ­θώ­νει ευ­γε­νι­κά ό­ποιον συ­νο­μι­λη­τή του κά­νει κάποιο εκ­φρα­στι­κό λά­θος, ο Α­ντρέ­ας πα­ντρεύ­ε­ται με την Λί­α Κοσ­σα­ρά το 1958. Το 1965, και ε­νώ δου­λεύ­ει ή­δη α­πό το 1961 στην Ελ­βε­τί­α ως μη­χα­νι­κός, τα­ξι­δεύ­ει στην Αγ­γλί­α ό­που συ­να­ντά για πρώ­τη φο­ρά την θεί­α του Άν­να Αχ­μά­το­βα, με την ευ­και­ρία της α­να­γό­ρευ­σης της με­γά­λης ρω­σί­δας ποι­ή­τριας ως ο­μο­τί­μου δι­δά­κτο­ρος του Πα­νε­πι­στη­μί­ου της Οξ­φόρ­δης. Η στιγ­μή πρέ­πει να ή­ταν ε­ξαι­ρε­τι­κά συ­γκινη­τι­κή. Η Αχ­μά­το­βα βλέ­πει στο πρό­σω­πο του Α­ντρέ­α τον α­δι­κο­χα­μέ­νο α­δελ­φό της Α­ντρέ­ι, και του α­φιε­ρώ­νει την ποι­η­τι­κή της σύν­θε­ση με τί­τλο Ρέκ­βιεμ. Ο Α­ντρέ­ας Γκο­ρέν­κο ε­πι­στρέ­φει με την γυ­ναί­κα του το 1967 α­πό την Ελ­βε­τί­α στην Ελ­λά­δα, ό­που ζει και ερ­γά­ζε­ται μέ­χρι το 1976, που πε­θαί­νει χτυ­πη­μέ­νος α­πό καρκί­νο στις 8 Ιου­νί­ου.  
            Πε­νή­ντα έ­ξι χρό­νια με­τά α­πό τό­τε που γρά­φτη­κε το πρώ­το ό­νο­μα Τέ­τα, στο μάρμα­ρο χα­ρά­ζε­ται το ό­νο­μα και του δεύ­τε­ρου γυ­ιού του Α­ντρέ­ι Γκο­ρέν­κο, Αν­δρέ­ας στα ελ­λη­νι­κά αυ­τή τη φο­ρά. Με τον θά­να­τό του τε­λειώ­νει το δέ­ντρο των Γκο­ρέν­κο. Κλεί­νει και η ι­στο­ρί­α του οι­κο­γε­νεια­κού τους τά­φου στο Α΄ Νε­κροτα­φεί­ο Α­θη­νών που τους φι­λο­ξέ­νη­σε για ο­γδο­ντα­εν­νέ­α ο­λό­κλη­ρα χρό­νια με την φρο­ντί­δα και της α­γα­πη­μέ­νης του Λί­ας, την ο­ποί­α ευ­χα­ρι­στού­με για τις πολύ­τι­μες πλη­ρο­φο­ρί­ες και το φω­το­γρα­φι­κό υ­λι­κό που μας πα­ρεί­χε για τις α­νάγκες του κει­μέ­νου. Ε­πί­σης στα πλαί­σια της έ­ρευ­νάς μας εί­χα­με την τύ­χη να συ­να­ντή­σου­με την κυ­ρί­α Βα­σού­λα Πα­πα­διά, χή­ρα του Βα­σί­λη Πα­πα­διά, η ο­ποί­α εί­χε την κα­λο­σύ­νη να μας δώ­σει φω­το­τυ­πί­ες ε­πι­στο­λών του Α­ντρέ­α Γκο­ρέν­κο της πε­ριό­δου που φοι­τού­σε στην Α­με­ρι­κή στο Columbia α­πό το 1956 έ­ως το 1958, προς τον ε­πι­στή­θιο φί­λο και συ­νά­δελ­φό του.
            Λό­γω ελ­λεί­ψε­ως άλ­λων κα­τιό­ντων υ­πάρ­χει ο κίν­δυ­νος η χρή­ση του τά­φου να επι­στρέ­ψει στο Δή­μο Α­θη­ναί­ων για να πα­ρα­χω­ρη­θεί εκ νέ­ου προς χρή­ση. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι θα πρέ­πει να γί­νει α­να­κο­μι­δή των ο­στών των κε­κοι­μη­μέ­νων και ου­σια­στι­κά θα σβη­στεί έ­να κομ­μά­τι της ι­στο­ρί­ας και κυ­ρί­ως της τι­μής και της μνή­μης που α­ξί­ζει στους αν­θρώ­πους αυ­τούς. Εί­ναι πολύ ση­μα­ντι­κό ο τά­φος αυ­τός να διατηρηθεί. Να α­να­κη­ρυ­χθεί, μέ­σα α­πό τις δια­δι­κα­σί­ες της Ε­πι­τρο­πής Προ­στα­σί­ας Α­θη­να­ϊ­κών Μνη­μεί­ων της διεύ­θυν­σης Με­λε­τών του Δή­μου Α­θη­ναί­ων, ως διατηρητέο Μνη­μεί­ο, προκειμένου να α­να­δει­χθεί μέ­σω αυτού η σχέ­ση της με­γά­λης ρω­σί­δας ποι­ή­τριας Άν­νας Αχ­μά­το­βα με την Ελ­λά­δα, όχι μό­νο λό­γω της μαρ­τυ­ρού­με­νης α­πό τον Παύ­λο Νιρ­βά­να ελ­λη­νι­κής κα­τα­γω­γής των Γκο­ρέν­κο (και φυσικά της ίδιας) από τον Κρη­τι­κό προ­πάπ­πο Γε­ρο­σπα­θιά, αλ­λά και λό­γω τού ό­τι τόσο ο Α­ντρέ­ι όσο και ο Α­ντρέ­ας διά­λε­ξαν να ζή­σουν και να πε­θά­νουν –μ’ όλη την βαρύτητα που συνιστά αυτή η δεύ­τε­ρη επι­λο­γή– στην Ελ­λά­δα. Ο πρώ­τος ως ελ­λη­νο­λά­τρης τραγικός επισκέπτης της και ο δεύ­τε­ρος σε ό­λα τα ε­πί­πε­δα ζω­ής, α­πό τη γέννησή του και τις σπουδές ως τη συμμετοχή του στον Β΄ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, τον πόλεμο στην Κο­ρέ­α και τις επανειλημμένες πολεμικές διακρίσεις του. Πε­ρι­ποιεί τι­μή για την Ελ­λά­δα να φι­λο­ξε­νεί στην α­γκα­λιά της δύ­ο φλο­γε­ρούς, κατ’ επι­λο­γήν τους, ε­ρα­στές της.
            Άλ­λω­στε το Μου­σεί­ο της ποι­ή­τριας στην Πε­τρού­πο­λη, έ­χει ή­δη δεί­ξει ι­διαίτε­ρο εν­δια­φέ­ρον για το ό­λο θέ­μα της έ­ρευ­νάς μας και για το νέ­ο –βιο­γρα­φι­κού χα­ρα­κτή­ρα– υ­λι­κό που ήρ­θε στην ε­πι­φά­νεια. Το α­ντί­στοι­χο εν­δια­φέ­ρον πιστεύ­ου­με πως θα δεί­ξει και η εν Α­θή­ναις Ρω­σι­κή Πρε­σβεί­α ώστε, με τις συνδιασμένες ενέργειες των πολλών ενδιαφερομένων, Ελλήνων και ξένων, ο τάφος αυτός να χαρακτηριστεί τελικώς διατηρητέο μνημείο. Ένα μικρό μα αλληθινό μνημείο-ενθύμιο όχι μόνο των ελ­λη­νο­ρω­σικών αλλα και των παγκόσμιων περιπετειών του προηγούμενου αι­ώ­να, φιλολογικών και άλλων.                                           
 

 

Τελευταία Ανανέωση:
Τετ, 12/18/2013 - 12:15