Για το Γιάννη Ζουγανέλη, (περ. Πλανόδιον, τχ. 41, Δεκέμβριος 2006)

  

Για το Γιάννη Ζουγανέλη, (περ. Πλανόδιον, τχ. 41, Δεκέμβριος 2006)

 

 

Το οργανάκι

 

Βρε­θή­κα­με νω­ρίς το α­πό­γευ­μα στην Α­γί­α Πα­ρα­σκευ­ή σ’ έ­να κα­φέ, δια­λέ­ξα­με έ­να τρα­πε­ζά­κι τυ­λιγ­μέ­νο σε δρο­σε­ρές σκιές. Ο Γιάν­νης ή­ταν πιε­σμέ­νος, έ­πια­σε το νή­μα απ’ τα σκόρ­πια μι­σό­λο­γα που μου εί­χε ή­δη πει  στο τη­λέ­φω­νο κι άρ­χι­σε να το ξε­τυ­λί­γει με α­φο­πλι­στι­κή α­με­σό­τη­τα. Μι­λού­σα­με και μι­λού­σαμε πιο πο­λύ ε­κεί­νος, ε­πει­γό­ταν, και οι ώ­ρες περ­νού­σαν, φορ­τι­σμέ­νη η α­τμό­σφαι­ρα, σε κά­ποια ση­μεί­α της συ­ζή­τη­σης η φω­νή του έ­γερ­νε στα­μά­τα­γε για λί­γο σαν να δί­στα­ζε –πράγ­μα σπά­νιο γι’ αυ­τόν, ύ­στε­ρα έ­παιρ­νε φό­ρα και τε­λι­κά έ­λε­γε αυ­τά που τον έ­πνι­γαν, κι ή­ταν δύ­σκο­λα, ο­ρια­κά «αν εί­ναι να μην πού­με α­λή­θειες δεν έ­χει νό­η­μα, αλ­λά σε σέ­να μπο­ρώ να τα πω», εί­πε ζη­τώ­ντας με τα μά­τια την α­πο­δο­χή μου, «άλ­λω­στε ε­σύ εί­σαι α­ντρά­κι, με την κα­λή έν­νοια το λέ­ω, στο ‘χω ξα­να­πεί» χα­μο­γέ­λα­σε και μου ‘κλει­σε το μά­τι. Πράγ­μα­τι μου το ’χει ξα­να­πεί.

     Τον κοι­τά­ζω και θυ­μά­μαι μια Τρί­τη βρά­δυ, σε μια απ’ τις μα­ζώ­ξεις του πε­ριο­δι­κού Πλα­νό­διον –ό­που άλ­λω­στε εί­χε γί­νει α­φορ­μή να γνω­ρι­στού­με πα­λαιό­τε­ρα - με­τά α­πό έ­ντο­νες συ­ζη­τή­σεις, γέ­λια ψι­λο­κό­ντρες και κα­πνούς η ώ­ρα πε­ρα­σμέ­νες δύ­ο, βλέ­πω τον Γιάν­νη α­φού έ­χει πιει και α­στειευ­τεί με τους πάντες, α­φού έ­χει κα­πνί­σει ό­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα τσι­γά­ρα χω­ρά­νε στις δύ­ο πε­ρί­που ώ­ρες που κά­θι­σε ε­κεί, πλη­θω­ρι­κό κι α­στεί­ρευ­το να ση­κώ­νε­ται με φό­ρα –πάντα ό­πο­τε ση­κω­νό­ταν έ­τσι μου φαι­νό­ταν ψη­λό­τε­ρος- και να λέ­ει, πά­με πί­σω απ’ το Μα­γε­μέ­νο Αυ­λό; Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι τον κοι­τούν ή­δη κου­ρα­σμέ­νοι, μ’ αρ­πά­ζει απ’ το μπρά­τσο «σή­κω, πά­με θα ‘ναι και με­ρι­κά απ’ τα παι­διά της ορ­χή­στρας, εί­ναι κα­λά ε­κεί, πά­με» πα­ρα­σύ­ρο­μαι απ’ την ορ­μή του κι α­κο­λου­θώ αμή­χα­νη, με τρώ­ει και η πε­ριέρ­γεια για­τί μου έ­χει ξα­να­μι­λή­σει γι’ αυ­τή τη συ­ντρο­φιά. «Πού το πας το κο­ρί­τσι βρε α­θε­ό­φο­βε τέ­τοια ώ­ρα» του φω­νά­ζει κάποιος κα­θώς α­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε «Δεν έ­χει α­νά­γκη αυ­τη, εί­ναι α­ντρά­κι, α­ντέ­χει» σφίγ­γει το μπρά­τσο μου και μου λέ­ει χα­μη­λό­φω­να, «για κα­λό, το λέ­ω, για καλό»

     Η φω­νή του με ε­πα­να­φέ­ρει στα δύ­σκο­λα που προ­σπα­θεί να ξε­στο­μί­σει, σκύ­βει προς το μέ­ρος μου φορ­τω­μέ­νος «Σε βα­ραί­νω πο­λύ;» «Ό­χι, και χαί­ρο­μαι που μ’ ε­μπι­στεύ­ε­σαι» του α­πα­ντώ, «ναι, α­ντέ­χεις κι ας δεί­χνεις εύ­θραυ­στη» -αυ­τό το τε­λευ­ταί­ο δεν έ­χα­νε ευ­και­ρί­α να μου το θυ­μί­ζει ό­πο­τε προ­σπα­θού­σε να με εμ­ψυ­χώ­σει- γλυ­καί­νει η φω­νή του «έ­χεις πε­ρά­σει πολ­λά, ό­λα φαί­νο­νται στα πρό­σω­πα, ε­γώ το βλέ­πω, γι αυ­τό σου μι­λώ, ξέ­ρω α­ντέ­χεις ν’ α­κούς». Ο Σε­πτεμ­βριά­τι­κος ή­λιος πλη­σιά­ζο­ντας στο κλεί­σι­μο του κύ­κλου του έ­λα­μπε ε­κτυ­φλωτι­κός στο πλά­ι της εκ­κλη­σί­ας. Ο Γιάν­νης κα­θό­ταν α­πέ­να­ντί μου κό­ντρα στο φως κι ε­γώ έ­χο­ντας ξε­χά­σει τα γυα­λιά μου, μι­σό­κλει­να διαρ­κώς τα μά­τια. Το πρό­σε­ξε και χω­ρίς σχό­λια με­τα­κί­νη­σε την κα­ρέ­κλα του κι έ­κρυ­ψε με το σώ­μα του τον ε­κτυ­φλω­τι­κό δί­σκο. Α­να­κου­φί­στη­κα για λί­γο, ό­σο ό­μως περ­νού­σε η ώ­ρα έβλε­πα ε­ντο­νό­τε­ρα το πε­ρί­γραμ­μα των πυ­κνών μαύ­ρων μαλ­λιών του και δυ­σκολευό­μουν να δω τα μέ­σα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του προ­σώ­που του, έ­τσι ό­τι έ­χα­να σε ει­κό­να το α­να­πλή­ρω­να α­πό τις συ­νε­χείς δια­κυ­μάν­σεις στο η­χό­χρω­μα της φω­νής του. Ο Γιάν­νης εί­χε πο­λύ­χρω­μη φω­νή. Η εκ­φο­ρά του λό­γου του ι­διαί­τε­ρη και χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή α­ντη­χεί α­κό­μη στ’ αυ­τιά μου. Το ί­διο έ­ντο­νο και ι­διαί­τερο ή­ταν και το άγ­γιγ­μά του. Ο τρό­πος που έ­σφιγ­γε το χέ­ρι, η θέρ­μη που α­γκά­λιαζε τους φί­λους, έ­να πα­ρα­τε­τα­μέ­νο άγ­γιγ­μα στο γό­να­το. Ί­σως η σω­μα­τι­κό­τη­τα να ή­ταν ο τρό­πος του α­πέ­να­ντι στην φθαρ­τό­τη­τα, η πα­ρη­γο­ρη­τι­κή υ­πεν­θύ­μι­ση της πα­ρου­σί­ας, της α­γά­πης και του μοι­ρά­σμα­τος. Ο ή­λιος ε­πί­μο­νος εμ­φα­νί­στη­κε τώ­ρα α­κρι­βώς δί­πλα στο πρό­σω­πό του. Μό­λις το κα­τά­λα­βε έ­γει­ρε ε­λα­φρά το κε­φά­λι στα πλά­για και συ­νέ­χι­σε να μι­λά­ει έ­τσι χω­ρίς ν’ αλ­λά­ξει στά­ση μέ­χρι τη δύ­ση. Ψι­θύ­ρι­σα έ­να ευ­χα­ρι­στώ που δεν α­κού­στη­κε, δεν χρεια­ζό­ταν άλλω­στε να α­κου­στεί.            

     Πρό­περ­σι γιορ­τά­σα­με τ’ Α­γιαν­νιού στο σπί­τι του, ή­ταν το τε­λευ­ταί­ο με­γάλο γλέ­ντι πριν με­τα­κο­μί­σουν, σ’ έ­να άλ­λο μι­κρό­τε­ρο. Ο Γιάν­νης ή­ταν ή­δη άρ­ρω­στος και το ή­ξε­ρε. Αλ­λά έ­δει­χνε κα­λά. Εί­χε πε­ρά­σει το πρώ­το δύ­σκο­λο κύ­μα θε­ρα­πεί­ας και εί­χε α­να­νή­ψει. Ή­ταν δυ­να­τός δεν φαι­νό­ταν με τί­πο­τα ό­τι τον έσκα­βε η αρ­ρώ­στια. Μας υ­πο­δε­χό­ταν ό­λους στην πόρ­τα γε­λα­στός και α­πα­ντού­σε στα α­νή­συ­χα, α­μή­χα­να βλέμ­μα­τά μας με μια κα­θη­συ­χα­στι­κή κί­νη­ση του κε­φαλιού «εί­μαι κα­λά, κα­λά εί­μαι».

     Σε μια στιγ­μή κε­φιού κοι­τώ­ντας α­πό την κε­φα­λή του τρα­πε­ζιού την με­γά­λη φα­μί­λια του γυ­ρί­ζει και μου λέ­ει «πή­ρα το δώ­ρο της Ε­λέ­νης για την ε­πέ­τειο, κλεί­νου­με τα πε­νή­ντα!», «πό­τε εί­χα­τε ε­πέ­τειο;» ρω­τά­ω, «ό­χι α­κό­μα, με­τά α­πό έξι μή­νες θα έ­χου­με, αλ­λά ε­γώ πή­ρα το δώ­ρο για να προ­λά­βω». Χα­μο­γε­λού­σε. Ταρά­χτη­κα, προ­σπά­θη­σα να το κρύ­ψω παί­ζο­ντας μ’ έ­να μου­σι­κό ορ­γα­νά­κι, που μου εί­χε δεί­ξει προ­η­γου­μέ­νως. Ή­ταν μι­κρό ό­σο έ­να κου­τί σπίρ­τα, α­νά­λο­γα με την τα­χύ­τη­τα που πε­ριέ­στρε­φα το με­ταλ­λι­κό του κύ­λιν­δρο η μου­σι­κή έ­βγαι­νε άλλο­τε αρ­γή άλ­λο­τε γρή­γο­ρη.

     Εί­ναι πο­λύ ό­μορ­φο. Γυρ­νώ τη μα­νι­βέ­λα του κυ­λίν­δρου για να χα­λα­ρώ­σω κά­πως, με πα­ρα­τη­ρεί ε­νώ α­στειεύ­ε­ται ταυ­τό­χρο­να με τους άλ­λους γύ­ρω «Σ’ α­ρέ­σει πο­λύ, ε;», «ό­μορ­φο εί­ναι», «στο χα­ρί­ζω» μου λέ­ει, «μα ό­χι, α­πλώς το χα­ζεύ­ω», αντι­δρώ χα­λα­ρά ε­γώ, «τε­λεί­ω­σε, πάρ’ το να παί­ζεις τα κρύ­α βρά­δια στο χω­ριό –ή­μουν α­κό­μα διο­ρι­σμέ­νη σε δυ­σπρό­σι­τη πε­ριο­χή των Κα­λα­βρύ­των- να ξε­γελάς τη μο­να­ξιά» ε­πι­μέ­νει. Το παίρ­νει α­πό τα χέ­ρια μου ση­κώ­νε­ται ψά­χνει για την τσά­ντα μου που βρί­σκε­ται στην άλ­λη ά­κρη του δω­μα­τί­ου και το χώ­νει α­ποφα­σι­στι­κά μέ­σα. Ε­πι­στρέ­φει, «τε­λεί­ω­σε, θα το ‘χεις και θα με θυ­μά­σαι» λέ­ει και μου σφίγ­γει τον καρ­πό, πά­ω να α­ντι­δρά­σω με κό­βει «ναι, κα­λά εί­μαι, καλά, αλ­λά να σου πω και κά­τι» κο­ντο­στέ­κε­ται  «και να μην εί­μαι κα­λά, πά­λι ό­λα κα­λά εί­ναι».

     Α­πό ε­κεί­νο το μα­κρι­νό α­πό­γευ­μα, που μας έ­φε­ρε πιο κο­ντά, και ε­δραιώ­θη­κε η α­μοι­βαί­α ε­μπι­στο­σύ­νη με μια α­πό­χρω­ση ψυ­χι­κής συ­νε­νο­χής, έ­χουν πε­ρά­σει δέ­κα χρό­νια. Α­πό τό­τε του έ­χω ψι­θυ­ρί­σει πολ­λά ευ­χα­ρι­στώ. Για τον τρό­πο που με εν­θάρ­ρυ­νε ό­ταν μ’ έ­βλε­πε α­πο­καρ­διω­μέ­νη, κου­ρα­σμέ­νη α­πό δυ­σκο­λί­ες, για τον τρό­πο που αι­σθα­νό­ταν τα πράγ­μα­τα γύ­ρω του και τα α­πέ­δι­δε α­πο­κα­θαρ­μένα, για τον τρό­πο που τα α­πο­δε­χό­ταν, τα φιλ­τρά­ρι­ζε και τα γυρ­νού­σε σε θε­τικό­τη­τα. Ναι, κυ­ρί­ως γι’ αυ­τό το τε­λευ­ταί­ο. Ο τρό­πος που α­πο­δέ­χτη­κε τις δυ­σκο­λί­ες της ζω­ής του και τους αν­θρώ­πους -ι­δί­ως αυ­τούς που τον πό­νε­σαν- ή­ταν σω­τή­ριος και σο­φός. Ή­ταν α­νε­κτός κι α­πλό­χε­ρος, ή­τα­νε άρ­χο­ντας και δεν κα­ταδε­χό­ταν να κα­κιώ­σει. Ό­χι πως δεν θύ­μω­νε. Θύ­μω­νε και βρό­ντα­γε ι­δί­ως στις συζη­τή­σεις πε­ρί μου­σι­κής, αλ­λά μέ­χρι ε­κεί. Με­τά κοι­τού­σε το συμ­φέ­ρον του και το συμ­φέ­ρον του ή­ταν η α­γά­πη.       

                                                                                                     

 Για το Γιάννη Ζουγανέλη, Δεκέμβριος 2006 στο περ. Πλανόδιον, τχ. 41

 

 

 

Τελευταία Ανανέωση:
Πέμ, 05/19/2011 - 10:00