Όμορφος κι ας μην έμπαινε στη θάλασσα: Σκέψεις για το βιβλίο του Γιάννη Σχίζα "Ο κήπος μου". Ομιλία στο Nosotros, 23.10.2014

  

 Όμορφος κι ας μην έμπαινε στη θάλασσα

 Σκέψεις πάνω στο βιβλίο του Γιάννη Σχίζα «Ο κήπος μου»
 
Ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου του Γιάννη Σχίζα αισθάνθηκα οικειότητα, οι ολοζώντανες περιγραφές του μου έφερναν στο νου εικόνες, μυρωδιές και ήχους και της δικής μου παιδικής ηλικίας. Γεννήθηκα και έζησα τα πρώτα παιδικά μου χρόνια κι εγώ λίγο πιο έξω από το κέντρο της Αθήνας στην Νέα Σμύρνη, σ’ ένα σπίτι με κήπο περίπου σαν κι  αυτό που περιγράφεται στις σελίδες του βιβλίου, με μποστάνι που φύτευε ο πατέρας μου τα εποχιακά λαχανικά, με ποικιλία δέ­ντρων, με κότα, κουνέλι, πολλές γάτες και πουλιά, σ’ ένα σπίτι τόσο καλά ενταγμένο στο περιβάλλον του που στις πα­λιές φωτογραφίες δύσκολα διακρίνεις τα όριά του. Έχω κοι­μηθεί κι εγώ στην ταράτσα του σπιτιού μου κοιτώντας τον έναστρο ου­ρανό κι απολαμβάνοντας την μελωδία της νυχτε­ρινής σιωπής και τώρα αισθάνομαι την έλλειψή τους. Έτσι ένιωσα πολύ κο­ντά σ’ όλα όσα διάβαζα με ένα τρόπο σχεδόν σωματικό και βιωμένο μέσα από τις αισθήσεις.
          Βέβαια «Ο κήπος» του Γιάννη είχε πολλά περισσότερα δέ­ντρα και φυτά. Όπως μας περιγράφει και μας ξεναγεί στις διάφορες γωνιές αυτού του περιούσιου κήπου που αποτε­λούσαν το άθροισμα πολλών μικρόκοσμων, ξεκινώντας από την έξοχη εικόνα της κότας που κούρνιαζε σιωπηλή στο κλαδί ενός δέντρου με τα κλωσόπουλά της, μέχρι την τρυφερή περιγραφή της δεκα­εξά­χρονης βερικοκιάς, που παρ’ όλο που ξεράθηκε ο συγγραφέας προσπαθούσε για χρόνια κάτι να δια­σώσει απ’ αυτήν. Είχα βερικοκιά που μας χάριζε απλόχερα τα μικροσκοπικά μοσχο­βολιστά της βερίκοκα και ξέρω τί ση­μαίνει να την βλέπεις να γερνάει και να ξεραίνεται. Σε άλλα σημεία του κήπου κατοι­κούσαν οι αυτόκλητες αγκινάρες, οι ηλίανθοι, τα βλίτα, τα κουκιά, κλήματα μοσχάτα που σκαρ­φάλωναν κι έκλεβαν χρώ­μα από το φως του ήλιου, μανιτάρια, κα­ρυδιές, καστανιές, ως και ιμπεριαλιστικές –καθώς τις λέει- ελιές, συκιές και πεύκα. Μέσα απ’ όλον αυτό τον πλούτο των χρωμάτων και των εναλ­λαγών γινόταν αισθητός ο κύκλος των εποχών, μια και δεν είχε χαθεί ακόμα η οικείωση με τη φύση και η συνεισφορά της στην συμφιλίωση με την έννοια της διάρκειας, του χρόνου και της αποκαρδιωτικής προσωρι­νό­τητας. Άν­θρωποι, ζώα και φυτά αποτελούσαν μια ενότητα που συνο­μιλούσε μυστικά και συμ­βιούσε αρμονικά και ισορ­ρο­πη­μένα.
 
Παρ’ όλο τον υπόγειο σαρκασμό, και το ενίοτε πικρό χιούμορ που διατρέχει το βιβλίο, ο Σχίζας περιγράφει την Ηλιούπολη των παιδικών του χρόνων, αλλά και την Αθήνα γενικότερα, τυλιγμένη σε μια πα­ραδείσια αχλή φιλτραρισμένη και ενισχυ­μένη μέσα από το τότε παιδικό του βλέμμα. Μιλάει για την αυτονόητη ασφάλεια με τα ξεκλείδωτα σπιτικά που οι κάτοικοι τους τραγουδούσαν πολύ περισσότερο απ’ ότι σήμερα, αλλά δεν καταφεύγει σε ωραιο­ποιήσεις, δεν παραλείπει να μιλήσει για τις στερήσεις που τους ανάγκαζαν, για παράδειγμα, το χειμώνα να έχουν το μισό σπίτι κλειστό γιατί δεν μπορούσαν να το θερμάνουν ο­λόκληρο. Ωστόσο, εκείνη η φτώχεια ήταν πολύ διαφορετική από την σημερινή, λόγω της πλουμιστής γενναιόδωρης φύσης που υπήρχε τριγύρω, όχι μόνο για την αισθητική της συμβολή –ίσως να μην την έβλεπαν καν έτσι τότε- όσο πρωτίστως για την χρησιμοθηρική αξιοποίηση που έκαναν όλοι όσοι είχαν την τύχη να έχουν σπίτι με κήπο, όπως άλλωστε και η ευρηματική μητέρα του συγγραφέα.
          Το βιβλίο αυτό, με γλώσσα πλούσια, ώριμη, προσεγμένη και συγχρόνως αβίαστη, και εμπλουτισμένη με λογοτεχνικό­τητα, που όμως αφομοιώνεται και λειτουργεί, πέρα από την μαρ­τυρία που καταθέτει και τον προβληματισμό που δημι­ουργεί μέσα από τις συγκρίσεις και τους συσχετισμούς που προκύπτουν, έχει ενδιαφέρον και ως αθηναιογράφημα γιατί προσθέτει μια ακόμη ψηφίδα στην ή­δη υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία. Εδώ θέλω να σημειώσω κάτι που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και θεωρώ πως είναι  από τα σημαντικά πλεο­νε­κτή­ματα του βιβλίου· ο συγγραφέας δεν παρελθο­ντο­λογεί θρηνητικά, στατικά, αντι­θέτως το κεί­μενο είναι δια­ποτισμένο από μια δημιουργική –ας μου επιτρα­πεί- νοσταλγία. Ανασυστήνει την μακρινή δεκαετία του 50 με εικόνες στιβαρές που απαρτίζονται από λε­πτο­μέρειες και κλιμακούμενες απαλές αποχρώσεις και απαιτούν το εξα­σκη­μένο μάτι του προ­σεκτικού και ευαί­σθη­του παρατηρητή. Όταν αναφέρεται, για παράδειγμα, στις οικοδομι­κές εργασίες εκεί­νης της εποχής δεν διστάζει να πε­ρι­γράψει ως και τις στραβωμένες πρόκες οι οποίες μετά τα ξεκα­λουπώματα ισιώνονταν από τους εργάτες  για να ξαναχρησι­μο­ποιηθούν αργότερα, εικόνα πολύ χαρα­κτη­ριστική για όσους έχουν έστω και μια μικρή ιδέα από το συγκεκριμένο χώρο, που δείχνει την μεγάλη φτώχεια που υ­πήρχε τότε και συγχρόνως το αυτονόητο αίσθημα της οικο­νο­μίας· σκηνή που σήμερα δεν θα την συναντούσαμε εύκολα.
 
          Όταν ολοκλήρωσα το διάβασμα του βιβλίου ήμουν γεμά­τη χρώματα, εικόνες και με πολύ ενεργοποιημένη και ευάλωτη την φαντασία μου, αφήνοντάς την λοιπόν να πάει λίγο πα­ραπέρα αναρωτήθηκα το εξής: εκτός από την στάση/­πρό­ταση που διαγράφεται μέσα από τα κείμενα, τι είδους τέχνη άραγε θα μπορούσε να γεννηθεί απ’ αυτά; Σκέφτηκα τους εμπρεσ­σιονιστές -τον εμπρεσσιονισμό άλλωστε τον αναφέρει και ο ίδιος ο συγγραφέας συχνά- και τους υπαιθριστές επίσης που λά­τρεψαν τη φύση και υπηρέτησαν το φως. Αυτές οι εικόνες αναδύθηκαν από την μία μεριά. Από την άλλη όμως μου έγνεψε ο Μαγιακόφσκι με την παράξενη λατρεία του για τον ηλεκτρικό λαμπτήρα, που όπως λέει χαρακτηριστικά, από την ώρα που τον είδε έχασε το ενδιαφέρον του για τη φύση. Και λίγο παραπέρα το φουτουριστικό κίνημα που υμνού­σε τη μηχανή, την κίνηση, την ταχύτητα· ότι βρίσκεται δηλαδή ακριβώς στον αντίποδα της φύσης και έξω από τον χωροχρόνο της, και αναπτύχθηκε λόγω της βιομηχανικής ανάπτυξης και της μαζικής εσωτερικής μετακίνησης εργατικού δυναμικού δηλ. της αστικοποίησης.
          Ίσως η τέχνη που άνθισε ακριβώς μέσα σ’ αυτή την αφύ­σικη αποκοπή και ασφυξία να αποτελεί ένα είδος απά­ντησης στη γενεσιουργό της αιτία, και στο αίσθημα που αυ­τή προ­ξενεί. Γιατί όλη η λεγόμενη «καταραμένη τέχνη» δεν θα μπο­ρούσε φυσικά να ανθίσει ...στη φύση. Επίσης η conseptualart -η διανοητική τέχνη- που λειτουργεί ξεκομμένα, σχεδόν απο­κλειστικά διανοητικά και αφύσικα, αναπτύσσει και επικοινωνεί -όταν σπανίως το καταφέρνει- με ένα μόνο από τα κέντρα επι­κοινωνίας του ανθρώπου υποβαθ­μίζοντας, αν όχι υποτι­μώντας, περίπου εντελώς τα πλαστικά στοιχεία του εικαστικού έργου. Ίσως ανάμεσα σε τόσες άλλες σκέψεις που μας γεννά «Ο κήπος» του Γ.Σ. να μας δίνει μια ευκαιρία αναστοχασμού και επανεκτίμησης ορισμένων προ­σεγ­γίσεων και μορφών της τέχνης, με αφορμή τις συνει­δη­το­ποιήσεις στις οποίες μας οδη­γεί.
          Αυτός ο  νέος ουρμπανισμός, που μέσα του κυοφο­ρήθη­καν τα παραπάνω καλ­λιτεχνικά ρεύματα/κινήματα, «απο­θέ­ωσε την κυριαρχία των τεχνημάτων» και την πλήρη απο­κο­πή του ανθρώπου από τη φύση, και στηρίζεται, κατά τη γνώμη μου, στην ανθρωποκεντρική και αλαζονική στάση του ανθρώ­πινου είδους, που θεωρεί ότι μπορεί να είναι αύταρκες έξω από τον φυσικό κύκλο και κατά κάποιο τρόπο την νομιμοποιεί και την διαιωνίζει, παρ’ όλα τα δεινά που έχει προκαλέσει στον πλα­νήτη.
          Το αστικό συγκρότημα έτσι όπως το ζούμε μετά την βιο­μηχανική επανάσταση και την συστηματική αστικοποίηση, και μιλώντας πιο συγκεκριμένα για την Ελλάδα μετά την εποχή της λυσσαλέας αντιπαροχής, απέχει πολύ και από την ανθρώ­πινη και από την φυσική κλίμακα, απέχει επίσης από την έν­νοια της πόλης και του πολίτη με την ουσιαστική λειτουργίας τους. Ο Γ.Σ. σε μια παλαιότερη εργασία του για την Αττική το 1996 περιγράφει πολύ εύστοχα, διαβάζω: «...η ζωή των πόλεων εκτοπίζει την οικειότητα προς όφελος της ελευ­θεριότητας, ο κάτοικος σχετίζεται ελάχιστα με τον γει­τονικό του περίγυρο, λειτουργεί κυρίως ως καταναλωτής, χρή­στης υ­πη­ρεσιών, θεατής διερχόμενων ανθρώπων, διακι­νού­μενος από τόπο σε τόπο, χωρίς βαθύτερο δεσμό με τον χώρο... (και πα­ρακάτω συμπληρώνει...) ενώ διευρύνεται το έλλειμμα αλλη­λεγγύης, φι­λίας, οικειότητας των ανθρώπων μεταξύ τους.»
 
          Παρ’ όλα αυτά θεωρώ πως δεν θα πρέπει να παρα­βλέ­ψουμε την ταυτόχρονη εωσφορική γοητεία που ασκεί πάνω μας η πόλη ως τέχνημα, ως κατασκευή και τον ρόλο της σαν αντίπαλο δέος της φύσης. Ανάμεσα στα σημαντικά δώρα της είναι η διασφάλιση της ιδιωτικότητας κι ένα αίσθημα α­σφά­λειας απέναντι στην αγρι­ότητα των φυσικών φαινομένων, που ωστόσο όλο και περισσότερο διαψεύδεται. Συχνά αυτά τα δώρα μετατρέπονται σε δεινά, μια που η πολυπόθητη ιδιωτικότητα τελικά μας μεταμορφώνει από πολίτες σε ιδιώτες.
          Οι πόλεις όπως τις βιώνουμε, αρχικά δημιουργήθηκαν από το φαντασιακό των αρχιτεκτόνων και των πολεοδόμων, χωρίς ιστο­ρία. Η ιστορία τους δημιουργείται σιγά-σιγά μέσα από τα διάφορα στάδια που περνούν, τα γεγονότα που δια­δραμα­τί­ζονται στις πλατείες, στα κέντρα, στα μαγαζιά, στους δρόμους και στους τοίχους τους, που έτσι αποκτούν την δικής τους ιστο­ρία, για παράδειγμα, όπως όλοι ξέρουμε στους τοίχους της Πα­τησίων υπάρχουν ακόμη τα ίχνη από τις σφαίρες της κατοχής και του Πολυτεχνείου. Και αυτή η ιστορία που γράφε­ται στα­διακά στο σώμα της πόλης είναι ίσως ένα μικρό ανά­χωμα απέναντι στην ψυχικοσυναισθηματική αφασία που ακι­νη­το­ποιεί τον νέο ευαίσθητο άνθρωπο που γεννιέται στη ση­μερινή πόλη κι έχει για μοναδική του πατρίδα το διαμέρισμα. Πως να συνδεθεί αυτός ο νέος με το χώρο, για ποιά φύση να του μιλήσουμε; Με ποιές παραστάσεις θα μπορέσει να φορ­τιστεί συναισθηματικά για να αντιληφθεί και να ξαναβρεί μια ταυ­­τό­τητα μέσα στο χωροχρονικό σύστημα που τον πε­ριβάλ­λει;
          Τίθεται λοιπόν ένα σημαντικό ερώτημα: πώς θα επανα­φέ­ρουμε το μέτρο ανάμεσα στα δύο αντίπαλα μέρη, ανάμεσα στην καταγοητευμένη από τις ανέσεις των τεχνημάτων και ταυτοχρόνως αδρανοποιημένη αστική κοινωνία και την εγκα­ταλειμμένη και φθίνουσα γύρω μας φύση; Μέσω της εκπαί­δευσης; Κάνοντας εκδρομές και δεντροφυτεύσεις τα Σαββατο­κύριακα; Υπήρξαν κινήματα που προσπάθησαν να προτείνουν κάποιες λύσεις. Το κίνημα των χίπις ήταν το πιο θεαματικό, αλλά πόσο κράτησε;
          Φυσικά η απάντηση σ’ όλα αυτά τα χαμένα συστατικά του απωλεσθέντος παραδείσου δεν είναι η επιστροφή στις πρα­κτι­κές και στις λύσεις του παρελθόντος· θα μπορούσε όμως ενδε­χομένως να γίνει μια σύνθεση των αντίθετων αυτών τάσεων. Και έχει ήδη αρχίσει να γίνεται. Λόγω της έλλειψης δια­θέσιμων καλλιεργήσιμων εδαφών και της αύξησης του πληθυσμού της γης, αρχιτέκτονες, μηχανικοί και αγρονόμοι προτείνουν την Κάθετη Γεωργία, την Αστική Γεωργία, στους Ουρανοξύστες­/Αγροκτήματα κ.α. όπου οι καλλιέργειες θα γίνο­νται μέσω της υδροπονίας, δηλαδή χωρίς χώμα. Το δίκτυο βρίθει σχετικών πληροφο­ριών. Μιά άλλη εναλλακτική πρό­τα­ση μπορεί να είναι η συνδιαχείρηση κοινόχρηστων χώρων, όπου σε ευτυχείς περι­πτώ­σεις όπως το πάρκο στη Ναυρίνου έχουν ήδη φέρει απο­τε­λέ­σματα. Αλλά και σε στέγες, πεζούλια, μπαλκόνια, ταράτσες η Αστική Γεωργία μπορεί να δώσει λύσεις και τροφική αυτά­ρκεια στην πόλη. 
 
          Σε δυο τρία σημεία του βιβλίου ο Σχίζας μνημονεύει τον Λε Κορμπυζιέ, τον πρωτοπόρο μοντερνιστή Ελβετό αρχι­τέ­κτονα, πολεοδόμο, ζωγράφο, γλύπτη και συγγραφέα που εξέ­φρασε όσο λίγοι τα όνειρα αλλά και τις απογοητεύσεις της βιομηχανικής εποχής. Ο βασικός πυρήνας του σκεπτικού του ήταν ότι η εξοικονόμηση ζωτικού χώρου σε πλάτος μπορεί να επιτευχθεί αξιοποιώντας το ύψος, δηλαδή δημιουργώντας ψη­λά κτίρια με πιλοτές και πολύ ελεύθερο χώρο γύρω τους. Σε συνεντεύξεις του έλεγε πως τα υλικά του είναι το σίδερο, το γυαλί, το φως, το χώμα και ο αέρας. Μπορεί να είχε τις καλύ­τερες προθέσεις όταν έγραφε και σχεδίαζε ο Λε Κορμπυ­ζιέ, προ­σωπικά πάντως πιστεύω ότι το στοίχημα το έχασε, γιατί τα σχέ­διά του εφαρμόστηκαν τόσο αλλοιωμένα που έγι­ναν α­γνώ­ριστα. Στο σύγχρονο αστικό τοπίο που τα πάντα καθορίζονται από το οικονομικό όφελος, σπάνια βλέπουμε πο­λυκατοικίες να περι­βάλλονται από τον ανοιχτό χώρο που ορα­ματίστηκε εκεί­νος.
          Έτσι ουσιαστικά μοιάζει σαν ο δημόσιος χώρος να εξα­φανίστηκε αμέσως μετά την αστικοποίησή του. Η αστική τάξη προτάσσοντας ως ανώτερη αξία την ιδιωτικότητα δημιούργησε χωριστές περιοχές γι’ αυτήν μακριά από τις συνωστισμένες εργατικές συνοικίες και τις « πνιγηρές και κακόγουστες»πολυ­κατοικίες. Κι ενώ τα λαϊκά άσματα έχουν πολυτρα­γουδήσει τα μι­κρά κι ανή­λια­γα στενά με τα χαμηλά φτωχό­σπιτα της επο­χής που περι­γρά­φεται στο βιβλίο του Γ.Σ. κανείς δεν τρα­γού­δησε με παρόμοιο με­ράκι για τις ά-σχημες (χωρίς σχήμα) και απρό­σω­πες πολυ­κατοικίες  της αντιπαροχής.
         
          Και κάτι τελευταίο που μου έκανε εντύπωση είναι πως ενώ το βιβλίο αυτό αποτελεί φόρο τιμής της παιδικής ηλικίας και των βιωμάτων μιας άλλης εποχής και ενός άλλου κόσμου συνδεδεμένου με το φυσικό περιβάλλον και με διαφορετική κλίμακα τρόπων και αξιών, ο Γιάννης δεν χάνει την ευκαιρία να ρίξει τον σπόρο και να διατυπώσει κάποιες σκέψεις­/λύσεις­/προ­τά­σεις εμπνευσμένες από τις πιο προωθημενες σύγχρονες αναζητήσεις που επιχει­ρούν να συνδέσουν τον αστι­κό με τον γεωργικό χώρο και που θα μπορούσαν αν εφαρμο­ζό­ντουσαν να αμβλύνουν τα συσσω­ρευμένα προβλήματα. 
          Ίσως ο Γιάννης σαν αδιόρθωτος και επίμονος ακτιβιστής να θέλησε αυτό τον σπόρο να τον δει να αρθρώνεται και να καρπίζει παραπέρα εδώ, με την συμμετοχή όλων μας, μέσα από την συζήτηση...
 
Ηρώ Νικοπούλου
Νέα Σμύρνη 21.10.2014
Τελευταία Ανανέωση:
Πέμ, 11/13/2014 - 09:20