Η Τούλα Ρεπαπή για τη συλλογή διηγημάτων "Ελληνιστί: ο Γρίφος" (Ιστολόγιο Diavasame, 30-05-2013)

  

  

 

 

 

 

 

 Ελ­λη­νι­στί:Ο γρί­φος 

 

 
Το κο­λάζ της ζω­ής μας  
της Τού­λας Ρε­πα­πή

            Στο «Ελ­λη­νι­στί: Ο γρί­φος», μέ­σα α­πό έ­ναν ση­μα­ντι­κό α­ριθ­μό μικρών δι­η­γη­μά­των, η συγ­γρα­φέ­ας συ­νε­νώ­νει κομ­μάτια α­πό στιγ­μιό­τυ­πα της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας και συν­θέ­τει έ­να κο­λάζ που α­πει­κο­νί­ζει το ση­μερι­νό πρό­σω­πο της κοι­νω­νί­ας. Οι ή­ρω­ές της χά­νουν τη μέ­τρη­ση του χρό­νου και ξε­χνούν το πρό­σω­πο του παι­διού τους. Ξε­χνούν πό­τε έ­φυ­γε κι ας το πε­ρι­μέ­νουν εί­κο­σι πέ­ντε χρό­νια να γυ­ρί­σει. Ταυ­τό­χρονα, πω­λούν το σπί­τι τους που­λώ­ντας και τις α­να­μνή­σεις τους. Άλ­λοι, άν­θρω­ποι μο­να­χι­κοί, φο­βι­κοί, πε­ρι­θω­ριο­ποι­η­μέ­νοι, κι­νού­νται σαν τον πάκ­μαν που τρώ­ει α­κό­μη και τη ζω­ή τους. Συγ­χρό­νως, συ­ναι­σθή­μα­τα χω­ρίς λό­για εκ­φρά­ζο­νται με δά­κτυ­λα, τσα­λα­κώ­νο­ντας και αυ­τά με τη σει­ρά τους ό,τι τσαλα­κώ­θη­κε μέ­σα τους. Κά­που αλ­λού, μια μορφή αλ­λη­λο­γρα­φί­ας στο α­πό­λυ­το κε­νό. Δεν γνω­ρί­ζει την ό­ψη του, τη χροιά της φω­νής του. Δεν ξέ­ρει αν ται­ριά­ζουν. Ό­μως πλά­θει μύ­θους για να α­ντέ­ξει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κα­τα­λή­γο­ντας α­πο­κλει­σμέ­νος/η και πε­ρι­θω­ρια­κός/η. Άλ­λοι, στιγ­μα­τι­σμέ­νοι και πα­ρά­ται­ροι, χά­νουν τη ζω­ή τους ε­γκλω­βι­σμέ­νοι στο σή­με­ρα, κα­τα­πιέ­ζουν και κα­τα­πιέ­ζο­νται ό­ντες ταυ­τό­χρο­να θύ­μα­τα και θύ­τες.
            Στις α­φη­γή­σεις δε­σπό­ζει η μη­τρι­κή πα­ρου­σί­α και α­ραιά και πού εμ­φα­νί­ζε­ται ο πα­τέ­ρας σαν κο­μπάρ­σος του ρό­λου του. Οι άν­δρες μά­χο­νται και αυ­τοί να κα­λύ­ψουν το κε­νό της α­που­σί­ας δί­πλα τους. Α­τε­λέ­στε­ροι των γυ­ναι­κών. Ω­στό­σο, άν­δρες και γυ­ναί­κες α­πο­ζη­τούν την α­γκα­λιά, αυ­τήν που μό­νο μια μά­να ξέ­ρει και δί­νει.
            Και ο χρό­νος χά­νε­ται, πα­ρα­μέ­νει α­κί­νη­τος και πα­γω­μέ­νος, με­τα­τρέ­πο­ντας σε εξω­πραγ­μα­τι­κή και στά­σι­μη τη ζω­ή. Εν αντι­θέ­σει με τα κτή­ρια που αλ­λά­ζουν μέ­γε­θος μα­ζί του. Χά­νουν το ύ­φος τους. Φαί­νο­νται πιο μι­κρά. Τα τραύ­μα­τα, ά­ρα­γε, με το χρό­νο μι­κραί­νουν;
            Τι εί­ναι γρί­φος, τε­λικά; Για­τί οι άν­θρω­ποι δεν ται­ριά­ζουν, δεν μο­νιά­ζουν, δεν ε­πι­κοι­νω­νούν, δεν α­γα­πιού­νται και α­νυ­πο­χώ­ρη­τοι α­φή­νουν τη ζω­ή να χά­νε­ται μέ­νο­ντας μό­νοι, ό­ντες και συντρο­φευ­μέ­νοι; Για­τί οι άν­θρω­ποι δεν φτά­νουν στην προ­σω­πι­κή τους ο­λο­κλή­ρω­ση και ευ­τυ­χί­α; Γρί­φος πα­ρα­μέ­νει το για­τί!
            Η Η­ρώ Νι­κο­πού­λου, με εν­δια­φέ­ρου­σα γρα­φή και κεί­με­να με α­να­τρε­πτι­κό τέλος, το­νί­ζει το α­πρό­βλε­πτο και το πα­ρά­ται­ρο της ζω­ής και τα συρ­ρά­πτει για να συν­θέ­σουν τον καμ­βά της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Οι ή­ρω­ες στην πλειο­νό­τη­τά τους κου­βα­λούν παι­δι­κά τραύ­μα­τα και ου­λές και εμ­φα­νί­ζο­νται σαν να εί­ναι άν­θρω­ποι σε α­να­μο­νή. Ε­κτός ε­αυ­τού και ορί­ων λο­γι­κής. Πα­σχί­ζουν να ε­πι­βιώ­σουν και να συ­ντρο­φευ­θούν χω­ρίς να τα κα­τα­φέρ­νουν και η συγ­γρα­φέ­ας με ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα τούς ται­ριά­ζει για να προ­βά­λει το α­ταί­ρια­στό τους. Πα­ρα­μέ­νουν α­νι­κα­νο­ποί­η­τοι και δυ­στυ­χείς, ζώ­ντας τη ζω­ή τους με κε­νά.
            Με μι­κρές κο­φτές προ­τά­σεις και ζω­ντα­νούς διά­λο­γους δί­νει σφρί­γος και παλ­μό στην α­φή­γη­ση, ε­νώ οι λέ­ξεις –το λε­ξι­λό­γιο εί­ναι πλού­σιο– παίρ­νουν θέ­ση χρω­μά­των δη­μιουρ­γώ­ντας λε­κτι­κούς πί­να­κες. Ε­πί­σης, στις πε­ρι­γρα­φές της α­να­δει­κνύει λε­πτο­μέ­ρειες που μό­νο το α­σκη­μέ­νο μά­τι μιας ζωγρά­φου μπο­ρεί να ε­ντο­πίσει/α­να­λύ­σει, προ­βάλ­λο­ντας τις α­πο­χρώ­σεις της έ­ντα­σης και θερ­μό­τη­τας των συ­ναι­σθη­μά­των. Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη γρα­φή, θα έ­λε­γε ο α­να­γνώ­στης. Πα­ράλ­λη­λα, με φα­ντα­σί­α κά­νει εν­δια­φέ­ρου­σα την πλο­κή και με σύμ­μα­χο τις ευ­φυείς πα­ρο­μοιώ­σεις ζω­ντανεύ­ει πρό­σω­πα, τοίχους, κή­πους και α­ντι­κεί­με­να.
            Και ό­πως στους πί­να­κές της υ­πάρ­χει κά­τι, σαν α­προσ­διό­ρι­στο κε­νό, που ε­πι­τρέ­πει να χωρούν πολ­λές ερ­μη­νεί­ες, έ­τσι και στα κεί­με­νά της υ­πάρ­χουν «κε­νά» για να α­να­πνέ­ουν και μπαί­νο­ντας ο κά­θε α­να­γνώ­στης μέ­σα σε αυτά να ζει τη δι­κή του ζω­ή και να γί­νε­ται συ­νέ­νο­χος γρά­φο­ντας/ελ­πίζο­ντας το δι­κό του τέ­λος. Χω­ρίς ω­στό­σο, να υ­πάρ­χει πά­ντα το χά­πι ε­ντ.
 
 
                                                                                                                              
 

 

Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 06/10/2014 - 09:34