"Δεκαπενταύγουστος", (εφ. Αυγή, Γράμματα και Τέχνες, επετειακό, 15-08-2012)

  

    

 

Δεκαπενταύγουστος
 
— Ωχ, η πιατέλα! Εύη, Εύη πρόσεχε, το τελευταίο σκαλί είναι πιο χαμηλό.
Ακολούθησαν απανωτοί κρότοι, γυαλικά που θρυψα­λιά­στη­καν, μαχαιρο­πήρουνα κροτάλισαν στιγμιαία στις πλάκες κα­ρύστου του κήπου, μια πα­ρα­τε­ταμένη στριγγλιά και απ’ το βά­θος μια μισοπνιγμένη χριστο­πανα­γία.
            Η Εύη χάμω ανάσκελα στηριγμένη στους αγκώνες ξέ­μεινε να κοιτά τριγύρω της τα σκορπισμένα μεζεδάκια, λου­κάνικα Φραγκφούρτης, Με­τσο­βίτικο καπνιστό, Μπλέ τυρί που το πλασάριζαν στους καλεσμένους για ροκφόρ, αγγου­ράκια και παστές σαρδέλλες. Το φουστάνι της είχε μα­ζευ­τεί ψηλά στα πό­δια και αποκάλυπτε το ροδακινί της εσώρουχο. Ο Λεω­νί­δας έτρεξε και τη σή­κωσε τρομοκρατημένος.

 

            Ευ-αγγελία σου λέει..., τελικά δεν αποδείχθηκε και τόσο ...ευχάριστη αγ­γε­λία... Εγώ ξέρω πως από τότε που μπήκε στο σπίτι μας τον έχασα. Όλο μαζί της ασχολείται. Όσο ήταν με τη μάνα της είμασταν ήσυχοι, αλλά βλέπεις δεν προγραμματίζονται όλα. Πού να το ΄ξερα πως θα τη φορτω­­νό­μου­να και μά­λιστα στην πιο άχαρη ηλικία, στην πιο αντι­δρα­στι­κή. Και κεί­νος μες τις τύψεις να τρέχει από πίσω της, να την μα­ζεύει μη και του πη­δη­χτεί. Και εί­ναι και θρησκευάμενοι· και οι δύο. Νηστεία, μετά­ληψη και αποχή ο με­γά­λος. Νηστεία, μετάληψη και καμιά ξεπέτα η μικρή. Ποτέ δεν κα­τά­λαβα πώς τα ταχτοποιούν έτσι, πού τα χωράνε και τα δυό. Νομίζω κάνουν σκό­­ντο πότε στο ένα, πότε στο άλλο, μια το σώμα, μια η ψυχή. Λοιπόν, αυτό ποτέ πριν δεν το αξιολόγησα. Κακώς! Ο Λεωνίδας κοιμάται όρθιος τον ύπνο του δικαίου, εγώ όμως την καταλαβαίνω όποτε γυρνάει από ρα­ντε­βου­δάκι, πως λάμπει ολόκληρη. Κι άλλοτε πως μαραίνεται σαν από­τι­στο για­σεμί. Κλειστό κορίτσι όμως, στρείδι, λέξη δεν χαρίζει. Ελπίζω να μη χρει­α­­στεί να φτά­σουμε στα άκρα.

 

            Και κάθε χρόνο στη γιορτή μου η ίδια ιστορία, συγγενείς, τραπεζώ­μα­τα, το τεράστιο σόι του Λεωνίδα κι όλα στην πλάτη μου. Που να μη γιόρ­τα­­ζα, ξινό μου βγαί­νει. Κι η Εύη τοποτηρητής, να κόβει κίνηση, τί πάει στρα­βά, τί πάει λάθος. Είναι και καλομαθημένη, δεν κου­νά­ει το χε­ράκι της να με βοη­θήσει λίγο. Ορίστε, μια δουλειά είπε να κάνει και τα ‘κανε μαντάρα. Να μου ‘λειπε. Όλα έτοιμα τα περιμένει, σαν τον μπαμπάκα της. Έμπλε­ξα! Έμπλεξα άσχημα. Εγώ που καυχιόμουνα για την ελευ­θε­ρία μου -κά­νο­ντας τα ξινά γλυκά βέβαια —ότι παιδιά σκυλιά δεν έχω κι όπου θέλω πάω— με το Λεωνίδα πάντα, τώρα που μας κατσικώθηκε η μι­κρή πρι­γκί­πισα δεν μπο­ρούμε να κουνήσουμε ρούπι. Να τα φροντι­στή­ρια, άντε τα δια­βάσμα­τα, κα­θημερινό μαγείρεμα και τελειωμό δεν έχουν. Για το σιδέ­ρωμα δεν θα μι­λήσω...Ευτυχώς που τελειώνει φέτος να μπει σε καμιά σχολή να ησυ­χά­σου­με, αν προλάβει βέβαια γιατί έτσι όπως την κόβω θα ‘χουμε άλλα.


Να με συμπαθούσε τουλάχιστον λιγου­λά­κι...Κι είναι κι όμορφο πα­νάθεμά το. Όταν γελάει —σπανίως— κάνει κάτι λακ­­κάκια στα μάγουλα σαν νε­ρο­λι­μνούλες. Αλλά δεν με χωνεύει, δυστυ­χώς. Τί να κάνουμε; Ούτε κι εγώ... άλλω­στε.

 

 

            Ο αστράγαλος της Εύης κοκκίνισε και πρήστηκε σχεδόν αμέσως. Αυτό το πέσιμο ήταν ότι κα­λύ­τερο μπορούσε να της συμβεί για Δεκα­πε­νταύγουστο. Ούτως ή άλλως βαριόταν θανάσιμα τις οικογενειακές μα­ζώ­­ξεις, όπου τα σόγια ξιφουλκούσαν με παραγεμισμένα στόματα ανά­με­σα σε σου­βλιστά αρνιά και χοντοκομμένα αστεία, οπότε χάρισε στην ο­μή­γυρη ένα πονεμένο πλην ηρωικό χαμόγελο όλο λακκάκια και ζήτησε να την ρυμουλκίσουν στον επάνω όροφο. Ο Λεωνίδας την ανέ­βα­σε στο δω­­μάτιό της, της έδωσε ένα παρηγηρητικό φιλί και υποσχέθηκε πως θα επι­στρέψει σύντομα. Την ησυχία του δωματίου διέκοπτε η αργόσυρτη υπνω­­τι­­σμένη κραυγή των τζιτζικιών. Εκεί είχε όλο το χρόνο να π­ροβλη­ματι­στεί για την κατάστασή της. Μετά από ώρα αναρω­τήθη­κε πώς γίνε­ται μια επαναλαμβανόμενη κραυγή στο τέλος να ακούγεται υπνω­τι­κή κι υπνω­τι­σμένη.
            Ήξερε πολύ καλά πως η Δέ­σποι­­να δεν την χώνευε, πόσο μάλλον τώ­ρα που της έσπασε και την καλή πι­α­τέλα. Κι ήταν κρίμα γιατί εκείνη απ’ όταν ορφάνεψε χρειαζόταν επει­γόντως μάνα, αλλά δεν βρήκε ποτέ τον τρόπο να της το δείξει. Η Εύη ζύ­γισε προσεκτικά τις σκέψεις της κοι­τώ­ντας το ταβάνι και για πρώτη φορά συνειδητοποίησε πως δεν ήταν ακριβώς έτσι τα πράγματα, δεν την χρειαζόταν επειγόντως από την αρ­χή. Αντιθέτως τον πρώτο καιρό της γύριζαν τ’ άντερα που αναγκάστηκε να ζήσει μαζί τους· αισθανόταν πως την ξεγέλασαν με διπλή προδοσία πρώτα ο θάνατος της μάνας της, κι έπειτα η ξένη γυναίκα πλάι στον πατέρα της που αντάριαζε να τη βλέπει. Αλλά όταν της καταλά­γιασε ο θυμός —πράγμα που της πή­ρε πάνω από τρία χρόνια, όλο το γυμνάσιο και κάτι από την πρώ­τη λυκείου, εκεί πά­ντως όταν ήταν πια έτοιμη να ξεσπάσει και να αφε­θεί στο θρήνο, τότε αισθάνθηκε πως την χρεια­ζότανε. Αλλά ποτέ δεν τόλμησε να εκφράσει την ανάγκη της, άλλωστε ήταν σί­γου­ρη πως θα ‘τρωγε πόρτα, τό ‘βλεπε στα μάτια της, στις κινήσεις της όταν την παρακολουθούσε μήπως κατορ­θώσει και βρει ρωγμή στα συναι­σθήματά της, μια μικρή σχι­σμού­λα για να κουρνιά­σει. Όμως η Δέσποινα ή­ταν πολύ σκληρή μαζί της κι όλο μούτρα στον πα­τέ­ρα της. Η Εύη ανα­τρί­χιασε σύγκορμη στη σκέψη του. Ούτε που μπορού­σε να δια­νοηθεί να του πει τί της συνέβαινε. Η σκέψη της τη μια στιγμή γινόταν διαγής και την αμέσως επόμενη θόλωνε κι έψαχνε για δικαιολογίες. Γι’ αυτό κι αυτή το ΄ριξε στους έρωτες...
            Οι φωνές ανέβαιναν από τον πίσω κήπο μπουκωμένες απ’ τη ζέ­στη, σα χαλασμένα μπάσα φωνητικά παλιάς ελληνικής ταινίας­. Ανάμεσα κυματιστά γελάκια, σόκιν μισοπνιγμένα στα κρασιά και στα τσίπου­ρα. Της ήρθε αναγούλα. Κι αυτή τη φορά δεν κατόρθωσε να κρα­τη­θεί, δεν πρόλαβε καν να γυρίσει στο πλάι, έκανε εμετό ανάσκελα.
            Η Δέσποινα ανεβοκατέβαινε διαρκώς τις σκάλες κουβαλώντας διά­φο­ρα, τώρα σειρά είχαν τα φρούτα και τα γλυκά. Η Εύη άκουγε τα βήμα­τά της που προ­σπερνούσαν αδιάφορα μπροστά απ’ το δωμάτιό της και δα­γκωνόταν. Είχε δη­λώσει βέβαια πως δεν θα έτρωγε, και όταν της έδωσαν παυ­σίπονο υπο­σχέ­θηκε ότι θα κοιμόταν μέχρι να μπορέσουν να βρουν γι­α­τρό. Ωστόσο όσο περνούσε η ώρα ο αστράγαλός της πονούσε και στην παρα­­μικρή κίνηση. Την πήρε το παράπονο. Προσπάθησε με κάτι χαρτο­μά­­ντη­λα να μαζέψει όσο μπορούσε τα δύ­σο­σμα υγρά του στομάχου της. Το δωμάτιο βρωμοκαπούσε ξινίλα, της ήρθε δεύτερη αναγούλα, αυτή τη φο­­­ρά δεν θα την γλίτωνε, θα την έπαιρναν είδηση και με το πόδι τού­μπα­νο μάλλον δεν θα μπο­ρούσε να κινηθεί για μέρες κι επομένως θα ήταν α­δύ­­να­το να διευθετήσει το ζήτημά της με τον τρόπο που ήξερε μόνη της. Ήταν εγκλωβισμένη και κουρασμένη. Όλα μέσα της κουβάρι, σκηνές, λέξεις, αποφάσεις, συναι­σθήματα.
 
            Ξύπνησε από τα εορταστικά αποχαιρετιστήρια κορναρίσματα. Τα σό­­για αποχωρούσαν μετά βαϊων κι όλη η γειτονιά κουδούνιζε συνθη­ματι­κά. Αποφάσισε να πάει στην τουαλέτα κουτσαίνοντας. Στο διάδρομο δια­σταυ­ρώθηκε με τον πατέρα της που όμως ήταν πολύ πιωμένος για να την βοηθήσει. Ξανακλείστηκε στο δωμάτιό της κι αφουγκραζόταν τους ήχους του σπιτιού. Σύντομα εντόπισε το βαρύ ροχαλητό του Λεωνίδα. Τα πηγαι­νέλα της Δέποινας συνεχίστηκαν μέχρι λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Όλα μό­νη της τα κάνει πάλι, σκέφτηκε η Εύη και σαν να την συμπόνεσε. Την ά­κου­σε να μαζεύει τις πλιάν καρέκλες και τα τραπέζια του κήπου, να βά­ζει απα­νωτά πλυ­ντή­ρια για τα πιάτα, να πλένει ταψιά και κατσαρόλες, να κρύβει κοψίδια και γλυ­κά για την επομένη και να φιλεύει με τα υπο­λείμ­μα­τα τα ορφανά του κή­που. Είχε ψώνιο με τις γάτες. Ήταν τα μωρά της. Ένα ζεστό ρεύμα τρέμισε βαθειά της.
            Η Δέσποινα άνοιξε την πόρτα του δωματίου απαλά. Πλησίασε το κρε­βάτι της Εύης νυχοπατώντας. Η φιγούρα της έχο­ντας πίσω το φως του δια­δρόμου φέγγισε ψηλόλιγνη. Της μπούκωσε την μύτη η μπαγιάτικη ο­σμή του εμετού. Προσπάθησε να διακρίνει στο μισο­σκό­ταδο το χτυπη­μέ­νο πό­δι. Σκέπασε ελαφρά με το σεντόνι το ιδρω­μέ­νο σώ­­μα του κοριτσιού.
— Θέλεις να κάτσεις για λίγο; Η φωνή της Εύης μόλις που ακούστηκε.
— Α, ξύπνια είσαι; Πονάς; ψιθύρισε η Δέσποινα.
— Αρκετά...
Η Δέσποινα της έσφιξε μαλακά τον καρπό του χεριού.
— Αύριο, θα ΄ρθει γιατρός, δεν θα ΄ναι τίποτα, θα δεις θα περάσει με λίγες μέ­­­ρες ακινησία.
— Λίγες μέρες...είναι πολλές.
Έκανες πάλι εμετό;
Το κορίτσι ξεροκατάπιε και δεν μίλησε.
— Πρέπει να μάθεις να κάνεις υπομονή, δεν μας έρχονται όλα ρόδινα.
— Όσο γι’ αυτό...το εμπέδωσα νωρίς.
— Ναι ξέρω...
Της ξανάσφιξε το χέρι που τώρα ήταν μούσκεμα και συνέ­χισε,
— ...κι εγώ δεν ήμουν ίσως ό,τι χρειαζόσουν, ό,τι περίμενες...
Έμειναν για λίγο σιωπηλές, έπειτα η Δέσποινα πρόσθεσε,
— ...αν και θα το ΄θελα.
— Ποτέ δεν είναι αργά, είπε τρέμοντας η Εύη κι ανασηκώθηκε ελαφρά.
Η Δέσποινα ένιωσε να πλησιάζει ένα καυτό κύμα από το σώμα του κορι­τσι­ού και ίδρωσε απότομα. «Μάλλον σήκωσε πυρετό» σκέφτηκε, κι άπλω­σε το χέρι προς το μέτωπο της Εύης για να την θερμομετρήσει, η κοπέλα πα­ρερμηνεύοντας την κίνηση χύθηκε λυτρω­μέ­νη στην αγκαλιά της κι άρ­χι­σε να κλαίει γοερά. Το ξαφνιασμένο κορμί της Δέσποινας τραντά­χτηκε συθέμελα. Έμει­ναν έτσι αγκαλιασμένες όσο χρειάστηκε για να μα­λα­κώ­σουν οι αρ­μοί στο ώρι­μο σώμα και να ανοίξουν τα βου­λωμένα περά­σμα­τα· να βρει η ροή του αίματος τα σωστά μονοπάτια, να γί­νει το μέσα ρεύ­μα αναπνοή και ν’ αρθρώσει λέξεις.
— Μη φοβάσαι είμαι δίπλα σου, ψιθύρισε.
— Κάνε κάτι Δέσποινα, βοηθησέ με αυτή τη φορά να το κρατήσω, την κοίταξε επίμονα με μάτια έτοιμα να σπάσουν· έπειτα με σκυμμένο το κε­φά­λι συνέχισε, και θα ‘χουμε δυο να γιορτάζουμε του χρό­νου στη γιορτή σου.

 

Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 06/10/2014 - 09:15