Ομιλία στο Πολιτιστικό Κέντρο Dr. Selahattin Akcicek Esrefpasa με αφορμή το Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης στη Σμύρνη 07-04-2012

  

 Μήνυμα από την συνοικία απέναντι 

Γειά σας,
μόλις ήρθα από α­­πέναντι, και είναι η τρί­τη φορά που ε­πι­σκέ­πτομαι την Τουρκία!
 
Χαίρομαι που βρίσκομαι στην επικρατέστερη από τις επτά πόλεις που διεκδικούν την καταγωγή του Ομήρου! Η μυθολογία και η ιστορία της Ελλάδας είναι ζυμωμένη με όλη την ευρύτερη περιοχή, αλλά πέρα από αυτό έχω ιδιαίτερα προσωπικούς λόγους που αγαπώ την πόλη σας. Όταν ήμουν μικρή πολύ χαιρόμουν που ζούσα σε ένα προάστιο με τέτοιο εξωτικό όνομα, έτσι μου ακουγόταν! Σας το είπα και πρίν, μόλις ήρθα από απέναντι... Είμαι γέννημα θρέμμα της Νέας Σμύρνης. Ζω στο νότιο τμήμα της που βρίσκεται πολύ κοντά στο Φάληρο, απ’ τη βεράντα μου βλέπω την παραλία που είναι σε όλο της το μήκος γεμάτη φοίνικες και θυμίζει το Καρσί Γιακά.
Στην εφηβεία μου ανά­μεσα στον Καζαντζάκη, το Σε­φέρη, το Ρίτσο, τον Ελύτη, α­γά­πησα τον Ισμαήλ Εμρέ, τον Ναζίμ Χικμέτ και τρα­γου­δού­σα τα μελο­ποι­ημέ­να από τον Θά­νο Μικρού­τσι­κο, ποιή­ματά του. Διάβασα επίσης για τις αρχές του σου­φι­­­­­­σμού και η σκέ­­ψη πως «όλες οι Παρα­δό­σεις οδηγούν στην μία και μό­νη αλήθεια» με προβλημάτισαν βαθειά. Όταν το 1978 ο Αχμέτ Γιο­ρουλμάζ στον πρόλογο της Ανθολογίας 15 Προοδευτικοί Τούρκοι ποιη­τές, έγραφε ότι ο μοναδικός δρόμος για την ειρήνη ανάμεσα στους δύο λαούς μας είναι να αλληλογνωριστούμε, είχε απόλυτο δίκιο, άλ­λω­στε ακολουθώντας αυτή του την πεποίθηση έχει μεταφράσει αρκε­τούς έλληνες συγγραφείς στα τουρκικά. Σ’ αυτό το δρόμο λοιπόν βα­δίζουμε και τώρα μια και σαν γείτονες έχουμε τα ίδια βάσανα, τις ίδιες ελπίδες, και την ίδια θάλασσα που μας ενώνει.
Στην Ελλάδα η ποίηση έχει μακραίωνη ιστορία και πα­ρά­δοση και δεν έπαψε ποτέ να καλλιεργείται με πάθος. Απ’ ό­­­­­σο γνωρίζω και στην Τουρκία α­γα­πάτε την ποίηση και εκ­τι­μάτε τον ποιητή. Ο ποιητής σαν ευαίσθητος δέκτης κατα­γράφει μέσα από τους ποιη­τικούς του κώδικες την πραγ­μα­τικότητα μέσα στην οποία ζει· επικοινωνεί και φέρνει στην επιφάνεια κρυμμένα συναισθήματα, φόβους, ελπίδες, προσδοκίες. Εκφράζει και συνδέει τον ψυχικονοητικό κόσμο με τον εξωτερικό. Αυτό έκαναν οι ποιητές της λεγόμενης γε­νιάς του 1930  αν θέλουμε να μιλήσουμε για την σχετικά πιο πρόσ­φατη ποιητική παραγωγή στην Ελλάδα, έχοντας ως κεντρικό τους θέ­μα και δίνοντας έμφαση στο ελληνικό τοπίο, στα χρώματα της θά­λασσας, στο ξαναζωντάνεμα της ελληνικής παράδοσης, επιδίωξαν την σύνθεσή τους με τα μοντερνιστικά ρεύματα της υπόλοιπης Ευ­ρώπης, ερεύνησαν την ελληνικότητα και μίλησαν γι’ αυτήν· χαρα­κτηριστικό είναι το παράδειγμα του υπερρεαλισμού που έδωσε καρ­πούς μέσα από το έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου αλλά και του πρώιμου Ελύτη.
Από το 1940 και για τα επόμενα χρόνια ο κόσμος βυ­θί­ζεται στη φρίκη του δευ­τέρου παγκοσμίου πολέμου. Με­­­τά το τέλος του η Ελλάδα τα­­­­λανίστηκε από έναν φοβερό εμφύλιο που τελείωσε το 1949. Η θεματολογία στην ελληνική ποίηση εκείνης της περιόδου καθορίζεται από τις νωπές πληγές του πολέμου και από το αίσθημα της ήττας των χαμένων ευκαιριών και των προδομένων ονείρων. Είναι χαμηλόφωνη και δεν διεκδίκησε την θέση της στο προσκήνιο.
Ακολούθησε η γενιά του 1970 με τις έντονες επιρροές της από την αμερικάνικη μπιτ ποίηση, που χρησιμοποιεί προκλητικά τη γλώσσα, φυτεύει μέσα στο σώμα του ποιήματος αντιποιητικές λέξεις ενισχύοντας τον σαρκασμό και την ειρωνία· έχει αρκετά πεζολογικά στοιχεία και κριτική ματιά στα πράγματα, υποβαθμίζοντας σε δευτερεύουσα θέση ζητήματα μορφής ή μουσικότητας, επομένως η λυρικότητα υποχωρεί.
Τα επόμενα χρόνια η ποιητική έκφραση χαρα­κτη­ρί­ζεται από εσωστρέφεια και εν­δο­σκόπιση που αγγίζει τα ό­ρια της κρυπτικότητας. Ίσως γι’ αυτό η γενιά του 1980 ονο­μά­στη­κε γενιά του Ιδιωτικού Ο­ρά­­­ματος, μια και η ελληνική κοινωνία έχοντας πέσει στη πα­γίδα του καταναλωτισμού ά­φησε τις ανθρώπινες σχέσεις να χαλαρώσουν και την ομαδικότητα διαδέχθηκε η μοναξιά.
Καθώς όμως η ιστορία και η επιστήμη φέρνουν στην ροή τους νέα ερεθίσματα, από ένα χρονικό σημείο κι έπειτα, όπως όλοι ξέρουμε, ο πλανήτης ολόκληρος μέσω της χρήσης του διαδικτύου μετα­τρέπεται σε μια παγκόσμια κοινότητα που ανταλλάσει με φρενήρεις ρυθμούς πληροφορίες και έχει σε μεγάλο βαθμό κοινά ενδιαφέροντα, κοινή μουσική, κοινούς προβληματισμούς. Τότε είναι που το τοπικό παραμερίζεται, περνάει σε δεύτερο πλάνο και προβάλλονται θέματα και ύφος, μορφή και περιεχόμενο δηλ. που δεν μαρτυρούν την εθνι­κότητα του ποιητή και δεν θυμίζουν καθόλου την παλαιότερη ποίηση. Σήμερα ο ποιητής δεν γεννιέται στην Ελλάδα, στην Τουρκία ή στο Παρίσι, γεννιέται στο διαμέρισμα· δεν έχει τοπικές κι αγροτικές ανα­μνήσεις, ο αστικός τρόπος ζωής έχει ομοιογενοποιήσει την καθη­μερινότητά μας. Πίνουμε και τρώμε παρόμοια προϊόντα, κατα­να­λώνουμε παρόμοια αγαθά. Ερωτευόμαστε, απογοητευόμαστε μέσα σε πα­ρόμοια πλαίσια, άρα και η ποίηση που γράφουμε δεν διαφέρει τουλάχιστον ως προς όλα αυτά. Η έκρηξη των νέων επικοινωνιακών μέσων διέδωσε με φρενήρεις ρυθμούς όλα τα παραπάνω χαρα­κτηριστικά. Θεωρώ την σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία μεγάλο επί­τευγμα και χρήσιμο εργαλείο, αρκεί να μπορεί κανείς να ελέγχει τη χρήση του. Νομίζω πως τον αρχικό ενθουσιασμό θα ακολουθήσει η απογοήτευση μιας επίφασης επικοινωνίας. Είναι μεγάλη παγίδα η ευκολία με την οποία ο καθένας πλέον μπορεί να αναρτήσει στο διαδίκτυο αυτό που έγραψε μόλις πριν από πέντε λεπτά. Παλιότερα ο συνειδητός εργάτης του λόγου άφηνε το ποίημα στο συρτάρι του να σιτέψει, να ωριμάσει, να δοκιμαστεί από το χρόνο, το ξαναδιάβαζε και το ξαναδούλευε, όταν πια είχαν κρυώσει τα συναισθήματα ώστε να είναι σε θέσει να αποστάξει τις καλύτερες, τις πιο απαραίτητες λέξεις-υλικά. Τώρα, στην εποχή της ταχύτητας ακόμα και η ποίηση μετατρέπεται συχνά μέσω του διαδικτύου σε προϊόν άμεσης κατανάλωσης, με ό,τι σημαίνει αυτό.
Τα τελευταία χρόνια πα­ρου­σιά­ζεται, μέσα από το έργο ορι­σμένων Ελλήνων τα­λα­ντού­χων ποιητών της νε­ό­­τερης γενιάς, ένας πνευ­μα­τι­κός φυγο­κεντρισμός, λό­γω της θεμα­το­λογίας που επι­λέ­γουν. Η ποίησή τους έχει ως ση­­μείο ανα­φοράς ιστορικά πρό­­­­­­­σω­­πα και τόπους που έ­δρα­­­­σαν και άκμα­σαν έξω από την Ελλάδα, και συγκεκριμένα στη Ρωσία στις αρχές του 20ου κατά τον λεγόμενο Αργυρό Αιώνα της ρωσικής λογοτεχνίας. Τότε που η ποίηση είχε μεγα­λύτερη εσω­τερικότητα, χαρακτηριζόταν από νο­σταλγικό­τητα και κό­στιζε ακριβά... μιας και δεν είναι λίγοι οι Ρώσοι ποιητές εκεί­νης της περιόδου που την πλήρωσαν με την ίδια τους τη ζωή. Μπορεί αυτή η στροφή να οφείλεται στο γεγονός ότι η ελληνική πραγματικότητα αυτή την περίοδο είναι δύσκολη. Πέραν της οι­κονομικής κρίσης —η οποία φυσικά έχει δυσκολέψει ακόμη πε­ρισσότερο τα πράγματα (ή μήπως επιπλέον λόγω αυτής;)— οι νεότεροι ποιητές βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένοι συναισθηματικά και στο περιθώριο: τόσο της εκδοτικής διαδικασίας, όσο και της προσοχής του κόσμου· η αντίληψη της σημερινής κοινωνίας είναι χρησιμοθηρική, δεν καθρεφτίζει και δεν ανταποδίδει τα δέοντα στο έργο του δημιουργού. Ενδεχομένως λοιπόν οι εν λόγω ποιητές να αναζητούν αλλού πνευματικές και αισθητικές αξίες. Ίσως βρίσκουν κάποιες αντιστοιχίες με εκείνη την περίοδο που η ποίηση κα­τα­διώ­χ­θηκε και πλήρωσε πολύ ακριβά το ότι βρισκόταν στο περιθώριο, την ίδια ώρα που άλλοι περίπου αυλικοί ποιητές υμνούσαν το καθεστώς και καλοπερνούσαν. Όπως και να ΄χει, είναι ένα φαινόμενο που αξίζει να δούμε πως θα εξελιχθεί μια και βρίσκεται μάλλον στην αρχή του.
Ακριβώς στον αντί­ποδα της νοσταλγικής διά­θε­σης και της εσωστρέφειας των προη­­γούμενων βρίσκεται ο ποι­­η­­­τικός ακτιβισμός, που εμ­φα­νί­στηκε τα τελευταία χρό­­νια στην Ελλάδα. Υπάρχει μια τά­ση διάχυσης της ποίη­σης σε χώ­ρους που παλαιό­τε­ρα ήταν απο­­κλει­σμένη. Ένα χαρα­κτη­ρι­στι­κό παράδειγμα εί­­ναι η τε­λευ­ταία Μπιε­νάλε που έγινε στην Αθήνα, όπου ανάμεσα στα διά­φορα δρώμενα υπήρχε και μια ομάδα νέων που γράφουν στίχους. Δυστυχώς, συνήθως η ποιότητα των κειμένων τους είναι αντιστρόφως ανάλογη της κινητικότητά τους. Επίσης σημειώνεται κάποια α­νά­πτυξη και στο είδος της λεγόμενης βιντεποίησης όπου εικόνα και στίχος συμπλέ­κονται επι­διώκοντας ένα κοινό αποτέλεσμα. Κατά τη γνώμη μου σ’ αυ­τή την προσπάθεια βγαίνουν χαμένοι και οι δύο, και η εικόνα και ο στίχος.
Ένα άλλο φαινόμενο που ξεκίνησε πριν 25 χρόνια στην Αμερική, εξαπλώθηκε γρή­­­γο­ρα στην Ευρώπη και τα τρία τελευταία χρόνια έχει έρ­θει και στην Ελλάδα είναι οι α­παγ­­γελίες ποιημάτων σε μπαρ της πόλης· η slampoetry, όπως λέγεται η από στήθους α­παγ­γελία χωρίς χειρόγραφο κερ­­δίζει, ως θέαμα του­λά­χι­στον, όλο και περισσότερους νέους. Έχουν διοργανωθεί ήδη κάποιες βρα­διές-performance, έχουν θεσμοθετηθεί και βραβεία. Ο στόχος είναι φανερός, να έρθει η ποίηση κοντά και στους μη μυημένους, ωστόσο προσωπικά διατηρώ επιφυλάξεις για το πόσο μπορεί μέσα σε όλη αυτή την παράσταση και την κοσμικότητα να διατηρήσει η ποίηση την βαθύτερη μουσική και την εσωτερικότητα που πιστεύω πως πρέπει να έχει.
Μια άλλη πολύ ενδιαφέρουσα τάση στην σύγχρονη ελληνική ποιητική σκηνή είναι η επιστροφή της παραδοσιακής φόρμας μέσα από την χρήση της ομοιοκαταληξίας, του σονέτου, κ.ά. Αρκετοί αξιόλογοι ποιητές επιλέγουν να τιθασεύσουν και να στεγάσουν την σύγχρονη κατά τα άλλα θεματολογία τους μέσα σε δεκα­πε­ντα­σύλ­λαβους, σε ιάμβους και αναπαίστους.
Ξέρουμε πια πως ο εικοστός αιώνας αποδείχθηκε ο φονι­κότερος όλων των προηγούμενων, ο άνθρωπος έπεσε-ξέπεσε σε ολέ­θρια λάθη, δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, ατομική βόμβα, πυρηνική α­πει­λή, καταστροφή του περιβάλλοντος, κ.ά. Αλλά και ο εικοστός πρώ­τος μπήκε με τρομοκρατικό κτύπημα πρώτου μεγέθους, οι­κο­νομική κρίση, κ.λπ.. Η ποίηση ως έκφραση και ως τρόπος σκέψης μπορεί να δημιουργήσει αντιστηρίγματα και να λειτουργήσει στον αντί­ποδα.
 Έκτός όμως από τα κακά που μας κληροδότησε ο προη­γού­μενος αιώνας, μας εφοδίασε και με εκείνη την συνειδητότητα που θα μας προφυλάξει στο μέλλον. Έστω μέσα από το φόβο της ολικής πυρηνικής καταστροφής, φροντίζουμε για την ειρήνη. Πρέπει να δια­φυλάξουμε το μήνυμα των ποιητών που είχαν συνείδηση της εποχής τους, κι αυτοί ήταν πρωτίστως οι ποιητές του προηγούμενου αιώνα. Ο Ναζίμ Χικμέτ στο ποίημά του με τίτλο «Είμαι του εικοστού αιώνα», στην συναισθηματική παρότρυνση που αποστρέφει το προσωπο από τα δεινά του παρόντος λέγοντας «Tώρα να κοιμηθούμε / Και να ξυπνήσουμε ύστερα από εκατό χρόνια, αγάπη μου...» αντιπροτείνει θαρραλέα: «Όχι / δεν με τρομάζει ο αιώνας μου, / εγώ δεν είμαι δραπέτης...».  Το ίδιο μας προτείνει και ο Τζαχίτ Κιουλεμπί που σ’ ένα ποίημά του με παρόμοιο τίτλο «Το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα» ξεκινά με τους στίχους «Το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα / Έγινε ο αιώνας του θανάτου...» για να καταλήξει λέγοντας: «Κι αν δεν κλάψουν οι άνθρωποι του αιώνα μας / Ποιοί άραγες να κλάψουν;» Ναι, να κλάψουμε για τα λάθη του παρελθόντος, αλλά και για τις αδικίες του παρόντος, του δικού μας αιώνα, αυτό άλλωστε αποτελεί προϋπόθεση για να τις θεραπεύσουμε με πράξεις. Γιατί μόνο όταν είμαστε συνειδητοποιημένοι για το τι συμβαίνει γύρω μας, θα είμαστε έτοιμοι και ικανοί να αποτρέψουμε πιθανά νέα λάθη και νέες καταστροφές. Η δύναμη του νου μάς είναι απαραίτητη για να γνω­ρίσουμε και να κατανοήσουμε τις αιτίες του κακού, αλλά μόνον η δύναμη της αγάπης για τον συνάνθρωπό μας και για τον πλανήτη μέσα στον οποίο ζούμε μπορεί να δώσει καλή τροπή στα έργα μας, αναλαμβάνοντας τις δύσκολες υπερβάσεις. Ή για να το πω με τα λόγια του Ισμαήλ Εμρέ, όπως τα διάβασα στο βιβλίο του «Πνοές»: «Η αντίληψη της αγάπης είναι σπουδαιότερη από την αντίληψη του νου.»                                                                                                  
                                                                                Ηρώ Νικοπούλου

 

Τελευταία Ανανέωση:
Πέμ, 06/12/2014 - 10:58