Λογοτεχνική βραδιά γιά την ποίηση της Ηρώς Νικοπούλου στο Ιωνικό Κέντρο, με ομιλητές την πεζογράφο Ζέτα Κουντούρη και τον κριτικό και ποιητή Γιώργο Θεοχάρη. Ποίησή της μελοποίησε ο συνθέτης Σταύρος Κατηρτζόγλου, 10-05-2012

  

Η ομιλία της πεζογράφου Ζέτας Κουντούρη για την ποίηση της Η­ρώς Νι­κο­πού­λου στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο Ιωνικό Κέντρο στις 10-05-2012
 
Εί­χα την τύ­χη να πα­ρα­κο­λου­θή­σω την ε­ξέ­λι­ξη της Η­ρώς Νι­κο­πού­λου μέ­σα α­πό ό­λες τις ποι­η­τι­κές συλ­λο­γές της. Την έ­βρι­σκα πά­ντα τρυ­φε­ρή, αι­σθα­ντι­κή, χα­μη­λό­φωνη, και ι­διαί­τε­ρα στο­χα­στι­κή, να ε­πι­διώ­κει μέ­σα α­πό μια συ­γκρα­τη­μέ­νη μελαγ­χο­λί­α μια βα­θύ­τε­ρη ε­πι­κοι­νω­νί­α με τον ε­αυ­τό της και με τους άλ­λους. Είχα ε­πί­σης την αί­σθη­ση ό­τι α­κό­μη κι αν δεν ή­ξε­ρε κα­νείς ό­τι εί­ναι ζω­γρά­φος, θα μπο­ρού­σε εύ­κο­λα να το συ­μπε­ρά­νει μέ­σα α­πό πολ­λούς στί­χους της.
«Πά­ντα α­πό κά­τω υ­πήρ­χε η θάλασ­σα/ που α­νέ­βαι­νε/ κι α­νέ­βαι­νε/ σή­κω­νε τα λευ­κά κε­ντή­μα­τα της τρα­πε­ζα­ρί­ας/
Φού­σκω­ναν οι κουρ­τί­νες α­πό τα τζά­μια/ γλι­στρού­σαν απ’ τα κα­δρά­κια οι ζω­γρα­φιές/ ί­δρω­ναν χρώ­μα­τα οι τοί­χοι»,
θα μας πει στο Νη­σί, έ­να α­πό ποι­ή­μα­τα της τε­λευ­ταί­ας ποι­η­τι­κής συλ­λογής της, στις εκ­δό­σεις Πλα­νό­διον, με τί­τλο Μη με ψά­χνε­τε ε­δώ, και μ’ έ­να ι­διαί­τε­ρα κα­λαί­σθη­το ε­ξώ­φυλ­λο, φι­λο­τε­χνη­μέ­νο α­πό την ί­δια.
 Και σ’ έ­να άλ­λο, ά­τι­τλο, της ί­δια συλ­λο­γής:
«Πλέ­ουν κα­ρά­βια στο γυα­λί/ σκιές στα δά­ση κα­θρε­φτί­ζο­νται/ πο­τά­μια γκρε­μίζο­νται σε κα­ταρ­ρά­κτες/»
Ε­νώ απ’ την προ­η­γού­με­νη, που εί­χε τον τί­τλο Α­νέ­μου, σας δια­βά­ζω, α­πό ένα ποί­η­μα που α­γα­πώ ι­διαί­τε­ρα:
 «΄Ι­σως και να ‘χα­με κά­πο­τε συ­να­ντη­θεί/στο ί­διο τρό­λε­ϋ τυ­χαί­οι συ­νε­πι­βάτες/...
Τα σώ­μα­τά μας μπο­ρεί και νά ‘χαν α­κου­μπή­σει/ στις ί­διες θέ­σεις αρ­γά τ’ α­πο­σή­με­ρο/ κα­θώς τα μά­τια στα­μα­τού­σαν στις ε­πι­γρα­φές/ κι ύ­στε­ρα πά­λι κοί­τα­ζαν τρι­γύ­ρω/ μά­τια παι­διού που μό­λις ξύ­πνη­σε...»,
για να ε­πι­βε­βαιω­θεί για μια ακό­μη φο­ρά το α­πό τον Σι­μω­νί­δη τον Κεί­ο ρη­θέν: «Η ζω­γρα­φι­κή εί­ναι ποί­η­ση σιω­πώ­σα, η δε ποί­η­ση ζω­γρα­φι­κή λα­λού­σα», μια που ε­δώ, μέ­σα α­πό την πε­ρι­γρα­φή των λε­κτι­κών ει­κό­νων του ποι­ή­μα­τος βλέ­που­με να προ­βάλ­λει α­νά­γλυ­φο το συ­ναί­σθη­μα της α­πό­στα­σης και τε­λι­κά της α­πώλειας.
            Ι­διαί­τε­ρα α­ξί­ζει ε­πί­σης να α­σχο­λη­θεί κα­νείς με τα χρώ­μα­τα που άλ­λο­τε σκιά­ζουν κι άλ­λο­τε φω­τί­ζουν τους ποι­η­τι­κούς α­νέ­μους που δια­τρέ­χουν και βά­ζουν πα­νιά ο­νει­ρι­κών τα­ξι­διών στους στί­χους της, στί­χους που μο­σχο­βο­λάνε νύ­χτα, θά­λασ­σα και, γε­μά­τες θλί­ψη, κρυμ­μέ­νες κα­ται­γί­δες. Ποί­η­ση και ζωγρα­φι­κή α­γκα­λιά­ζο­νται αρ­μο­νι­κά στο έρ­γο της ό­που κυ­ριαρ­χούν τα σκού­ρα χρώ­μα­τα ε­νώ α­πό κά­τω, έ­τοι­μο θαρ­ρείς να ε­κρα­γεί, και­ρο­φυ­λα­κτεί τό κόκ­κι­νο, το χρώ­μα του αί­μα­τος και της φω­τιάς, που κρυ­φο­καί­ει μέ­σα στους λι­τούς, ε­πιγραμ­μα­τι­κούς στί­χους της. ΄Ε­νας φω­τι­σμός χα­μη­λός, σαν ή­συ­χη μου­σι­κή υ­πό­κρου­ση, συ­νο­δεύ­ει τα πε­ρισ­σό­τε­ρα ποι­ή­μα­τά της.
 
Έ­να αί­σθη­μα α­νέ­φι­κτου δια­τρέ­χει ό­λο το σώ­μα της ποί­η­σή της γι’ αυ­τό πι­στεύ­ω ό­τι οι σιω­πές, εί­τε ρη­τά ο­νο­μα­ζό­με­νες, εί­τε σαν προ­ε­κτά­σεις των πε­ρισ­σο­τέ­ρων στί­χων της, α­σκούν μια ι­διαί­τε­ρη μυ­στι­κι­στι­κή γο­η­τεί­α στον α­να­γνώ­στη προ­κα­λώ­ντας τον να γί­νει συμ­μέ­το­χος στις πιο μύ­χιες σκέ­ψεις της.
«Δι­πλώ­νο­νται πά­νω μου/τώ­ρα οι λέ­ξεις/μέ­σα τους μα­θαί­νω τη σιω­πή» κι αλ­λού
«...α­πε­ρί­σπα­στη να χο­ρεύ­ει/ η σιω­πή στα πλα­κά­κια/ και η νύ­χτα α­βο­ή­θη­τη/ χω­ρίς λά­μπες και φώ­τα».
            ΄Ε­να άλ­λο στοι­χεί­ο της γραφής της εί­ναι ό­τι τα πά­θη, α­κό­μη και ό­ταν υ­πο­ψια­ζό­μα­στε ό­τι εί­ναι πα­ρά­φο­ρα, πράγ­μα που συμ­βαί­νει αρ­κε­τά συ­χνά, εμ­φα­νί­ζο­νται ε­λεγ­χό­με­να και συ­γκρατη­μέ­να, χω­ρίς να πε­ριέ­χουν ού­τε αιχ­μές ού­τε κραυ­γές. Α­κό­μη η χα­ρά, η λύ­πη, οι έ­ρω­τες, οι φό­βοι, η μο­να­ξιά , ο θά­να­τος και ό­λα τα αν­θρώ­πι­να, που την α­πα­σχολούν, περ­νούν υ­παι­νι­κτι­κά και α­θό­ρυ­βα, ί­σως ε­πει­δή εί­ναι βα­θιά βιω­μέ­να, ίσως κι ε­πει­δή η προ­σέγ­γι­ση της ποι­ή­τριας στην Α­να­το­λι­κή φι­λο­σο­φί­α έ­χει αφή­σει αι­σθη­τά τα ί­χνη πά­νω στην τέ­χνη της. Μια φι­λο­σο­φι­κή διά­θε­ση, που υ­πήρχε α­νέ­κα­θεν στη γρα­φή της, δια­τρέ­χει απ’ αρ­χής μέ­χρι τέ­λους την τε­λευ­ταί­α της αυ­τή ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή.
 
            «Μη με ψά­χνε­τε ε­δώ» λοιπόν, η τέ­ταρ­τη και ω­ρι­μό­τε­ρη κα­τά την γνώ­μη μου ποιη­τι­κή συλ­λο­γή της Η­ρώς Νι­κο­πού­λου, ό­που ξε­κι­νά­ει λέ­γο­ντάς μας:
   «...εί­μαι με­τά το κόμ­μα/ πέ­ρα α­πό την τε­λεί­α...
     Εί­μαι η αρ­χή/ του κε­νού η μή­τρα»,
δί­νο­ντάς μας έ­τσι και το πρώ­το υ­παρ­ξια­κό της στίγ­μα ε­νώ πιο κά­τω κλεί­νει έ­να άλ­λο ποί­η­μα λέ­γο­ντας,
«...κου­λου­ρια­σμέ­νη στης γά­τας μου το μά­τι/ εί­μαι/ ο ρόγ­χος και το ρί­γος αρχαί­ου πα­νι­κού» κι αλ­λού πά­λι
«Θα γρά­ψω έ­να βι­βλί­ο κά­πο­τε/ έ­να γράμ­μα θα στεί­λω στον ε­πό­με­νο/ πλα­νή­τη που θα ξα­να­γεν­νη­θώ», α­φή­νο­ντας μια μι­κρή χα­ρα­μά­δα αι­σιο­δο­ξί­ας.
            Αν πά­ντως θε­λή­σου­με, πα­ρά την α­πα­γό­ρευ­ση, να την α­να­ζη­τή­σου­με «ε­δώ» γιατί τι πιο ε­ρε­θι­στι­κό α­πό μια τέ­τοια γυ­ναι­κεί­α α­πα­γό­ρευ­ση, θα δια­πι­στώ­σουμε ό­τι η Η­ρώ Νι­κο­πού­λου εί­ναι μια γυ­ναί­κα ευαί­σθη­τη, που η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γύ­ρω της την α­πα­σχο­λεί, την πλη­γώ­νει, την εκ­πλήτ­τει, την θυ­μώ­νει και την κάνει να α­ντι­δρά με τον δι­κό της ξε­χω­ρι­στό τρό­πο, ό­πως ε­πί πα­ρα­δείγ­μα­τι ό­ταν μι­λά­ει για το τσου­νά­μι στη Σρι Λάν­κα το 2004, ό­που μέ­σα σ’ έ­να σουρ­ρε­α­λι­στι­κό ό­νει­ρο α­ντί να πιεί τσά­ϊ ζε­στό, που της προ­σφέ­ρε­ται, κα­τα­πί­νει θά­λασ­σα, τα­ρά­ζε­ται, και α­κού­ει μια λευ­κή σκιά, -υ­πάρ­χει κά­ποια δια­κρι­τι­κή, αν­δρική πα­ρου­σί­α που δεν κα­το­νο­μά­ζε­ται στα πε­ρισ­σό­τε­ρα ποι­ή­μα­τά της- να την καθη­συ­χά­ζει:
 
«Μη τρο­μά­ζεις» μου λες ή­συ­χα/ εί­ναι α­πό το κύ­μα που ση­κώ­θη­κε/ τό­τε/ στη Σαντο­ρί­νη».
 
Ε­πί­σης σ’ έ­να άλ­λο της ποι­ή­μα, με τί­τλο Ό­λα τα πή­ρε, ό­που α­να­φέ­ρε­ται στις φω­τιές του 2007, ξε­κι­νά­ει
«Μα­λα­κά α­νε­βαί­ναν ως πά­νω/ οι φω­τιές/ κλει­σμέ­νο εί­χα τον ή­χο/... και μ’ έ­να ι­διό­τυ­πο, σπα­ρα­χτι­κό σαρ­κα­σμό που ε­μπε­ρι­κλεί­ει -ό­χι κα­ταγ­γελ­τι­κή- αλ­λά πλά­για κρι­τι­κή μα­τιά,, κα­ταλή­γει
«΄Ο­λα τα πή­ρε ό­πως της έ­πρε­πε/ Μας ά­φη­σε για λί­γο σα­στι­σμέ­νους/ Σι­γά σι­γά κι αυ­τό το συ­νη­θί­σα­με/ κι αλ­λά­ξα­με κα­νά­λι.»
           
            Α­κό­μη η φύ­ση, τα λου­λού­δια, τα δέν­δρα, τα ζώ­α, μια α­λε­πού και μια α­γα­πη­μέ­νη γά­τα σο­φή η Ρω­ξά­νη, συ­νυ­πάρ­χουν συ­χνά ό­χι μό­νο με την φυ­σιο­κρα­τι­κή τους διά­στα­ση αλ­λά και μ’ έ­να συμ­βο­λι­κό τρό­πο, σε πολ­λά ποι­ή­μα­τά της. Το πο­λι­τικό στοι­χεί­ο εμ­φα­νί­ζε­ται έμ­με­σα σε ποι­ή­μα­τα ό­πως Οι με­τα­νά­στες, ό­που το θέ­μα την α­πα­σχο­λεί τό­σο α­πό την πλευ­ρά του ξέ­νου ό­σο και της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας, με τις ξε­νο­φο­βι­κές τά­σεις που έ­χει α­να­πτύ­ξει.
            Η τε­λευ­ταί­α αυ­τή συλ­λο­γή α­παρ­τί­ζε­ται α­πό τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες. «Το πρώ­το γκρί­ζο της κλί­μα­κας», «Με κοι­νό φω­τι­σμό», «Εί­κο­σι τρί­α» και «΄Ο­στρα­κα». Στην πρώ­τη ε­νό­τη­τα, με τί­τλο «Το πρώ­το γκρί­ζο» της κλί­μα­κας τα ποι­ήμα­τα, ά­τι­τλα, μοιά­ζουν ό­ντως να σχη­μα­τί­ζουν μια ι­δε­α­τή κλί­μα­κα, κα­θώς κά­ποιες φο­ρές ο τε­λευ­ταί­ος στί­χος μιας σε­λί­δας α­πο­τε­λεί την αρ­χή της ε­πο­μέ­νης. Α­κού­στε:
«Α­νοί­γω το πα­ρά­θυ­ρο/ ορ­μά­ει πη­χτή ο­μί­χλη/ κό­βω κι α­πλώ­νω στο ψω­μί/ στο περ­βά­ζι έ­νας μι­κρός σκορ­πιός/ μό­λις που κρύ­φτη­κε/ Ξη­με­ρώ­νει»
Και συ­νε­χί­ζει στο ε­πό­με­νο ποί­η­μά της
«Και που ξη­μέ­ρω­σε σκο­τά­δι», 
κι αλ­λού
«Μό­νο τ’ ά­στρα να λά­μπου­νε/ μό­νο τ’ ά­στρα/ κι η α­νά­σα της γης»
και στο ε­πό­με­νο
«Μια α­νά­σα ε­σύ...»
Οι στί­χοι, κι­νού­νται α­νά­με­σα στο ό­νει­ρο και στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, σε το­πία και χρό­νους που ε­ναλ­λάσ­σο­νται α­νά­με­σα στη μέ­ρα, τη νύ­χτα και το ξη­μέ­ρωμα. Τί­πο­τα α­πο­λύ­τως δεν δεί­χνει να εί­ναι τυ­χαί­ο, ού­τε φυ­σι­κά η ε­πι­λο­γή στην αρ­χή των στί­χων, ό­πως στο ποί­η­μα:
«΄Ο­ταν κοι­μά­σαι μό­νη/ γυ­ρί­ζεις πά­ντα/ προς/ την πλευ­ρά/ που το άλ­λο σώ­μα/ λεί­πει», ε­δώ βλέ­που­με πώς η ελ­λει­πτι­κή δια­τύ­πω­ση στη­ρί­ζει την ει­κό­να, πώς με τρό­πο ορ­γα­νι­κό και α­φή­νο­ντας μι­σο­τε­λειω­μέ­νο τον κά­θε στί­χο του ποι­ή­μα­τος, ου­σια­στι­κά μας ο­δη­γεί να αι­σθαν­θού­με α­κρι­βώς αυ­τή την έλ­λει­ψη, και μας προ­ϊ­δε­ά­ζει για την θλί­ψη και τη νο­σταλ­γί­α που δια­πνέ­ουν όλη την ε­νό­τη­τα.
           
            Η ε­πό­με­νη με τί­τλο «Με κοι­νό φω­τι­σμό» αρ­χί­ζει και ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται μ’ ένα τε­τρά­στι­χο. Ποι­ή­μα­τα ε­πί­σης ά­τι­τλα, ο­χτώ στον α­ριθ­μό, με κοι­νά θέ­μα­τα τον έ­ρω­τα και τον θά­να­το. Η θλί­ψη και η μο­να­ξιά του τέ­λους, με ό­ποιον απ’ τους δύ­ο τρό­πους κι αν ε­πέρ­χε­ται, φέ­ρουν έ­ντο­νο το προ­σω­πι­κό της στίγ­μα.
Σας δια­βά­ζω το πρώ­το:
«Ο τρό­πος έ­λε­γες του έ­ρω­τα/ εί­ναι τα ά­κρα/ μα ε­σύ ό­λο α­πό τη μέ­ση μ’ έ­πια­νες/ και ξε­κι­νού­σες»
Και το τε­λευ­ταί­ο:
«Θλι­βε­ρή α­λα­ζο­νεί­α/ να θρη­νείς/ σε κά­θε κη­δεί­α/ και το δι­κό σου θά­να­το» ε­νώ εν­διά­με­σα θα δια­πι­στώ­σει με τον γνώ­ρι­μο α­νε­παι­σθη­το σαρ­κα­σμο της: «Α­πό κη­δεί­α σε κη­δεί­α/ με­γα­λώ­νουν τα παι­διά»
            Η τρί­τη και με­γα­λύ­τε­ρη ε­νό­τη­τα με τον τί­τλο «Εί­κο­σι τρί­α», α­πο­τε­λεί­ται α­πό ι­σά­ριθ­μα ποι­ή­μα­τα, που έ­χουν ό­λα τί­τλους και α­σχο­λού­νται με ποι­κί­λα θέ­μα­τα. Α­ξί­ζει πι­στεύ­ω να στα­θεί κα­νείς ι­διαί­τε­ρα στο πρώ­το της σει­ράς, το Είναι και ο ε­αυ­τός που θα πα­ρα­κα­λού­σα την Η­ρώ να μας το δια­βά­σει:
 
Κάθε πρωί τη στήνει σιωπηλά
και με κοιτά απ’ τον καθρέφτη
δειλά τον πιάνω κάτω απ’ το νερό
 
Πυρωμένο μυρίζει το δέρμα του στον ήλιο
τον σκεπάζω, τον φροντίζω
φαντάζομαι τα χρόνια μου μαζί του
μόνο μ’ αυτόν – το πιο τρομακτικό
 
Τον φοβάμαι, τον παρηγορώ
μα σίγουρα εντέλει
παρ’ όλη την συν-πάθεια
τον μισώ
και πάντα το πιο δύσκολο
της γοητείας του να διαφεύγω
 
Θέλει μεγάλη προσοχή
μην ταυτιστώ μαζί του.
 
Ξε­χω­ρι­στό εν­δια­φέ­ρον στο ποί­η­μα αυ­τό έ­χει το γε­γο­νός ό­τι δεν θ’ α­να­κα­λύψου­με στους στί­χους του κα­νέ­να α­πό τα στοι­χεί­α του ε­αυ­τού της ποι­ή­τριας, ό­πως ευ­λό­γως θα μπο­ρού­σε να προσ­δο­κά λό­γω του τί­τλου ο α­να­γνώ­στης, πα­ρά μό­νον την γε­μά­τη δέ­ος σχέ­ση που δια­τη­ρεί μα­ζί του, μια σχέ­ση φρο­ντί­δας, παρη­γο­ρί­ας και φό­βου, που μας πα­ρα­πέ­μπει στα ά­δυ­τα και τα α­νε­ξι­χνί­α­στα της δι­κής μας ψυ­χής.
Στο ί­διο μο­τί­βο το ποί­η­μα Η άλ­λη, ό­που α­νά­με­σα στα κα­λα­μπό­κια που λάμπουν στη μέ­ση του κα­λο­και­ριού, πα­ρα­τη­ρεί:
«κοι­τώ την άλ­λη ζω­ή που εί­μαι/ στο κί­τρι­νο μά­τι της ό­μορ­φης/ που γλί­στρι­σε δί­πλα μου σαύ­ρας…/ ή­μουν γι’ αυ­τήν μια α­κό­μη α­πει­λή/........./ κι ας ή­τα­νε για μένα ο­λο­φά­νε­ρα/ η άλ­λη ζω­ή που εί­μαι ».
Μοιά­ζει σαν να προ­σπα­θεί να κα­θρε­φτι­στεί μέ­σα α­πό τα άλ­λα πλά­σμα­τα για να κα­τορ­θώ­σει έ­τσι να τα ο­ρί­σει και να αυ­το­κα­θο­ρι­σθεί.
Η τέ­ταρ­τη και τε­λευ­ταί­α ε­νό­τη­τα με τί­τλο «Ό­στρα­κα» πε­ριέ­χει ο­λι­γό­στι­χες σύ­ντο­μες ποι­η­τικές στιγ­μές, α­πό­σταγ­μα και σπά­ραγ­μα ψυ­χής, που θα μπο­ρού­σαν να α­πο­τε­λέ­σουν τον κε­ντρι­κό πυ­ρή­να άλ­λων ποι­η­μά­των.
Ε­πί­σης μου φέρ­νει στο νου κάποια χα­ϊ­κού που εί­χε δη­μο­σιεύ­σει πα­λαιό­τε­ρα. 
«Η ο­δύ­νη να μην εί­σαι/ε­νώ τρε­λά το θες/πο­τέ πα­ρών στο θά­να­τό σου»   
 
            Η τε­λευ­ταί­α αυ­τή ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή Μη με ψά­χνε­τε ε­δώ α­πέ­χει δέ­κα ο­λόκλη­ρα χρό­νια α­πό την προ­η­γού­με­νη και πι­στεύ­ω ό­τι α­πο­τε­λεί την ω­ρι­μό­τε­ρη ποι­η­τι­κή κα­τά­θε­ση της Η­ρώς Νι­κο­πού­λου. Ο λό­γος της κα­λο­δου­λε­μέ­νος, με­στός, στο­χα­στι­κός και σκό­πι­μα με­τέ­ω­ρος κά­ποιες φο­ρές κα­λύ­πτει δια­κρι­τι­κά μια ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κή διά­θε­ση και μια α­διό­ρα­τη νο­σταλ­γί­α για χα­μέ­νους πα­ραδεί­σους. Με μια σπά­νια εκ­φρα­στι­κή λι­τό­τη­τα περ­νά με ά­νε­ση και τα­χύ­τη­τα από την μί­α έν­νοια στην άλ­λη και α­πό τον υ­λι­κό κό­σμο στον κό­σμο των συ­ναι­σθημά­των και των ι­δε­ών. ΄Ε­νας α­νε­παί­σθη­τος δι­σταγ­μός που υ­πήρ­χε σε πα­λαιό­τερα ποι­ή­μα­τά της έ­χει α­ντι­κα­στα­θεί α­πό σι­γου­ριά και α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα, ακό­μη και ό­ταν θέ­τει α­να­πά­ντη­τα ε­ρω­τή­μα­τα, που βα­σα­νί­ζουν ό­λους μας, ό­πως στα «Ό­στρα­κά» της:
«Για­τί πά­ντα κά­νω το λά­θος/ να ψά­χνω το σω­στό;»
            Θυ­μά­μαι κά­πο­τε, πριν αρ­κε­τά χρό­νια, που πα­ρου­σί­α­ζα την πρώ­τη ποι­η­τι­κή συλλο­γή της Η­ρώς, τον Μύ­θο του Ο­δοι­πό­ρου και ή­ταν πα­ρών και ο Ρέ­νος Α­ποστο­λί­δης, που μι­λού­σε για τον Γιώρ­γο Δραν­δά­κη, τον φί­λο πε­ζο­γρά­φο και ποι­ητή που χά­σα­με πρό­ω­ρα και η Η­ρώ έ­χει α­φιε­ρώ­σει στην μνή­μη του έ­να α­πό τα ωραιό­τε­ρα ποι­ή­μα­τα της. Εί­χε λοι­πόν πει τό­τε ο Ρέ­νος ό­τι του ά­ρε­σαν πο­λύ οι στί­χοι της και εί­χε προ­βλέ­ψει ό­τι θα ε­ξε­λι­χθεί σε μια ι­διαί­τε­ρη ποι­η­τι­κή φω­νή (άλ­λω­στε εί­χε ή­δη ε­πι­λέ­ξει ο­ρι­σμέ­να ποι­ή­μα­τά της για την εν προ­ό­δω Ανθο­λο­γί­α του). Χαί­ρο­μαι ει­λι­κρι­νά που τον ε­πα­λή­θευ­σε κι αυ­τόν κα­θώς και όλους ε­μάς που πι­στέ­ψα­με α­πό τό­τε στο τα­λέ­ντο της, το ο­ποί­ο δεν παύ­ει μέ­σα από μια ε­πί­πο­νη δια­δι­κα­σί­α ψυ­χής διαρ­κώς να καλ­λιερ­γεί και να α­να­πτύσ­σει.
 
΄Ε­χω στα χέ­ρια μου κά­ποια α­νέκ­δο­τα, πρό­σφα­τα ποι­ή­μα­τά της, που ε­πι­βε­βαιώνουν του λό­γου το α­λη­θές και θα ή­θε­λα να κλεί­σω την ο­μι­λί­α μου με έ­να α­πό αυ­τά..
 
 
(1978-)
 
Μοιάζει κάπως σαν απειλή θανάσιμη
εκείνη η παύλα
απ’ την χρονολογία γέννησης μετά
λες και δεν είναι πιο σημαντική η έναρξη
αλλά η εκκρεμότητα της λήξης
 
Κάθε που βλέπω ζώντος βιογραφικό
άγχος με πιάνει δέος πανικός
και αποστρέφω ένοχα
το βλέμμα από φόβο
μήπως όσο κοιτώ συμπληρωθεί
στα μάτια μου μπροστά
εκεί
ο αριθμός που λείπει
 
Θα ’ναι τότε εξ επαφής
σαν να εκτέλεσα
έναν τελείως άγνωστό μου.
 
 
Σας ευχαριστώ πολύ.
Τελευταία Ανανέωση:
Παρ, 01/11/2013 - 12:52