"H προσφώνηση", (εφ. Αυγή, ένθετο "Αναγνώσεις", 12.02.2012)

  

 

                                   Η προ­σφώ­νη­ση

 

Ορ­φά­νε­ψα ξαφ­νι­κά, κά­ποια Τρί­τη, τρεις του μή­να. Ή­ταν κα­τα­με­σή­με­ρο.

Η εκ­δρο­μή ή­ταν προ­γραμ­μα­τισμέ­νη και πο­λυα­να­με­νό­με­νη. Ό­τι εί­χαν κλεί­σει τα σχο­λεί­α, την προ­η­γου­μένη εί­χα­με πά­ρει βαθ­μούς. Εί­χα πά­ει πο­λύ κα­λά, η προ­α­γω­γή μου στην δευ­τέ­ρα Γυ­μνα­σί­ου έ­γι­νε με ά­ρι­στα και το έ­πα­θλο που μου εί­χε τά­ξει η μα­μά πριν τις ε­ξε­τά­σεις: η εκ­δρο­μή στη Σκύ­ρο. Μια εκ­δρο­μή που εί­χε α­να­βλη­θεί του­λά­χι­στον δυο φο­ρές. Η πρώ­τη ή­ταν πριν πέ­ντε πε­ρί­που χρό­νια, ό­ταν στην αρ­χή του καλο­και­ριού, α­πο­φά­σι­σαν οι δυο τους, για ά­γνω­στους σε μέ­να λό­γους, ό­τι προ­τιμού­σαν να κά­νουν χω­ρι­στά δια­κο­πές, για α­να­νέ­ω­ση, μου εί­παν. Πο­τέ δεν το κατά­λα­βα και κα­τά βά­θος δεν το πί­στε­ψα. Ό­σο για μέ­να, ε­κεί­νο το κα­λο­καί­ρι με βο­λέ­ψα­νε ό­πως-ό­πως στο ε­ξο­χι­κό μιας θεί­ας. Η ε­πι­στρο­φή στο κοι­νό σπί­τι της Α­θή­νας, τους έ­πε­σε βα­ριά. Με­τά α­πό έ­ξι μή­νες χώ­ρι­σαν ο­ρι­στι­κά. Έ­κτο­τε και για τα ε­πό­με­να τέσ­σε­ρα χρό­νια οι προ­τε­ραιό­τη­τες της μα­μάς ή­ταν άλ­λες, δεν πε­ρίσ­σευε χρή­μα και διά­θε­ση για εκ­δρο­μές. Το θέ­μα ξε­χά­στη­κε ε­ντε­λώς.

Πριν έ­να χρό­νο τα πράγ­μα­τα στο σπί­τι μας άρ­χι­σαν να βρί­σκουν πά­λι τη σειρά τους, η μα­μά ή­ταν πιο κε­φά­τη, η δου­λειά της πή­γαι­νε ό­λο και κα­λύ­τε­ρα, ή­ταν πρά­κτο­ρας σε α­σφα­λι­στι­κή ε­ται­ρεί­α, που­λού­σε  κυ­ρί­ως α­σφά­λειες ζω­ής. Δύ­σκο­λη δου­λειά να πεί­σεις τον άλ­λο ό­τι εί­ναι χρή­σι­μο, α­να­γκαί­ο, α­πα­ραί­τη­το να α­σφα­λι­στεί για με­τά τον θά­να­τό του. Το ο­μορ­φαί­νουν, λέ­ει, με κά­τι εν­διά­μεσες πα­ρο­χές, που η μα­μά τις έ­λε­γε κα­ρό­τα, για γε­νι­κές ε­ξε­τά­σεις, νο­σή­λεια σε κα­λά νο­σο­κο­μεί­α και πα­ρό­μοια. Δύ­σκο­λη δου­λειά. Ό­μως ε­κεί­νη εί­χε τον τρόπο της και τους του­μπά­ρι­ζε. Τώ­ρα ντυ­νό­ταν κα­λύ­τε­ρα, πή­ρα­με και αυ­το­κί­νητο. Και πά­νω που ξα­να­γυρ­νού­σε η πα­λιά, σχε­δόν ξε­χα­σμέ­νη ι­δέ­α της εκ­δρο­μής, κι αρ­χί­σα­με να την σχε­διά­ζου­με έ­πε­σα κι έ­σπα­σα το πό­δι μου. Με τον α­στρά­γαλο μπα­τα­ρι­σμέ­νο κο­ντά δυο μή­νες κα­λο­και­ριά­τι­κα, δί­χως ού­τε έ­να μπά­νιο στη θά­λασ­σα, ό­λα άρ­χι­σαν να μου φαί­νο­νται ά­χα­ρα, πρό­σκαι­ρα, πε­ριτ­τά, α­παί­σια. Η μα­μά εί­χε ή­δη κλει­σμέ­νες η­με­ρο­μη­νί­ες, ει­σι­τή­ρια, ξε­νο­δο­χεί­α για δέ­κα μέ­ρες στο Πα­ρί­σι και στη Ρώ­μη, προ­σφο­ρά α­πό την ε­ται­ρεί­α της. Με ρώ­τη­σε αν με πει­ρά­ζει. Να μην πά­ω, εί­πε, αν δεν θες. Δεν με πει­ρά­ζει, εί­πα. Πή­γαι­νε. Πή­γε, κι έ­σκα­σα στο κλά­μα.

 

          Παρ’ ό­λο που η πρώ­τη μου χρο­νιά στο Γυ­μνά­σιο ξε­κί­νη­σε με τό­σο κα­κούς οιω­νούς, στην πο­ρεί­α ό­λα ε­ξο­μα­λύν­θη­καν. Εν τω μετα­ξύ λό­γω του κα­λο­και­ρι­νού α­τυ­χή­μα­τος α­να­γκά­στη­κα και βρή­κα και­νούρ­γιους τρό­πους να ξε­γε­λά­ω την μο­να­ξιά μου. Και διά­βα­ζα, πο­λύ. Το έ­βρι­σκα πα­ρη­γορη­τι­κό. Ξε­χνιό­μουν. Έ­πει­τα το συ­νέ­χι­σα και στο σχο­λεί­ο. Διά­βα­ζα, τα πά­ντα, ο­τι­δή­πο­τε, σχε­δόν χω­ρίς διά­κρι­ση, α­πο­στή­θι­ζα και την πα­ρα­μι­κρό­τε­ρη λε­πτο­μέ­ρεια, χω­ρίς ι­διαί­τε­ρο κό­πο.

          Κά­πως έ­τσι συ­νέ­βη και πή­ρα τό­σο με­γά­λους βαθ­μούς. Α­πό την άλ­λη με­ριά η δου­λειά της μα­μάς συ­νέ­χι­ζε την α­νο­δι­κή της πο­ρεί­α, και ε­πι­τέ­λους, ό­λα ή­ταν ευ­νοϊ­κά για κεί­νη την ξε­χα­σμέ­νη πο­λυ­ή­με­ρη εκ­δρο­μή μας. Στα δύ­σκο­λα χρό­νια που εί­χαν με­σο­λα­βή­σει εί­χα­με πά­ει μό­νο κά­τι η­με­ρή­σιες σε κο­ντι­νές πα­ραλί­ες. Δια­λέ­ξα­με την Σκύ­ρο, χω­ρίς λό­γο. Ή μάλ­λον, για­τί πέ­ντε χρό­νια πριν είχα­με σχε­διά­σει να πά­με ό­λοι μα­ζί ε­κεί, πριν τις χω­ρι­στές α­να­νε­ω­τι­κές διακο­πές τους. Για την α­κρί­βεια ε­γώ το διά­λε­ξα το μέ­ρος, μια κι έ­κα­νε το λά­θος να μου προ­τεί­νει γεν­ναιό­δω­ρα να δια­λέ­ξω ε­γώ και με­τά δεν μπο­ρού­σε να το πάρει πί­σω. Ε­κεί­νης δεν της πο­λυά­ρε­σε η ε­πι­λο­γή του νη­σιού, αλ­λά ε­γώ ε­πέ­με­να. Χω­ρίς λό­γο.

          Φτά­σα­με Δευ­τέ­ρα πρω­ί. Τα­χτο­ποι­η­θή­κα­με στο δω­μά­τιο, το μο­να­δι­κό πα­ρά­θυρο έ­βλε­πε πί­σω σε μια μι­κρή αυ­λή, εί­χε και κό­τες. Το με­ση­μέ­ρι με την ζέ­στη, το χώ­μα α­νέ­δι­δε μια με­θυ­στι­κή μυ­ρω­διά α­να­κα­τε­μέ­νη με την μυ­ρω­διά α­πό τα σώμα­τα και τα φτε­ρώ­μα­τα των που­λε­ρι­κών. Ει­σέ­πνευ­σα βα­θιά και πλημ­μύ­ρι­σα με μια α­προσ­διό­ρι­στη οι­κειό­τη­τα και κά­τι που έ­μοια­ζε με ευ­γνω­μο­σύ­νη. Το α­πόγευ­μα σερ­για­νί­σα­με στη χώ­ρα, ή­ταν πα­νέ­μορ­φη. Νο­μί­ζω. Αλ­λά και να μην ή­ταν, ε­γώ έ­τσι την έ­βλε­πα, ή­μουν πο­λύ ευ­χα­ρι­στη­μέ­νη που ή­μα­σταν ε­κεί.

          Αρ­γά την άλ­λη μέ­ρα το πρω­ί δια­λέ­ξα­με πα­ρα­λί­α στον χάρ­τη, πή­ρα­με φρού­τα, σά­ντου­ιτ­ς και νε­ρά και ξε­κι­νή­σα­με. Ό­ταν φτά­σα­με ο ή­λιος κό­ρω­νε τα πά­ντα. Βου­τή­ξα­με τρέ­χο­ντας. Η άμ­μος μας ζε­μά­τι­σε τις πα­τού­σες.

          Τα νε­ρά ή­ταν υ­πέ­ρο­χα. Ε­γώ κο­λυ­μπού­σα πά­ντα πε­ρισ­σό­τε­ρο, ε­κεί­νη βα­ριό­ταν και συ­νή­θως έ­βγαι­νε σχε­δόν α­μέ­σως και το ’ρι­χνε στην η­λιο­θε­ρα­πεί­α. Με­τά α­πό κά­ποια ώ­ρα έ­ψα­χνα με τα μά­τια να την βρω. Ή­μουν εν­θου­σια­σμέ­νη, ή­θε­λα να της πω να βου­τή­ξει πά­λι, να μι­λά­με κιό­λας. Πλη­σί­α­σα κά­πως στην α­κτή, την εί­δα όρ­θια με μια ρα­κέ­τα στο χέ­ρι. Ε­μείς δεν εί­χα­με ρα­κέ­τες, ή μή­πως εί­χα­με; Μπο­ρεί. Εί­χε κό­σμο και δεν μπό­ρε­σα να δω με ποιόν έ­παι­ζε. Μα­μά, μα­μά, φώ­να­ξα. Δεν μ’ ά­κου­σε, εί­χε και φα­σα­ρί­α. Μα­μά, ξα­να­φώ­να­ξα κου­νώ­ντας και το χέ­ρι μια και ή­μουν μέ­σα στο ο­πτι­κό της πε­δί­ο. Δεν φά­νη­κε να α­κού­ει ού­τε να βλέ­πει. Βγή­κα ο­λό­τε­λα α­πό την θά­λασ­σα και πλη­σιά­ζο­ντας τα πράγ­μα­τά μας, μα­μά, ε­πέμει­να. Ού­τε και πά­λι γύ­ρι­σε. Πα­ρά­ξε­νο, σκέ­φτη­κα και άρ­χι­σα να κα­τευ­θύ­νο­μαι προς το μέ­ρος της. Μα­μά, εί­πα, σε φυ­σι­κό τό­νο δί­πλα της σχε­δόν πια, δεν μ’ α­κούς; Χω­ρίς να γυ­ρί­σει να με κοι­τά­ξει πέ­τα­ξε την ρα­κέ­τα στην άμ­μο και μουρμού­ρι­σε α­μή­χα­να κά­τι σαν χαι­ρε­τι­σμό στον μαυ­ρι­σμέ­νο και κα­λο­γυ­μνα­σμένο συ­μπαί­χτη της, που πρό­λα­βε να της χα­μο­γε­λά­σει ει­ρω­νι­κά, αλ­λά αυ­τό δεν ξέ­ρω αν το εί­δε. Ύ­στε­ρα έ­στρε­ψε ε­πι­τέ­λους προς το μέ­ρος μου και χω­ρίς να μου ρί­ξει μα­τιά τρά­βη­ξε προς την ψά­θα μας με α­πλω­τό νευ­ρια­σμέ­νο βή­μα, που βούλια­ζε στην άμ­μο φτιά­χνο­ντας μι­κρούς ο­μοιό­μορ­φους λάκ­κους. Την α­κο­λού­θησα μου­δια­σμέ­νη. Έ­πια­σε την πε­τσέ­τα σω­παί­νο­ντας, σκού­πι­σε τον ι­δρώ­τα που έ­στα­ζε στη δι­χά­λα του στή­θους.

Ά­κου, εί­πε, κο­φτά κοι­τώ­ντας τον ο­ρί­ζο­ντα, ό­σο εί­μα­στε ε­δώ δια­κο­πές, ξέ­χνα το το μα­μά και μα­μά. Φα­γώ­θη­κες.

Τζέ­νη θα με λες.

Σκέ­το Τζέ­νη.

 

                                                                             Ηρώ Νικοπούλου

 

 Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων, «Ελληνιστί: Ο γρίφος»

 

 

Τελευταία Ανανέωση:
Παρ, 02/24/2012 - 20:19