Συνέντευξη στο Νίκο Μόσχοβο για την Διαδυκτιακή Εφημερίδα "Τυπολόγος", 28-11-2011

  

 1. Στο δι­ή­γη­μά σας «Το ρα­ντε­βού», που δη­μο­σιεύ­τη­κε στο Ι­στο­λό­γιο «Ι­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ϊ» του λο­γο­τε­χνι­κού πε­ριο­δι­κού «Πλα­νό­διον» κά­νε­τε μια εύ­στο­χη α­να­φο­ρά στα γε­γο­νό­τα της 11ης Σε­πτεμ­βρί­ου, που άλ­λα­ξαν τον κό­σμο. Νο­μί­ζε­τε πως η λο­γο­τε­χνι­κή ή γε­νι­κό­τε­ρα η καλ­λι­τε­χνι­κή έκ­φρα­ση έ­χει αλ­λά­ξει κι αυ­τή με­τά α­πό αυ­τά τα δρα­μα­τι­κά γε­γο­νό­τα;

Σί­γου­ρα άλ­λα­ξε η ο­πτι­κή γω­νί­α που βλέ­που­με τα πράγ­μα­τα και μά­λι­στα με βί­αιο τρό­πο. Τα α­σφα­λή στε­γα­νά του Δυ­τι­κού κό­σμου και οι α­δια­πραγ­μά­τευ­τες βε­βαιό­τη­τες πά­νω στις ο­ποί­ες ή­ταν κτι­σμέ­νη η ζω­ή του­λά­χι­στον των πε­ρισ­σο­τέ­ρων, α­να­τρά­πη­καν. Το Μη­τρο­πο­λι­τι­κό α­πυ­ρό­βλη­το κα­ταρ­ρί­φθη­κε. Στο βαθ­μό λοι­πόν που η τέ­χνη κα­τα­γρά­φει, κα­θρε­φτί­ζει και ε­πε­ξερ­γά­ζε­ται τα τε­κται­νό­με­να, εί­ναι φυ­σι­κό να έ­χει ε­πη­ρε­α­στεί, θα έ­λε­γα ω­στό­σο ό­τι έ­χει —αν και με ο­δυ­νη­ρό τρό­πο— ε­μπλου­τι­στεί. Έ­γι­νε πιο σύν­θε­τη και ταυ­τό­χρο­να α­να­γκα­στι­κά λι­γό­τε­ρο πα­ρα­μυ­θη­τι­κή.
 
2. Στο δι­ή­γη­μα «Η διεκ­δί­κη­ση» πε­ρι­γρά­φε­τε το πό­σο σκλη­ρά μπο­ρούν να γί­νουν ε­νί­ο­τε τα παι­διά α­να­με­τα­ξύ τους. Μή­πως εν­δό­μυ­χα στέλ­νε­τε μή­νυ­μα και σε ό­σους- ό­σες διεκ­δι­κούν πράγ­μα­τα που δεν τους α­νή­κουν, α­δια­φο­ρώ­ντας για το τε­λι­κό α­πο­τέ­λε­σμα;
Τα παι­διά εί­ναι σκλη­ρά ό­σο και οι ε­νή­λι­κες α­πλώς έ­χουν με­γα­λύ­τε­ρη α­με­σό­τη­τα και αυ­θορ­μη­τι­σμό και δεν ξέ­ρουν ή δεν έ­χουν α­κό­μα λό­γο για να κρύ­ψουν αυ­τή τη σκλη­ρό­τη­τα. Στο δι­ή­γη­μα «Η διεκ­δί­κη­ση» το κο­ρί­τσι που διεκ­δι­κεί ε­πι­θε­τι­κά, στην ου­σί­α α­ντι­δρά α­ντα­να­κλα­στι­κά α­πέ­να­ντι στην σκλη­ρό­τη­τα που δέ­χε­ται α­πό τους άλ­λους. Η ο­ρια­κή υ­παρ­ξια­κή άρ­νη­ση, η πλή­ρης έλ­λει­ψη α­πο­δο­χής προ­κα­λεί και α­κραί­ες α­ντι­δρά­σεις. Α­πό την άλ­λη με­ριά βλέ­που­με πό­σο μά­ται­η μπο­ρεί να α­πο­δει­χθεί τε­λι­κά η προ­σπά­θεια δια­φύ­λα­ξης των πραγ­μά­των που θε­ω­ρού­με δι­κά μας.
 
3. Πε­ρι­παι­κτι­κό με μια δό­ση «θρί­λερ» εί­ναι και το δι­ή­γη­μα «Πε­ντι­κιούρ- Πε­τι­γκρί». Πό­σοι, ά­ρα­γε, νε­ο­έλ­λη­νες α­κρω­τη­ριά­ζουν την ψυ­χή τους βρί­σκο­ντας ευ­χα­ρί­στη­ση στο να παι­δεύ­ουν τους άλ­λους;
Παι­δεύ­ου­με τους άλ­λους πρω­τί­στως για­τί δεν α­ντέ­χου­με και δεν α­γα­πά­με τον ε­αυ­τό μας. Ο­πό­τε βα­σα­νί­ζο­ντας κά­ποιον ί­σως εν­δό­μυ­χα διαι­σθα­νό­μα­στε ό­τι η τι­μω­ρί­α θα έρ­θει και θα α­φο­ρά στον κα­κό ε­αυ­τό μας, που δεν μπο­ρού­με α­πό μό­νοι μας να ε­λέγ­ξου­με, ού­τε να τι­μω­ρή­σου­με· μπο­ρού­με να πού­με ό­τι ό­λα αυ­τά λει­τουρ­γούν αν δού­με στον τυ­χαί­ο α­κρω­τη­ρια­σμό της η­ρω­ί­δας έ­να εί­δος τι­μω­ρί­ας. Δυ­στυ­χώς υ­πάρ­χει έ­νας τύ­πος νε­ο­έλ­λη­να που συ­μπλεγ­μα­τι­κά πι­στεύ­ει ό­τι α­νυ­ψώ­νε­ται ο ί­διος μειώ­νο­ντας τους άλ­λους, το βλέ­που­με να συμ­βαί­νει μέ­σα α­πό την δια­δρο­μή των τε­λευ­ταί­ων δε­κα­ε­τιών. Οι ι­σό­τι­μες σχέ­σεις πά­ντα ή­ταν δύ­σκο­λες σε ό­λα τα ε­πί­πε­δα, πρέ­πει να κα­τα­νο­ή­σου­με και να υ­περ­βού­με τις α­να­σφά­λειές μας για να πά­ψου­με να βλέ­που­με τους ε­κά­στο­τε άλ­λους (α­πό αλ­λο­δα­πούς, α­νά­πη­ρους, πο­λι­τι­κούς α­ντι­πά­λους, έ­ως οι­κο­νο­μι­κά προ­ηγ­μέ­νους βο­ρειο­ευ­ρω­παί­ους, κ.α) ως α­πει­λές.
 
4. Στο λο­γο­τε­χνι­κό σας έρ­γο έ­χε­τε κα­τα­πια­στεί και με άλ­λα σο­βα­ρά θέ­μα­τα, ό­πως εί­ναι η τε­χνη­τή γο­νι­μο­ποί­η­ση και η γε­νε­τι­κή. Α­νη­συ­χεί­τε κα­θό­λου ως δη­μιουρ­γός ό­τι στο μέλ­λον θα α­πο­τε­λεί­ται η αν­θρω­πό­τη­τα α­πό γε­νε­τι­κά τρο­πο­ποι­η­μέ­νους αν­θρώ­πους;
Το αν­θρώ­πι­νο σώ­μα φι­λο­ξε­νεί ή­δη —προς το πα­ρόν προς ό­φε­λός του—ξέ­να υ­λι­κά ό­πως εμ­φυ­τεύ­μα­τα, μπα­λο­νά­κια, βαλ­βί­δες, τε­χνη­τά μέ­λη και ό­σο προ­χω­ρά η ε­πι­στή­μη ο κα­τά­λο­γος ό­λο μα­κραί­νει. Ω­στό­σο η πι­θα­νό­τη­τα του γε­νε­τι­κά τρο­πο­ποι­η­μέ­νου αν­θρώ­που εί­ναι τρο­μα­κτι­κή! Κυ­ρί­ως αν αυ­τή η πα­ρέμ­βα­ση α­φο­ρά στον πλή­ρη προ­γραμ­μα­τι­σμό του κοι­νω­νι­κού συ­νό­λου μέ­σω ε­λέγ­χου του γε­νε­τι­κού κώ­δι­κα (DNA) με κρι­τή­ρια ευ­γο­νι­κής ­—με ό­λες τις α­να­τρι­χια­στι­κές θε­ω­ρί­ες που αυ­τή προ­ϋ­πο­θέ­τει, για να ε­ξυ­πη­ρε­τή­σει συ­γκε­κρι­μέ­νες ο­μά­δες και συμ­φέ­ρο­ντα. Η τέ­χνη α­να­δει­κνύ­ει αυ­τά, τα κα­θό­λου α­πί­θα­να πλέ­ον, σε­νά­ρια μέ­σα α­πό την υ­περ­βο­λή που σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις φα­ντά­ζει ως ε­πι­στη­μο­νι­κή φα­ντα­σί­α.
 
5. Έ­χε­τε σπου­δά­σει ει­κα­στι­κά κο­ντά στους Νί­κο Κε­σαν­λή και Δη­μή­τρη Μυ­τα­ρά. Μπο­ρεί­τε να θυ­μη­θεί­τε δυο φρά­σεις των δυο ε­ξαί­ρε­των αυ­τών δη­μιουρ­γών, που κρα­τά­τε «κα­λά φυ­λαγ­μέ­νες στο σε­ντού­κι της καρ­διάς σας»;
Η δι­δα­σκα­λί­α αλ­λά και το προ­σω­πι­κό έρ­γο του Νί­κου Κε­σαν­λή και του Δη­μή­τρη Μυ­τα­ρά λει­τούρ­γη­σαν για μέ­να α­ντι­στι­κτι­κά και ταυ­το­χρό­νως συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, ή­ταν οι δύ­ο α­ντί­πο­δες α­πό τους ο­ποί­ους ά­ντλη­σα γνώ­ση. Κο­ντά στον Μυ­τα­ρά έ­μα­θα το χρώ­μα και την σύν­θε­ση, ο Κε­σαν­λής μου έ­μα­θε την α­ξί­α της έ­ρευ­νας και της αμ­φι­σβή­τη­σης. Δεν μπο­ρεί να συ­νο­ψι­στεί η σπου­δή τό­σων χρό­νων σε δύ­ο προ­τά­σεις. Αυ­τό πά­ντως που θε­ω­ρώ ση­μα­ντι­κό εί­ναι το α­πό­σταγ­μα της γνώ­σης που α­πο­κό­μι­σα μέ­σα α­πό την σύν­θε­ση της δι­δα­σκα­λί­ας τους, ε­κεί στη­ρί­ζω την δου­λειά μου και το πι­στεύ­ω α­κρά­δα­ντα: Η τέ­χνη ψά­χνει για την α­λή­θεια και ό­ταν ο καλ­λι­τέ­χνης λέ­ει κά­ποιες φο­ρές ψέ­μα­τα μέ­σα α­πό το έρ­γο του μαρ­τυ­ριέ­ται. Φυ­σι­κά η α­λή­θεια δεν εί­ναι μί­α, ο κά­θε άν­θρω­πος βρί­σκει-φτά­νει στην α­λή­θεια του μέ­σα α­πό την δι­κή του προ­σω­πι­κή δια­δρο­μή. Η τέ­χνη υ­πάρ­χει για να α­νοί­γει δρό­μους.
 
 
6. Ει­κα­στι­κά, αλ­λά και λο­γο­τε­χνι­κά, χρη­σι­μο­ποιεί­τε αρ­κε­τά το σύμ­βο­λο της κού­κλας. Ά­ρα­γε, πό­σες γυά­λι­νες σπα­σμέ­νες κού­κλες νο­μί­ζε­τε ό­τι κυ­κλο­φο­ρούν σή­με­ρα α­νά­με­σά μας;
Φο­βά­μαι πως ο κα­θέ­νας α­πό μας κου­βα­λά­ει μια σπα­σμέ­νη κού­κλα μέ­σα του, και εν­νο­ώ τα α­νώ­ρι­μα κομ­μά­τια του ψυ­χι­κού μας κό­σμου, αυ­τά που δεν πρό­λα­βαν ή δεν κα­τόρ­θω­σαν να ε­νη­λι­κιω­θούν. Μέ­σα α­πό το σύμ­βο­λο της κού­κλας εκ­φρά­ζε­ται με­τω­νυ­μι­κά η παι­δι­κή η­λι­κί­α με ό­λα ε­κεί­να τα κρυμ­μέ­να, α­πω­θη­μέ­να τραύ­μα­τα στα ο­ποί­α ο­φεί­λε­ται η α­πρό­ο­πτη α­νά­δυ­ση ε­νός ά­γνω­στού μας ε­αυ­τού, που συ­μπε­ρι­φέ­ρε­ται και α­ντι­δρά σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις με τρό­πους μη ε­λέγ­ξι­μους. Οι κού­κλες και στη ζω­γρα­φι­κή αλ­λά και στην πε­ζο­γρα­φί­α μου εί­ναι αυ­τά τα α­νώ­ρι­μα κομ­μά­τια, τα θυ­μω­μέ­να-πλη­γω­μέ­να παι­δά­κια που τα βγά­ζω στο φως, τα δι­η­γού­μαι και τα ζω­γρα­φί­ζω φέρ­νο­ντάς τα με αυ­τό τον τρό­πο στην πραγ­μα­τι­κή διά­στα­ση την ο­ποί­α κα­λού­νται να α­ντι­με­πω­πί­σουν. Μέ­σα απ’ αυ­τή την δια­δι­κα­σί­α της α­πο­μά­γευ­σης των φα­ντα­σμά­των α­πο­δυ­να­μώ­νο­νται τα σκο­τει­νά ση­μεί­α του πα­ρελ­θό­ντος.
 
7. Τι­τλο­φο­ρεί­ται έ­ναν πί­να­κα σας «Η Τέ­χνη ως α­δύ­να­τος ε­πι­στρο­φή». Ά­ρα­γε, πό­σοι άν­θρω­ποι α­δυ­να­τούν σή­με­ρα να ε­πι­στρέ­ψουν στα ό­νει­ρά τους και τι νο­μί­ζε­τε πως θα πρέ­πει να γί­νει γι’ αυ­τό α­πό πλευ­ράς των δη­μιουρ­γών;
Πι­στεύ­ω πως αν δια­φυ­λάτ­του­με κά­που βα­θειά μέ­σα μας ό­σα ο­νει­ρευ­τή­κα­με, θα εί­ναι πιο εύ­κο­λο να α­να­τρέ­ξου­με σ’ αυ­τά ό­ταν νιώ­σου­με την α­νά­γκη, άλ­λω­στε ε­κεί κα­τοι­κούν τε­λι­κά τα πιο κα­θα­ρά, τα πιο δυ­να­τά κι αν­θε­κτι­κά στοι­χεί­α μας. Στον τί­τλο του συ­γκε­κρι­μέ­νου πί­να­κα υ­πάρ­χει μια εν δυ­νά­μει α­ντί­φα­ση· το λέ­ω αυ­τό για­τί πι­στεύ­ω πως η τέ­χνη έ­χει-βρί­σκει τρό­πους να με­τα­θέ­τει, να υ­περ­βαί­νει ή και να κα­ταρ­γεί τα ό­ρια, ε­πο­μέ­νως χρη­σι­μο­ποί­η­σα την έν­νοια του μη ε­φι­κτού πε­ρισ­σό­τε­ρο για να α­φυ­πνί­σω τους α­πο­δέ­κτες του έρ­γου. Να τους βο­η­θή­σω να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σουν ό­τι η τέ­χνη δεν λο­γο­δο­τεί στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αλ­λά στο πνεύ­μα ή την ψυ­χή. Ο καλλι­τέ­χνης που χρη­σι­μο­ποιεί την τέ­χνη του ως μέ­σο (για πο­λι­τι­κή, χρή­μα­τα, κατα­ξί­ω­ση) θα προ­σα­να­το­λί­σει λά­θος τους α­πο­δέ­κτες της και δεν θα α­πο­κτή­σουν πο­τέ ε­πα­φή με τα ό­νει­ρά τους.
 
8. Α­να­φέ­ρε­στε πο­λύ και στους «Αγ­γέ­λους». Τι ση­μαί­νουν για ε­σάς οι φύ­λα­κες- άγ­γε­λοι των ζω­ών μας;
Εί­ναι α­λή­θεια ό­τι πα­λαιό­τε­ρα εί­χα εκ­θέ­σει μια με­γά­λη ε­νό­τη­τα ό­που δού­λευα πά­νω στην έν­νοια του αγ­γε­λι­κού στοι­χεί­ου. Τα έρ­γα ε­κεί­να ή­ταν α­φαι­ρε­τι­κά, υ­πήρ­χαν δη­λα­δή πο­λύ λί­γα πα­ρα­στα­τι­κά ε­ρε­θί­σμα­τα που μπο­ρού­σαν να λει­τουργή­σουν ως πε­ρά­σμα­τα-κλει­διά για τον θε­α­τή. Παρ’ ό­λα αυ­τά με ε­ντυ­πω­σί­α­ζε ι­διαί­τε­ρα το γε­γο­νός ό­τι ό­λοι κα­τα­λά­βαι­ναν το θέ­μα των έρ­γων. Θέ­λω να πω, πως ί­σως υ­πάρ­χει μια αύ­ρα στα πρό­σω­πα που μας πε­ρι­βάλ­λουν, α­κό­μη και στα πράγ­μα­τα με­ρι­κές φο­ρές που την α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε πέ­ρα α­πό τις πέ­ντε γνω­στές αι­σθή­σεις μας. Δεν α­να­φέ­ρο­μαι στα γνω­στά θρη­σκευ­τι­κά αγ­γε­λι­κά σύμ­βο­λα, που άλ­λω­στε υ­πάρ­χουν σε ό­λες τις θρη­σκεί­ες και σε ό­λο το γνω­στό ι­στο­ρι­κό βά­θος χρό­νου, αλ­λά στο προ­στα­τευ­τι­κό πλέγ­μα που εν­δέ­χε­ται να μας πε­ρι­βάλ­λει χω­ρίς καν να το συ­νει­δη­το­ποιού­με, και δη­μιουρ­γεί­ται α­πό τη θε­τι­κό­τη­τα των αν­θρώ­πων που μας α­γα­πούν, α­πό τις α­γα­θές σκέ­ψεις, τις κα­λές πρά­ξεις. Αν δε­χτού­με ό­τι ως στοι­χεί­ο του σύ­μπα­ντος συμ­με­τέ­χου­με σ’ αυ­τό με τρό­πους που δεν α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε α­πο­λύ­τως, ί­σως για­τί δεν έ­χει κα­τορ­θώ­σει α­κό­μη η ε­πι­στή­μη να τους κα­τα­στή­σει α­ντι­λη­πτούς, τό­τε μπο­ρού­με να α­φή­σου­με α­νοι­χτό έ­να πα­ρά­θυ­ρο στην πι­θα­νό­τη­τα...
Ού­τως ή άλ­λως πά­ντως φύ­λα­κας άγ­γε­λός μας μπο­ρεί να εί­ναι α­πλώς και το κα­λό κομ­μά­τι του ί­διου μας του ε­αυ­τού.
 
9. Έ­χε­τε κά­νει μα­θή­μα­τα ζω­γρα­φι­κής στις έ­γκλει­στες των γυ­ναι­κεί­ων φυ­λα­κών Κο­ρυ­δαλ­λού. Τι α­πο­κο­μί­σα­τε α­πό την ό­λη ε­μπει­ρί­α;
Έ­κα­να ε­θε­λο­ντι­κά μα­θή­μα­τα στις Γυ­ναι­κεί­ες Φυ­λα­κές Κο­ρυ­δαλ­λού για τριά­μι­σι χρό­νια πε­ρί­που. Οι κο­πέ­λες στην αρ­χή ή­ταν ε­πι­φυ­λα­κτι­κές, με­τά σι­γά σι­γά κέρ­δι­σα την ε­μπι­στο­σύ­νη τους κι άρ­χι­σαν να α­νοί­γο­νται, στο τέ­λος α­δη­μο­νού­σαν να έρ­θει η ώ­ρα της ζω­γρα­φι­κής, ή­ταν άλ­λω­στε α­πό τις λί­γες ευ­και­ρί­ες που εί­χαν για να εκ­φρα­στούν, αι­σθα­νό­ντου­σαν για λί­γο ε­λεύ­θε­ρες. Συ­νά­ντη­σα α­πί­στευ­τες κα­τα­στά­σεις ε­κεί μέ­σα, ό­λες οι η­λι­κί­ες α­να­κα­τε­μέ­νες, ό­λα τα α­δι­κή­μα­τα μα­ζί, καμ­μί­α διά­κρι­ση και φρο­ντί­δα για τους ναρ­κο­μα­νείς. Παρ’ ό­λα αυ­τά συ­νά­ντη­σα αν­θρώ­πους με ευαι­σθη­σί­α. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πως υ­πάρ­χουν στιγ­μές που η ψυ­χή του αν­θρώ­που α­κρο­βα­τεί πά­νω σε έ­να τε­ντω­μέ­νο σκοι­νί. Πως δεν εί­ναι α­πα­ραί­τη­το να εί­ναι κα­νείς πο­λύ κα­κός άν­θρω­πος για να κά­νει μια πο­λύ κα­κή πρά­ξη και πως το ό­ριο α­νά­με­σα στο μέ­σα και το έ­ξω εί­ναι τε­λι­κά πο­λύ δυσ­διά­κρι­το. Έ­μα­θα στην πρά­ξη τί ση­μαί­νει α­νε­κτι­κό­τη­τα, και πό­σο ση­μα­ντι­κή εί­ναι η α­πο­δο­χή. Πι­στεύ­ω ό­τι το πιο σο­βα­ρό στοί­χη­μα του σω­φρο­νι­στι­κού συ­στή­μα­τος εί­ναι η ε­πα­νέ­ντα­ξη αυ­τών των αν­θρώ­πων στην κοι­νω­νί­α. Ε­ντέ­λει σί­γου­ρα με­τά απ’ αυ­τή την ε­μπει­ρί­α βλέ­πω τον κό­σμο με άλ­λα μά­τια.
 
10. Μπο­ρεί­τε να μας α­πο­κα­λύ­ψε­τε τη φρά­ση μιας φυ­λα­κι­σμέ­νης, που θα σας α­κο­λου­θεί για πά­ντα;
Κά­θε φο­ρά ό­ταν έ­φτα­να μπρο­στά στην ε­σω­τε­ρι­κή, με­ταλ­λι­κή πόρ­τα που ο­δη­γού­σε στα κελ­λιά και στο χώ­ρο που κά­να­με το μά­θη­μα έ­βλε­πα τα πρό­σω­πά των κρα­του­μέ­νων στρι­μωγ­μέ­να πί­σω α­πό το μι­κρό πα­ρα­θυ­ρά­κι να με χαι­ρε­τούν. Μια μέ­ρα που εί­χα κα­θυ­στε­ρή­σει λί­γο μια κο­πέ­λα με υ­γρά μά­τια και σο­βα­ρό ύ­φος μου εί­πε: «Μην ξα­ναρ­γή­σεις σε πα­ρα­κα­λώ» «έ, κα­λά μό­νο δέ­κα λε­πτά άρ­γη­σα» δι­καιο­λο­γή­θη­κα, «Τα δέ­κα λε­πτά για μας εί­ναι αλ­λιώ­τι­κα α­πό τα δι­κά σου...» κι ό­ταν την κοί­τα­ξα ε­ρω­τη­μα­τι­κά συ­νέ­χι­σε «για­τί ε­σύ εί­σαι το πα­ρά­θυ­ρό μας στον κό­σμο». Δεν ξα­νάρ­γη­σα πο­τέ.
 
11. Έ­χε­τε ε­πι­με­λη­θεί τα σκη­νι­κά και τα κου­στού­μια σε θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις. Νο­μί­ζε­τε πως το ει­κα­στι­κό μέ­ρος του θε­ά­τρου α­ντι­κα­το­πτρί­ζει τον «κα­θρέ­πτη της ψυ­χής μας»;
Το θέ­α­τρο εί­ναι μια πο­λύ σο­βα­ρή υ­πό­θε­ση. Δεν εί­ναι τυ­χαί­ο ό­τι στην αρ­χαί­α Ελ­λά­δα ή­ταν κοι­νό α­γα­θό προ­σι­τό σε ό­λους και η ί­δια η Πο­λι­τεί­α προ­σέ­φε­ρε με το θε­σμό των Θε­ω­ρι­κών την δυ­να­τό­τη­τα στους φτω­χούς Α­θη­ναί­ους να πα­ρα­κο­λου­θούν θε­α­τρι­κές πα­ρα­στά­σεις, θε­ω­ρώ­ντας πο­λύ ση­μα­ντι­κό τον παι­δα­γω­γι­κό τους χα­ρα­κτή­ρα, λό­γω του ό­τι η α­να­πα­ρά­στα­ση των ψυ­χι­κών πα­θών μέ­σω της δρα­μα­το­ποί­η­σης περ­νά­ει ευ­κο­λό­τε­ρα στο κοι­νό. Α­πό παι­δί α­γα­πού­σα το θέ­α­τρο και εί­χα την τύ­χη να α­να­πνεύ­σω αυ­τό το μα­γευ­τι­κό κό­σμο λό­γω του θεί­ου μου Νά­σου Νι­κό­που­λου που ή­ταν τα­κτι­κός κρι­τι­κός θε­ά­τρου στην ε­φη­με­ρί­δα «Αυ­γή». Στην Α­νω­τά­τη Σχο­λή Κα­λών Τε­χνών ε­κτός της ζω­γρα­φι­κής, εί­χα πά­ρει ως μά­θη­μα ε­πι­λο­γής την σκη­νο­γρα­φί­α, που τό­τε δί­δα­σκε ο Γιώρ­γος Ζιά­κας. Η ε­μπει­ρί­α μού έ­δει­ξε ό­τι ο ρό­λος του ζω­γρά­φου –με την έν­νοια της α­πό­λυ­της ε­λευ­θε­ρί­ας του δη­μιουρ­γού– πρέ­πει να υ­πο­χω­ρεί α­πέ­να­ντι στο θε­α­τρι­κό έρ­γο, αν θέ­λει να το υ­πη­ρε­τή­σει σω­στά ως σκη­νο­γρά­φος και να α­να­δεί­ξει το κεί­με­νο και τους χα­ρα­κτή­ρες. Δεν εν­νο­ώ φυ­σι­κά να μην δί­νει κα­θό­λου ο σκη­νο­γρά­φος το προ­σω­πι­κό του στίγ­μα, θα πρέ­πει ό­μως κα­τά τη γνώ­μη μου αυ­τό να γί­νε­ται με τρό­πους που να εί­ναι γε­ρά και ορ­γα­νι­κά δε­μέ­νοι με το σύ­νο­λο. Ω­στό­σο η με­γά­λη πρό­κλη­ση για τον σκη­νο­γρά­φο εί­ναι να α­ντι­λη­φθεῖ και να ερ­μη­νεύ­σει ό­χι το πνεύ­μα του ί­διου του έρ­γου, ό­σο το πνεύ­μα της ερ­μη­νεί­ας του σκη­νο­θέ­τη. Να γί­νει ο κα­θρέ­φτης αυ­τής της ερ­μη­νεί­ας. Αλ­λιώς θα υ­πάρ­χει στο έρ­γο μια λει­τουρ­γι­κή α­συμ­με­τρί­α που δεν θα του ε­πι­τρέ­πει να λει­τουρ­γή­σει στην ψυ­χή του θε­α­τή. Το ει­κα­στι­κό μέ­ρος του θε­ά­τρου εί­ναι πο­λύ σπου­δαί­ο διό­τι υ­πο­στα­σιο­ποιεί την λε­κτι­κή ει­κό­να και κά­νει έ­τσι το θέ­α­τρο αυ­τό που εί­ναι: «μί­μη­ση πρά­ξε­ως».
 
12. Ρευ­στός κό­σμος, σώ­μα­τα α­πο­κομ­μέ­να, κα­θρέ­πτες, ζω­ή σε κί­νη­ση, λέ­ξεις και συ­ναι­σθή­μα­τα. Πό­σο ρευ­στή μπο­ρεί τε­λι­κά να εί­ναι η καλ­λι­τε­χνι­κή δη­μιουρ­γί­α στις η­μέ­ρες μας;
Μάλ­λον α­να­φέ­ρε­στε σε μια performance που εί­χα κά­νει στο Φούρ­νο, ό­ταν πριν α­πό κά­ποια χρό­νια συ­νερ­γά­στη­κα με τον σκη­νο­θέ­τη Α­λέ­ξαν­δρο Φα­σό­η. Ο τί­τλος ή­ταν «Ει­κό­νες του Ρευ­στού Κό­σμου» και ε­πρό­κει­το για μια ει­κα­στι­κή προ­βο­λή ε­πά­νω σε κοί­λο κα­θρέ­φτη, ό­που η πα­ρα­μόρ­φω­ση των ει­κό­νων πα­ρέ­πε­μπε α­κρι­βώς στην ρευ­στό­τη­τα των συ­ναι­σθη­μά­των αλ­λά και του τρό­που που α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε με­ρι­κές φο­ρές τη ζω­ή. Ο κα­θρέ­φτης, και πιο συ­γκε­κρι­μέ­να η έν­νοια του ει­δώ­λου και του α­ντι­κα­το­πτρι­σμού με έ­χει α­πα­σχο­λή­σει πο­λύ κα­τά το πα­ρελ­θόν και εμ­φα­νί­ζε­ται και στην ει­κα­στι­κή μου δου­λειά μέ­σα α­πό κα­τα­σκευές με­γά­λων δια­στά­σε­ων, αλ­λά και στην πε­ζο­γρα­φί­α μου. Στη νου­βέ­λα που έ­χει τον τί­τλο «Σαν σε κα­θρέ­φτη» (εκ­δ. Με­ταίχ­μιο, 2003), ου­σια­στι­κά το μι­σό βι­βλί­ο λει­τουρ­γεί ως κα­θρέ­φτης του υ­πο­λοί­που, με τους ή­ρω­ες να κι­νού­νται σε χώ­ρους και χρό­νους πα­ράλ­λη­λους α­ντι­κα­το­πτρί­ζο­ντας ε­ρή­μην τους τις κι­νή­σεις τους, κα­θώς οι ί­διοι αρ­νού­νται ου­σια­στι­κά να δουν την α­λή­θεια. Στο βαθ­μό που η τέ­χνη ι­δρύ­ει α­να­λο­γί­ες ή μι­μεί­ται τη ζω­ή, ε­κεί ό­που υ­πάρ­χει το στοι­χεί­ο της ρο­ϊ­κό­τη­τας, ναι ε­κεί υ­πάρ­χει η ρευ­στό­τη­τα και στην τέ­χνη. Και στην μεν λο­γο­τε­χνί­α αυ­τό εί­ναι ε­φι­κτό λό­γω του ό­τι το κεί­με­νο έ­χει διάρ­κεια, έ­χει ενσω­μα­τω­μέ­νο στην ύ­λη του την διά­στα­ση του χρό­νου. Στη ζω­γρα­φι­κή ό­μως αυ­τό το στοι­χεί­ο α­που­σιά­ζει, εί­ναι δυσ­διά­στα­τη. Ε­δώ έρ­χε­ται η performance που προ­σφέ­ρει/προ­σθέ­τει τον χρό­νο στα ει­κα­στι­κά στοι­χεί­α δη­μιουρ­γώ­ντας έ­τσι έ­να νέ­ο σύ­νο­λο, μια νέ­α σύν­θε­ση χω­ρο­χρο­νι­κή. Ί­σως αυ­τή την α­νά­γκη να κα­λύ­πτει και η διαρ­κώς αυ­ξα­νό­με­νη τά­ση των ει­κα­στι­κών καλ­λι­τε­χνών προς την video-art – ε­κεί βέ­βαια ε­νε­δρεύ­ουν άλ­λες πα­γί­δες, αλ­λά αυ­τό εί­ναι μια άλ­λη συ­ζή­τη­ση. Η τέ­χνη μετά α­πό αιώ­νες «α­κι­νη­σί­ας» έ­γι­νε ρευ­στή α­κο­λου­θώ­ντας σ’ αυ­τό το πο­λυ­διασπα­σμέ­νο και διαρ­κώς α­να­δια­τασ­σό­με­νο κο­σμο­εί­δω­λο του σύγ­χρο­νου κό­σμου. Δυο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές α­ντι­στι­κτι­κές στιγ­μές στην μί­μη­ση αυ­τής της ρευ­στό­τη­τας στη λο­γο­τε­χνί­α του προ­η­γού­με­νου αιώ­να εί­ναι το προ­πο­λε­μι­κό μυ­θιστό­ρη­μα της συ­νει­δη­σια­κής ρο­ής, και στον α­ντί­πο­δά του, το με­τα­πο­λε­μι­κό Νέ­ο Μυ­θι­στό­ρη­μα.
 
13. Μπο­ρεί­τε να μας α­πο­κα­λύ­ψε­τε μια γνώ­μη α­πό α­να­γνώ­στη που κυ­ριο­λε­κτι­κά σας ά­νοι­ξε έ­να «και­νούρ­γιο πα­ρά­θυ­ρο στο δη­μιουρ­γι­κό σας σύ­μπαν;
Α­κού­ω πά­ντα πο­λύ προ­σε­κτι­κά τις α­πό­ψεις των α­να­γνω­στών. Ο τρό­πος πρό­σλη­ψης και κα­τα­νό­η­σης ε­νός κει­μέ­νου δια­φέ­ρει α­πό άν­θρω­πο σε άν­θρω­πο κι αυ­τό προ­σφέ­ρει μια ποι­κι­λί­α που συ­χνά με ξαφ­νιά­ζει κα­θώς α­κού­ω εκ­δο­χές του κει­μέ­νου μου που δεν εί­χα καν σκε­φτεί. Αυ­τό συμ­βαί­νει για­τί υ­πάρ­χουν φο­ρές που ο δη­μιουρ­γός λει­τουρ­γεί ε­λευ­θε­ρώ­νο­ντας κι α­κο­λου­θώ­ντας στοι­χεί­α του υ­πο­συ­νεί­δη­του και δεν έ­χει σα­φή εν­συ­νεί­δη­τη εποπτεία του α­πο­τε­λέ­σμα­τος του έρ­γου του. Ω­στό­σο δυ­στυ­χώς μέ­χρι σή­με­ρα δεν ευ­τύ­χη­σα να συ­να­ντή­σω έ­ναν α­να­γνώ­στη που να μου «α­νοί­ξει έ­να και­νούρ­γιο πα­ρά­θυ­ρο»· εί­χα ό­μως την τύ­χη να συ­να­ντή­σω έ­να λο­γο­τέ­χνη –ποι­η­τή και δια­νο­η­τή– τον Α­ντώ­νη Ζέρ­βα, που «διά­βα­σε» τη ζω­γρα­φι­κή μου με τέ­τοιο τρό­πο που με κι­νη­το­ποί­η­σε δη­μιουρ­γι­κά και με έ­κα­νε να συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω στοι­χεί­α και τρό­πους στα έρ­γα μου που α­γνο­ού­σα. Ε­νέ­τα­ξε τα γυ­ναι­κεί­α πρό­σω­πα των πι­νά­κων μου στο πλαί­σιο της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας, τα ερ­μή­νευ­σε μέ­σα α­πό τους ρό­λους της ελ­λη­νί­δας γυ­ναί­κας, κι έ­τσι ο­λό­κλη­ρη αυ­τή η ζω­γρα­φι­κή ε­νό­τη­τα α­πέ­κτη­σε δια­φο­ρε­τι­κό, ευ­ρύ­τε­ρο ση­μεί­ο α­να­φο­ράς απ’ αυ­τό που εί­χα ε­γώ στο νου μου.
 
14. Ζω­γρα­φί­ζε­τε με μια υ­πο­ψί­α α­χνού φω­τός, που νο­μί­ζω πως πα­ρα­πέ­μπει στην Ελ­πί­δα και στο μέλ­λον. Τι νέ­α δη­μιουρ­γι­κά ό­νει­ρα, λοι­πόν, μας ε­τοι­μά­ζε­τε;
Δεν ξέ­ρω αν το α­χνό φως πα­ρα­πέ­μπει στην Ελ­πί­δα και το Μέλ­λον ό­πως τα εν­νο­ού­με συ­νή­θως, δη­λα­δή με κο­σμι­κό συμ­φε­ρο­ντο­λο­γι­κό τρό­πο. Για μέ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο συμ­βο­λί­ζει το θε­τι­κό, το αγ­γε­λι­κό κομ­μά­τι της ψυ­χής. Α­πό τα «Α­νοίγ­μα­τα» της ο­μό­τι­τλης τε­λευ­ταί­ας δουλειάς μου δια­φαί­νε­ται έ­να φως που έρ­χε­ται απ΄ έ­ξω, έ­να έ­ξω ό­μως που δεν έ­χει κα­θό­λου ρε­α­λι­στι­κή προ­έ­λευ­ση, μοι­ά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο φως ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κό ή με­τα­φυ­σι­κό και δεν εί­ναι α­πα­ραι­τή­τως συν­δε­δε­μέ­νο με το μέλ­λον· κά­θε άλ­λο μά­λι­στα, θα έ­λε­γα πως το πα­ρελ­θόν, έ­χει πο­λύ Ελ­πί­δα, γι’ αυ­τό ί­σως πρέ­πει να στρα­φού­με ξα­νά προς τα ε­κεί και μέ­σα α­πό ι­στο­ρί­ες, κεί­με­να και πα­ρα­στά­σεις, γε­μά­τες πνευ­μα­τι­κό­τη­τα και φα­ντασί­α, να α­ντλή­σου­με πά­λι γνώ­ση, α­ξί­ες και πα­ρα­δείγ­μα­τα. Αλλά κι ο ζό­φος του πα­ρελ­θό­ντος μπο­ρεί να μας διδά­ξει. Εί­ναι γνω­στό πως οι λα­οί που δεν δι­δά­σκο­νται α­πό την ι­στο­ρί­α και α­πό τα λά­θη του πα­ρελ­θό­ντος, δυ­στυ­χώς τα ε­πα­να­λαμ­βά­νουν. Φο­βά­μαι πως α­κρι­βώς αυ­τό ι­σχύ­ει για τη χώ­ρα μας.
Ό­σον α­φο­ρά στα μελ­λο­ντι­κά μου σχέ­δια, συ­νε­χί­ζω την με­γά­λη ε­νό­τη­τα, που μέ­ρος της εί­χα εκ­θέ­σει πέ­ρυ­σι στην Αί­θου­σα Τέ­χνης «Ερ­μού­πο­λη» στη Σύ­ρο, με τί­τλο «Δω­μά­τια-΄Ε­νοι­κοι-Α­νοίγ­μα­τα»· Τα «Δω­μά­τια» μοιά­ζουν κλει­στά κι α­διέ­ξο­δα, αλ­λά υ­πάρ­χει πά­ντα σε ό­λα τα έρ­γα αυ­τής της ε­νό­τη­τας το «Ά­νοιγ­μα» απ΄ ό­που ει­σβάλ­λει ως δυ­να­τό­τη­τα αυ­τό το α­χνό ε­ξα­γνι­στι­κό Φως, ό­πως υ­πάρ­χουν και οι «Έ­νοι­κοι» δέ­σμιοι και ταυ­τό­χρο­να ε­κτε­θει­μέ­νοι σ’ αυ­τό το δια­φο­ρε­τι­κό φως. Ταυ­τό­χρο­να συμ­με­τέ­χω σε τρεις ο­μα­δι­κές εκ­θέ­σεις που γί­νο­νται τώ­ρα τον Νο­έμ­βριο και τον Δε­κέμ­βριο, στο Πο­λι­στι­στικό Κέ­ντρο Τέ­χνης «Με­λί­να» και στην Τε­χνό­πο­λη στο Γκά­ζι.
                                                                        
                                                                                 Ηρώ Νικοπούλου
Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 12/06/2011 - 20:51