Περ. Πλανόδιον-Παρουσίαση τεύχους 50-Θέατρο Ελληνοαμερικανικής ΄Ενωσης - Αφιέρωμα στο Αμερικανικό Μπονζάι 22-09-2011

  

 Περ. Πλανόδιον-Παρουσίαση τεύχους 50-Θέατρο Ελληνοαμερικανικής ΄Ενωσης 22-09-2011 - Κείμενο και Video Παρουσίασης - Αφιέρωμα στο Αμερικανικό Μπονζάι

 

Κλα­δεύ­ο­ντας Μπον­ζά­ι 

Το πρώ­το κεί­με­νο που με έ­κα­νε να αι­σθαν­θώ και αρ­κε­τά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα να σκε­φτώ δια­φο­ρε­τι­κά για την λο­γο­τε­χνί­α ή­ταν η Με­τα­μόρ­φω­ση του Κά­φκα, τότε ή­μουν κο­ντά στην ε­φη­βεί­α. Το πα­ρά­ξε­νο κλί­μα, η υ­παι­νι­κτι­κό­τη­τα και ο συμβο­λι­σμός του ε­πέ­δρα­σαν μέ­σα μου πο­λύ έ­ντο­να και ε­ξα­κο­λου­θη­τι­κά. Α­να­ζή­τησα κι άλ­λα διηγήματά του και η αρ­χι­κή μου αί­σθη­ση ε­νι­σχύ­θη­κε. Αυ­τό που με ε­ντυ­πωσί­α­ζε ή­ταν η διάρκεια του απόηχου της α­νά­γνω­σης μέσα μου. Τα διηγήματα και όχι τα μυθιστορήματα του Κάφκα ήταν αυτά που με είχαν κερδίσει περισσότερο. Τα μεγάλα του έργα μου έμοιαζαν σαν να είχαν γεννηθεί για να είναι ημιτελή. Το αντίθετο αίσθημα μου προκαλούσαν τα διηγήματα: ενώ διατηρούσαν το απαράμιλλο αινιγματικό κλίμα των μυθιστορημάτων του, εξασφάλιζαν μια φόρμα περιεκτική και συχνά εξαιρετικά σύντομη. Στο εν­διά­με­σο χρο­νι­κό διά­στη­μα διά­βασα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα αρ­κε­τών κλα­σι­κών συγ­γρα­φέ­ων. Πο­λύ λί­γα ό­μως απ’ αυ­τά με έ­κα­ναν να νιώ­σω τό­σο ζω­ντα­νή και τόσο δημιουργικά χειραφετημένη από το κεί­μενο ό­σο τα δι­η­γή­μα­τα του Κά­φκα. Αντιθέτως ο χειμ­α­ρρώ­δης κό­σμος του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, η τερατώδης κάποτε εσωτερική του οργάνωση, που ενίοτε, όπως στον Φώκνερ, συνοδευόταν από το τυπωμένο απίθανο γενεαλογικό δέντρο των ηρώων του,  με ρου­φού­σε, χα­νό­μουν μέ­σα του, με α­φο­μοί­ω­νε σχε­δόν με έ­ναν τρό­πο πα­ρα­λυ­τικό. Με δυο λόγια δεν υ­πήρ­χε χώ­ρος για μέ­να. Το μό­νο που μπο­ρού­σα να κά­νω ή­ταν να ταυ­τι­στώ με κά­ποιον  α­πό τους ή­ρω­ες και βέ­βαια να δο­κι­μά­σω τη σκέ­ψη μου πά­νω σε ο­ρι­σμέ­να ζη­τή­μα­τα που δια­φο­ρε­τι­κά θα μου ή­ταν α­δύ­να­το να προ­σεγ­γί­σω ως πραγ­μα­τι­κές κα­τα­στά­σεις. Πολ­λά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα διά­βασα μια πο­λύ εν­δια­φέ­ρου­σα ά­πο­ψη του Κορ­τά­σαρ για το μυ­θι­στό­ρη­μα —που μι­λώντας μέ­σα α­πό το στό­μα ε­νός ή­ρω­ά του στο Κου­τσό— ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως οι ι­στορί­ες που έ­χουν πε­ρισ­σό­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον εί­ναι ε­κεί­νες που προ­ϋ­πάρ­χουν των η­ρώ­ων τους και κα­λού­νται οι χα­ρα­κτή­ρες να δρά­σουν και να α­ντι-δρά­σουν μέ­σα στο δε­δο­μέ­νο πλαί­σιο. Αυ­τό για μένα το έκανε με τον ιδανικό τρόπο το διήγημα, όπου ο αναγνώστης ανασυγκροτεί «ιστορίες» και «πλαίσιο» μέσα από τα σκόπιμα αφημένα ίχνη τους στο κείμενο.
            Κά­τι άλ­λο που μου εί­χε κά­νει ε­ντύ­πω­ση ή­ταν ό­τι το μεταίσθημα ε­νός ο­γκώ­δους μυ­θι­στο­ρή­μα­τος κά­ποιες φο­ρές ή­ταν ί­σο ή και ι­σχνό­τε­ρο απ’ αυ­τό ε­νός πυκνού ο­λι­γο­σέ­λι­δου δι­η­γή­μα­τος. Πρό­σε­ξα πως συ­νή­θως αυ­τό που μου έ­με­νε συνο­ψι­ζό­ταν σε λί­γες σε­λί­δες· την βα­σι­κή ι­δέ­α, κά­ποιες πε­ρι­γρα­φές, σπα­νί­ως ο­ρι­σμέ­νες κο­φτε­ρές α­τά­κες, έ­νας-δυό ή­ρω­ες. Κι ε­νώ προ­βλη­μα­τι­ζό­μουν μήπως δεν εί­μαι τε­λι­κά προ­σε­κτι­κή και ε­παρ­κής α­να­γνώ­στρια, πέ­φτω πά­νω στη γνω­στή σκέ­ψη του Μπόρ­χες, που λέ­ει ό­τι δεν υ­πάρχει λό­γος να μπει κα­νείς στον κό­πο να γρά­ψει έ­να τε­ρά­στιο μυ­θι­στό­ρη­μα εκα­το­ντά­δων σε­λί­δων και συ­νε­πώς να χά­σει πο­λύ­τι­μο χρό­νο, εφ’ ό­σον αυ­τό μπο­ρεί να χω­ρέ­σει μέ­σα σε λί­γες σε­λί­δες ε­νός κα­λού πε­ριε­κτι­κού δι­η­γή­μα­τος. Έ­νιω­σα α­μέ­σως κα­λύ­τε­ρα, κι άρ­χι­σα να δια­βάζω δι­η­γή­μα­τα συστηματικότερα. 
Αι­σθά­νο­μαι φυ­σι­κά πιο πλού­σια γνω­ρί­ζο­ντας ότι υ­πάρ­χει ό­λη αυ­τή η ποι­κι­λί­α των με­γε­θών, ό­τι δη­λα­δή μια α­φή­γη­ση μπο­ρεί να κυ­μαί­νε­ται α­πό τις χι­λιά­δες σε­λί­δες των κλα­σι­κών έρ­γων μέ­χρι τους 144 χαρα­κτή­ρες των «ελάχιστων δι­η­γη­μά­των» του Μά­ι­μπερ­γκ, ό­πως με περίσσεια βεβαιότητα τα α­πο­κα­λεί, που για να τα γρά­ψει α­ξιο­ποί­η­σε τα ό­ρια του γρα­πτού μη­νύ­μα­τος του twitter, ο­ρί­ζο­ντας α­ντί α­ριθ­μού λέ­ξε­ων α­ριθ­μό χα­ρα­κτή­ρων, και κα­τέ­βα­σε ο­ρια­κά τον πή­χυ ως προς την ποσότητα των λέξεων, σε τέ­τοιο ση­μεί­ο μά­λι­στα, που ο α­να­στο­χα­σμός για τα ό­ρια της λο­γο­τε­χνί­ας να οδηγείται στα άκρα, για το πού, δη­λα­δή, τελειώνει το διήγημα προκειμένου να παραχωρήσει την θέση του στο ευφυολόγημα. Παρ’ ό­λα αυ­τά ή μάλ­λον α­κρι­βώς γι αυ­τά τα ζη­τή­μα­τα που ε­γεί­ρο­νται γύ­ρω α­πό τα ό­ρια και τους α­φη­γη­μα­τι­κούς τρό­πους το εν­δια­φέ­ρον μου για το πο­λύ μι­κρό δι­ή­γη­μα ο­ξύν­θη­κε, βά­θυ­νε, πλά­τυνε...
 
Εδώ και μια δεκαετία άρχισα να γράφω διηγήματα. Το DNA τους, αν μου επιτρέπεται η έκφραση, ήταν να βγαίνουν μικρά. Όσο πιο πολλά είχα να πω, τόσο πιο λίγα διάλεγα να γράψω. Δέκα σελίδες το πολύ εκπροσωπούσαν τα πολλά που δεν έπρεπε να γραφούν. Ήταν φυσικό, λοιπόν, να κορυφωθεί το ενδιαφέρον μου γι’ αυτή τη φόρμα, όταν δύο χρόνια πριν άρχισα να μελετώ συστηματικότερα το μικρό διήγημα. Νο­μί­ζω πως η μι­κρή φόρ­μα προ­σφέ­ρε­ται κα­λύ­τε­ρα για την απο­τύ­πω­ση ο­ρια­κών ψυ­χι­κών κα­τα­στά­σε­ων με έμμεσο τρόπο, πε­δί­ο που με εν­δια­φέ­ρει και με συγκι­νεί ι­διαί­τε­ρα. Η ψυχική κατάσταση (και αυτό οι ψυχίατροι το γνωρίζουν καλά) στον πολιτισμένο κόσμο εκδηλώνεται συνοπτικά, με μια κίνηση του σώματος, με μια μόνη λέξη, με μια έγκλιση και μόνο της φωνής... Έτσι η πε­ριο­ρι­σμέ­νη έ­κτα­ση του κει­μέ­νου ο­δη­γεί και ο­δη­γεί­ται ταυ­το­χρό­νως με α­φαι­ρε­τι­κούς, υ­παι­νι­κτι­κούς τρό­πους στην λει­τουρ­γι­κή πύκνω­ση που κάνει το διήγημα τον εσωτερικό καθρέφτη του σύγχρονου κόσμου μας. Οι λέ­ξεις φτά­νουν στο αναφορικό τους α­πό­σταγ­μα, στο μίνιμουμ της αναφορικότητας. Κι ε­κεί α­νάμε­σα α­πό τις γραμ­μές της αρ­χι­κής ε­ξι­στό­ρι­σης, αν εί­σαι μά­στο­ρας, αρ­χί­ζει να α­χνο­φαί­νε­ται η αύ­ρα μιας άλ­λης πιο κρίσιμης ί­σως ι­στο­ρί­ας. Εί­ναι σαν να δου­λεύ­εις τα χρώ­μα­τα σ’ έ­να καμ­βά στρω­μα­τι­κά, και χρη­σι­μο­ποιώ­ντας λεπτές δια­φά­νειες ε­πι­τρέ­πεις στην κά­τω ε­πι­φά­νεια να α­να­δύ­ε­ται σι­γά και σιω­πη­λά συ­μπλη­ρώ­νο­ντας ερμηνευτικά την ε­πά­νω ε­πι­φά­νεια του έρ­γου.
Ό­ταν ξε­κι­νά­ω να γρά­ψω έ­να διήγημα, ένα κείμενο που τώρα πια ξέρω πως η καλλιέργειά του θα το μικρύνει αντί να το μεγαλώσει, ένα μπον­ζά­ι δηλαδή στα καθ’ ημάς, έ­χω στο νου μου το «κου­κού­τσι» αυ­τού που θέ­λω να πω και προ­σπα­θώ μέ­σα α­πό ελλειπτικές πε­ρι­γρα­φές να δη­μιουρ­γή­σω τα πε­ρι­γράμ­μα­τα μέ­σα στα ο­ποί­α θα λει­τουρ­γή­σει συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά η φα­ντα­σία του α­να­γνώ­στη, α­πο­φεύ­γο­ντας σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση την α­νά­λυ­ση και την ε­πεξή­γη­ση. Αν το κεί­με­νο βγει με­γα­λύ­τε­ρο απ΄ όσο το θέ­λω, πιά­νω σαν τον γλύ­πτη που σμι­λεύ­ει το υ­λι­κό  του και α­φαι­ρώ τα πε­ριτ­τά, το­νί­ζω τα ση­μα­ντι­κά, ζυ­γίζο­ντας, αντικαθιστώντας και προ­σθα­φαι­ρώ­ντας λέ­ξεις. Πά­ντα το α­πο­τέ­λε­σμα ό­ταν μι­κραί­νεις έ­να κεί­με­νο εί­ναι κα­λύ­τε­ρο, πιο πυ­κνό, πιο με­στό α­παλ­λαγ­μέ­νο α­πό στο­λί­δια και πε­ριτ­το­λο­γί­ες. Συ­νε­χώς με­τρά­ω την α­ντο­χή των προ­τά­σε­ων και των λέ­ξε­ων που χρη­σι­μο­ποιώ. Τα υ­λι­κά του συγ­γρα­φέ­α, ό­πως ό­λα τα υ­λι­κά  της τέ­χνης, έχουν ε­λα­στι­κό­τη­τα και ό­ρια α­ντο­χής. Αυτά τα όρια στο διήγημα κρίνονται στο πεδίο της αφηγηματικής οικονομίας. Κάθε λέξη ή φράση που το διεύρυνει αδικαιολόγητα υπονομεύει το αισθητικό αποτέλεσμα. Όταν νομίζω ότι το όριο αυτό δεν έχει παραβιαστεί, τό­τε θε­ω­ρώ το κεί­με­νο τε­λειω­μέ­νο.
 
Βρί­σκω ε­ξαι­ρε­τι­κά εν­δια­φέ­ρον το ζη­τού­με­νο που θέ­τει το δι­ή­γη­μα: πρέ­πει μέ­σα α­πό τον πε­ριο­ρι­σμέ­νο χώ­ρο του να συ­στή­σει έ­να κό­σμο ο­λό­κλη­ρο με αρ­χή, μέ­ση και τέ­λος, με χα­ρα­κτή­ρες,  α­ντι­θέ­σεις κι ατμό­σφαι­ρες, μ’ ένα ημισφαίριο ρητό κι ένα άρρητο, δώρο στη φαντασία του αναγνώστη, ένα σύνολο που το κα­τορ­θώ­νει κα­τα­φεύ­γο­ντας στην οικονομία, στην ελλειπτικότητα, την α­φαί­ρε­ση και τον υ­παι­νιγ­μό.  Κάθε λέξη του πρέπει να είναι απολύτως ζυγισμένη, κι αυτό νομίζω το φέρνει πιο κοντά στην ποίηση. Ε­δώ δεν μπο­ρώ να α­ντι­στα­θώ στον συ­νειρ­μό και να μην σκε­φτώ το ποι­η­τι­κό α­ντί­στοι­χο του Μπονζά­ι, που εί­ναι το χα­ϊ­κού με την γνω­στή φόρ­μα του τρί­στι­χου με πέ­ντε-ε­πτά-πέ­ντε συλ­λα­βές α­ντι­στοί­χως, που ξε­κι­νώ­ντας α­πό την Ια­πω­νί­α α­πλώ­θη­κε κι εμπλού­τι­σε την πα­γκό­σμια λο­γο­τε­χνί­α. Πο­ρεί­α που δεί­χνει πως έ­χει αρ­χί­σει να κά­νει και το πο­λύ μι­κρό δι­ή­γη­μα, μια και στο δί­κτυο βρί­σκει κα­νείς πλη­θώρα τέ­τοιων κει­μέ­νων και το α­να­γνω­στι­κό εν­δια­φέ­ρον με­γα­λώ­νει, έ­χουν δε γίνει ή­δη πολ­λές ξε­νό­γλωσ­σες αν­θο­λο­γί­ες.
         Με­ρι­κές φο­ρές ζη­λεύ­ω τους συγ­γρα­φείς που έζη­σαν το 19ο αιώ­να, τα εί­χαν ό­λα στα πό­δια τους, σκέ­πτο­μαι, ε­ξα­σφα­λι­σμένο α­ριθ­μό α­να­γνω­στών και ε­πι­λέ­ον χρη­μα­τι­κή α­μοι­βή, αν και ου­σια­στι­κά μάλλον ε­πρό­κει­το για έ­να πε­νι­χρό α­ντί­τι­μο, αλ­λά ό­πως πά­ντα η χρο­νι­κή α­πό­σταση ω­ραιο­ποιεί τα πράγ­μα­τα. Οι ε­φη­με­ρί­δες ζη­τού­σαν διαρκώς κείμενα, και τα μεν διηγήματα τα έ­βα­ζαν αυ­τού­σια, ενώ τα μυθιστορήματα τα δη­μο­σί­ευαν σε συ­νέ­χειες για να κά­νουν δε­λε­α­στι­κό­τε­ρο το φύλ­λο τους. Φαντάζομαι πως για να ανταποκριθούν στην ζήτηση των συνεχόμενων επεισοδίων, οι συγγραφείς μάλλον θα ξεχείλωναν τα κείμενά τους. Το ση­μα­ντι­κό πά­ντως εί­ναι  πως η α­νά­πτυ­ξη του πε­ριο­δι­κού τύ­που και των λο­γοτε­χνι­κών πε­ριο­δι­κών τό­τε ώ­θη­σε στην συ­νει­δη­το­ποί­η­ση του δι­η­γή­μα­τος ως ξε­χω­ρι­στού εί­δους. Με πα­ρό­μοιο τρό­πο η αλ­μα­τώ­δης ε­ξά­πλω­ση του δι­κτυα­κού κό­σμου τις δύ­ο τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες έ­κα­νε ν’ αν­θί­σει το νέ­ο υ­πο-εί­δος, το πο­λύ-πο­λύ μι­κρό δι­η­γή­μα, το σκόπιμα καλλιεργημένο γιὰ να είναι μικρό: το Μπον­ζά­ι.
            Πά­ντα η τα­χύ­τη­τα μου δη­μιουρ­γού­σε αρ­νη­τι­κά συναι­σθή­μα­τα και σκέ­ψεις, οι ρυθ­μοί της ε­πο­χής που ζού­με α­σκού­νε πά­νω μου σω­μα­τι­κή και ψυ­χι­κή βί­α. Ό­λα εί­ναι φα­στ και ε­πι­φα­νεια­κά, δεν προ­λα­βαί­νουν να πά­νε σε βα­θύ­τε­ρα ε­πί­πε­δα, δεν προ­λα­βαί­νουν, θα χα­θεί χρό­νος, πο­λύ­τι­μος χρό­νος. Έ­χου­με γί­νει α­παι­τητι­κοί, α­δη­φά­γοι, χρεια­ζό­μα­στε έ­να γρή­γο­ρο α­πο­τέ­λε­σμα σε κά­θε μας κί­νη­ση, σε κά­θε μας προ­σπά­θεια. Γι’ αυ­τό δεν με εκ­φρά­ζει η ερ­μη­νεί­α του φαι­νο­μένου του μι­κρού δι­η­γή­μα­τος σαν α­νά­γκη και ση­μεί­ο των και­ρών, παρ’ ό­λο που ίσως εί­ναι σω­στή του­λά­χι­στον ως προς τον τρόπο της πρόσληψης. Στο δι­ή­γη­μα Μπον­ζά­ι βλέ­πω την λι­τό­τη­τα, την οι­κο­νο­μί­α, την μα­γι­κή α­πο­σιώ­πη­ση του ση­μα­ντι­κού, τον λει­τουρ­γι­κό υ­παι­νιγ­μό· ό­λους ε­κεί­νους δη­λα­δή τους τρό­πους που αν δεν βρισκόμασταν στο βασίλειο της αφήγησης θα μας θυμίζαν την ποίηση, αλλά που σί­γου­ρα, όπως και σ’ αυτή προ­ϋ­πο­θέ­τουν χρονο­βό­ρα και ε­πί­πο­νη προ­ερ­γα­σί­α.
        
         Ό­ταν κά­ποια στιγ­μή πριν δύ­ο πε­ρί­που χρό­νια δη­μιουρ­γή­σα­με το ι­στο­λό­γιο Ι­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι κι άρ­χι­σα να α­σχο­λού­μαι και να δια­βά­ζω α­κό­μη πιο ορ­γα­νω­μέ­να, η ε­μπει­ρί­α μου ε­μπλουτί­στη­κε με πο­λύ­τι­μες πα­ρα­μέ­τρους και ο­πτι­κές. Συμ­βαί­νει συ­χνά δια­βά­ζοντας έ­να κεί­με­νο να α­να­ρω­τιέ­μαι ποιό α­κρι­βώς στό­χο εί­χε ο συγ­γρα­φέ­ας του, ε­πί­σης α­να­ρω­τιέ­μαι αν του βγή­κε συ­μπτω­μα­τι­κά μι­κρό ή αν δού­λε­ψε με αυ­τή την πρό­θε­ση. Νο­μί­ζω πως υ­πάρ­χει δια­φο­ρά, μπο­ρεί να μην εί­ναι τό­σο ευ­διά­κρι­τη στο α­πο­τέ­λε­σμα, α­φο­ρά ό­μως στην συ­νει­δη­το­ποί­η­ση του ε­πι­διω­κό­με­νου και την σκο­πιά απ’ ό­που το βλέ­πει κα­νείς. Χαί­ρο­μαι που βλέ­πω ό­λο και πε­ρισσό­τε­ρα κεί­με­να να γεν­νιού­νται και να πα­τά­νε στις αρ­χές του γο­η­τευ­τι­κού αυ­τού υ­πο-εί­δους που σι­γά-σι­γά διαι­σθά­νο­μαι ό­τι ο­δη­γεί­ται στην αυ­το­νο­μί­α και την δι­καί­ω­σή του.
Video Παρουσίασης

 

You are missing some Flash content that should appear here! Perhaps your browser cannot display it, or maybe it did not initialize correctly.

Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 11/22/2011 - 11:59