Συνέντευξη στη Μαρώ Τριανταφύλλου για την εφ. Εποχή 22-03-1998

  

 Συ­νέν­τευ­ξη στη Μαρώ Τριανταφύλλου για την εφ. Εποχή (22-03-1998).

«Η ζω­γρα­φι­κή και η ποί­η­ση εί­ναι έ­ρω­τας»
 
Ο­μο­λο­γώ ό­τι η ι­δέ­α αυ­τών των συ­νεν­τεύ­ξε­ων γεν­νή­θη­κε μέ­σα μου, ό­ταν, τρί­α πε­ρί­που χρό­νια πριν, πρω­το­γνώ­ρι­σα την Η­ρώ Νι­κο­πού­λου. Μια κα­τα­σκευ­ή στο σπί­τι της Κύ­πρου— για την ο­ποί­α μι­λά­ει η ί­δια πα­ρα­κά­τω— ή­ταν το πρώ­το έρ­γο της που έ­βλε­πα. Γνω­ρί­ζον­τας λί­γο κα­λύ­τε­ρα το έρ­γο της, αλ­λά και την ί­δια, η αρ­χι­κή μου εν­τύ­πω­ση ε­νι­σχύ­θη­κε : μια καλ­λι­τε­χνις με ε­ξαι­ρε­τι­κές ευ­αι­σθη­σί­ες, που, ό­μως, δεν α­φή­νε­ται στην ευ­κο­λί­α του τα­λέν­του της. Σκά­βει το θέ­μα της, το ψά­χνει κά­πο­τε βα­σα­νι­στι­κά. Γρή­γο­ρα α­να­κά­λυ­ψα και τα ποι­ή­μα­τα της, που δη­μο­σι­εύ­ει με ε­ξαι­ρε­τι­κή φει­δώ, και τη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα της τη σχε­τι­κή με τη δι­δα­σκα­λί­α ζω­γρα­φι­κής στις γυ­ναι­κεί­ες φυ­λα­κές, κά­τι που, πρέ­πει να πα­ρα­δε­χτώ, ε­κτι­μώ ό­λως ι­δι­αι­τέ­ρως.
 
Μ.Τ. : Κυ­ρί­α Νι­κο­πού­λου, θα θέ­λα­τε να πα­ρου­σι­ά­σε­τε έ­να σύν­το­μο πορ­τρέ­το σας για τους α­να­γνώ­στες μας;
 
Η­ρώ Νι­κο­πού­λου: Ζω­γρά­φι­ζα α­πό πο­λύ μι­κρή η­λι­κί­α κι ό­σο με­γά­λω­να, έ­νι­ω­θα πως δεν έ­χω πολ­λά πε­ρι­θώ­ρια ε­κλο­γής· νο­μί­ζω πως δεν θα μπο­ρού­σα να α­σχο­λη­θώ με τί­πο­τε άλ­λο. πα­ρ' ό­λο που κα­τά και­ρούς εί­χα δο­κι­μά­σει κι άλ­λα εί­δη τέ­χνης, ό­πως κλα­σι­κό μπα­λέ­το και μου­σι­κή. Σπού­δα­σα ζω­γρα­φι­κή στην Α­νω­τά­τη Σχο­λή Κα­λών Τε­χνών της Α­θή­νας. Έ­κα­να ε­πί­σης χα­ρα­κτι­κή και σκη­νο­γρα­φί­α. Μια υ­πο­τρο­φί­α του 1ΚΥ (Erasmus) μου έ­δω­σε την δυ­να­τό­τη­τα να φοι­τή­σω γιά έ­να δι­ά­στη­μα στην Βα­σι­λι­κή Α­κα­δη­μί­α Κα­λών Τε­χνών στη Χά­γη της Ολ­λαν­δί­ας (ερ­γα­στή­ριο Monumental). Έ­χω κά­νει α­το­μι­κές εκ­θέ­σεις και έ­χω λά­βει μέ­ρος σε ο­μα­δι­κές στην Ελ­λά­δα και το ε­ξω­τε­ρι­κό. Α­σχο­λού­μαι ε­πί­σης με τη σκη­νο­γρα­φί­α που με εν­δι­α­φέ­ρει ως ε­φαρ­μο­σμέ­νη τέ­χνη κα­τ' αρ­χήν, αλ­λά και ως ση­μεί­ο το­μής ζω­γρα­φι­κής και λό­γου. Με το γρά­ψι­μο άρ­χι­σα να α­σχο­λού­μαι ε­πί­σης α­πό πο­λύ νε­α­ρή η­λι­κί­α και συ­νε­χί­ζω να κα­τα­φεύ­γω ε­κεί· εί­ναι η χώ­ρα της ου­το­πί­ας μου.
 
Μ.Τ. ΙΙώς ε­πι­λέ­γε­τε τα θέ­μα­τα της ζω­γρα­φι­κής σας;
 
Η.Ν. Συ­χνά η ε­πι­λο­γή εί­ναι υ­πο­συ­νεί­δη­τη. Ό­πως ό­λοι μας, βομ­βαρ­δί­ζο­μαι κά­θε μέ­ρα α­πό πλη­θώ­ρα ε­ρε­θι­σμά­των σε ε­πί­πε­δο ει­κό­νων, εν­νοι­ών, λό­γου. Ό­λα αυ­τά ζυ­μώ­νον­ται και λει­τουρ­γούν σε έ­να προ­σω­πι­κό πε­δί­ο και με έ­ναν εν­τε­λώς προ­σω­πι­κό κώ­δι­κα που συ­χνά δεί­χνει να ξε­φεύ­γει α­πό το έ­ξω­θεν γε­νι­κό πρό­ταγ­μα. Μπο­ρεί, για πα­ρά­δειγ­μα, να ε­πι­κεν­τρώ­σω το εν­δι­α­φέ­ρον μου σε κά­τι δευ­τε­ρο­γε­νούς εν­δι­α­φέ­ρον­τος για τον πο­λύ κό­σμο, το ο­ποί­ο ό­μως μέ­σα α­πό συμ­βο­λι­σμούς και α­να­γω­γές εί­ναι ή γί­νε­ται κλει­δί για κά­τι πο­λύ ση­μαν­τι­κό. Υ­πάρ­χουν φο­ρές που ό­λα αυ­τά δεν αρ­θρώ­νον­ται με κα­θα­ρά α­φή­γη­μα­τι­κό πα­ρα­στα­τι­κό τρό­πο, αλ­λά α­πο­τυ­πώ­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο η αί­σθη­ση, η γεύ­ση τους. Μ' εν­δι­α­φέ­ρει πο­λύ ο ξε­χω­ρι­στός τρό­πος προ­σέγ­γι­σης που έ­χει ο κά­θε άν­θρω­πος. Γι' αυ­τό συ­νή­θως α­φή­νω μια εί­σο­δο ή έ­ξο­δο—ό­πως το δει κά­νεις —που ε­πι­τρέ­πει τη συμ­με­το­χή αυ­τού που κοι­τά. Τα έρ­γα, κα­τά την γνώ­μη μου, πρέ­πει να μέ­νουν α­νοι­χτά να χω­ρά κι ο θε­α­τής με τα βι­ώ­μα­τά του, τις προ­βο­λές του, τις προσ­δο­κί­ες του, χω­ρίς αυ­τό να ση­μαί­νει πως δεν υ­πάρ­χει δι­α­τυ­πω­μέ­νη α­πό το ζω­γρά­φο μια πρό­τα­ση, μια ο­πτι­κή. Φυ­σι­κό εί­ναι οι προ­σω­πι­κές μου ψυ­χι­κές α­φορ­μή­σεις να προ­δι­α­θέ­τουν, αλ­λά δεν ξέ­ρω κα­τά πό­σο εί­ναι σω­στό να εγ­κλω­βί­ζουν το θε­α­τή.
Συγ­κι­νού­μαι ό­ταν βλέ­πω κά­ποι­ον να "τα­ξι­δεύ­ει" μέ­σα α­πό έ­να έρ­γο μου, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τη μυ­θο­λο­γί­α μου με τη δι­κή του, κα­τα­κτη­μέ­νη ή στιγ­μια­ία, δεν έ­χει ση­μα­σί­α. Η έν­νοι­α του τα­ξι­διού ή­ταν πάν­το­τε πο­λυ­δι­ά­στα­τη για μέ­να. Έ­χω τα­ξι­δέ­ψει αρ­κε­τά σ' ο­λό­κλη­ρη την Ευ­ρώ­πη, στην Α­σί­α —ό­που η Ιν­δί­α και η Τα­ϋ­λάν­δη ά­φη­σαν ξε­χω­ρι­στά τα ί­χνη τους— αλ­λά και στην Αί­γυ­πτο, ό­που η βου­ε­ρή σι­ω­πή των νε­κρο­πό­λε­ων σε α­ναγ­κά­ζει να σκύ­ψεις μέ­σα σου και ν α­φουγ­κρα­στείς. Ό­λα αυ­τά δεν μπο­ρού­σα να τα ζω­γρα­φί­σω τα­ξι­δεύ­ον­τας. Υ­πάρ­χει ό­μως η μνή­μη που ε­πι­λε­κτι­κά α­πο­θη­σαυ­ρί­ζει. Έ­τσι, ό­ταν έρ­χε­ται η στιγ­μή που στέ­κο­μαι α­πέ­ναν­τι στο λευ­κό του τε­λά­ρου ή του χαρ­τιού, το κοι­τά­ζω, με κοι­τά­ζει και συ­χνά το τέ­λος της μά­χης εί­ναι αμ­φί­βο­λο. Κρα­τώ την α­νά­σα μου, τη­ρώ α­πό­λυ­τη σι­ω­πή και σι­γά σι­γά αρ­χί­ζουν ν' α­να­βλύ­ζουν ει­κό­νες που τα­ξί­δε­ψε η μνή­μη, χρώ­μα­τα, αί­σθη­ση, φως. Αυ­τή εί­ναι η πιο δύ­σκο­λη στιγ­μή της σύλ­λη­ψης. Ό­ταν αρ­χί­σει η γέν­νη­ση ό­λα παίρ­νουν το δρό­μο τους.
 
Μ.Τ. Κι εί­ναι πάν­τα έ­τσι;
 
Η.Ν. Ό­χι, υ­πάρ­χουν και φο­ρές που τα ε­ρε­θί­σμα­τα εί­ναι πιο κον­τι­νά, πιο αιχ­μη­ρά, πιο ε­πώ­δυ­να. Εί­ναι πιο συγ­κε­κρι­μέ­να, για να το πω έ­τσι, ό­πως η στέ­ρη­ση της ε­λευ­θε­ρί­ας, ο εγ­κλει­σμός. Α­να­φέ­ρο­μαι σ' αυ­τό για­τί εί­ναι έ­να θέ­μα που το έ­χω ζή­σει α­πό κον­τά, εν­νο­ώ τις φυ­λα­κές· μ' έ­χει προ­βλη­μα­τί­σει, μ' έ­χει αγ­γί­ξει, μ' έ­χει κά­ψει κά­ποι­ες στιγ­μές. Τό­τε λό­γω του ό­τι η συ­ναι­σθη­μα­τι­κή φόρ­τι­ση εί­ναι με­γά­λη, μοιά­ζει σα να μην δι­α­λέ­γεις ε­σύ το θέ­μα, εί­ναι σα να σε δι­α­λέ­γει αυ­τό και η πε­ρί­στα­ση, για να μπο­ρέ­σει να υ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­θεί. Αυ­τό φυ­σι­κά ε­νέ­χει κιν­δύ­νους: να χά­σει, ας πού­με, ο καλ­λι­τέ­χνης τον έ­λεγ­χο των υ­λι­κών του, να πε­ρι­πέ­σει σε πε­ρι­γρα­φές, να γί­νει συ­ναι­σθη­μα­τι­κά υ­περ­βο­λι­κός. Γί' αυ­τό μια χρο­νι­κή α­πο­σι­α­σι­ο­ποί­η­ση εί­ναι α­πα­ραί­τη­τη σε τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις.
Το 1995 εί­χε γί­νει μια έκ­θε­ση στο «Σπί­τι της Κύ­πρου» με τίτ­λο «Πε­ρί Κύ­πρου», ό­που συμ­με­τεί­χα μ' έ­να έρ­γο μου, μια με­ταλ­λι­κή κα­τα­σκευ­ή ό­που χρη­σι­μο­ποί­η­σα ως συμ­πλη­ρω­μα­τι­κό στοι­χεί­ο του με­τάλ­λου, το φως. Εί­χε σα­φώς ε­πι­δρά­σεις αυ­τό το έρ­γο α­πό την εμ­πει­ρί­α μου στις φυ­λα­κές· ω­στό­σο πι­στεύ­ω πως μπό­ρε­σα να το πλα­τύ­νω, να το α­νοί­ξω και να χω­ρέ­σουν κι άλ­λες ση­μα­σί­ες που μας α­φο­ρούν ό­λους.
Η ζω­γρα­φι­κή που προ­κύ­πτει α­πό κοι­νω­νι­κά ε­ρε­θί­σμα­τα έ­χει το πλε­ο­νέ­κτη­μα της α­με­σό­τη­τας, της ε­πι­και­ρό­τη­τας ί­σως, αλ­λά χρει­ά­ζε­ται προ­σο­χή στον τρό­πο χει­ρι­σμού του εγ­χει­ρή­μα­τος, για­τί τα ί­δια πλε­ο­νε­κτή­μα­τα εί­χε και ο σο­σι­α­λι­στι­κός ρε­α­λι­σμός, για πα­ρά­δειγ­μα, που δεν μπό­ρε­σε ω­στό­σο να ξε­πε­ρά­σει τη χρο­νο­στιγ­μή της γέν­νη­σής του και ν' α­νοί­ξει δρό­μους.
 
Μ.Τ. Ό­μως εί­στε πο­λυ­δι­ά­στα­τη καλ­λι­τέ­χνις. Α­σχο­λεί­στε και με άλ­λες μορ­φές τέ­χνης. Γρά­φε­τε ποί­η­ση. Η ποί­η­ση συμ­πλη­ρώ­νει τη ζω­γρα­φι­κή ή εί­ναι μια δι­α­κρι­τή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα;
 
Η.Ν. Νο­μί­ζω πως ό­λα τα εί­δη τέ­χνης συ­νο­μι­λούν με­τα­ξύ τους. Η συγ­κε­κρι­μέ­νη σχέ­ση ποί­η­σης καιζω­γρα­φι­κής εί­ναι α­πό τις πο­λύ κον­τι­νές, με ε­ξαί­ρε­ση ί­σως το ζεύ­γος ποί­η­ση - μου­σι­κή, που τα μέ­λη του έ­χουν με­γα­λύ­τε­ρη συγ­γέ­νεια με­τα­ξύ τους λό­γω του ό­τι και τα δύ­ο δου­λεύ­ουν με ή­χους. Ό­σον α­φο­ρά στο ζεύ­γος ποί­η­ση - ζω­γρα­φι­κή το κοι­νό τους εί­ναι οι ει­κό­νες, ε­νώ η δι­α­φο­ρά τους εί­ναι το υ­λι­κό. Συ­χνά μου κά­νουν αυ­τήν την ε­ρώ­τη­ση· δεν ξέ­ρω, πραγ­μα­τι­κά δεν ξέ­ρω, αν και κα­τά πό­σον συμ­πλη­ρώ­νει η μί­α την άλ­λη. Υ­πάρ­χουν πε­ρί­ο­δοι που γρά­φω και ζω­γρα­φί­ζω πα­ράλ­λη­λα και πα­ρα­τη­ρώ αν­τι­στοι­χί­ες και ο­μοι­ό­τη­τες, ό­ταν συγ­κρί­νω το α­πο­τέ­λε­σμα της δου­λειάς μου με­τά α­πό και­ρό. Άλ­λο­τε πά­λι, ό­ταν αρ­χί­ζω να "στο­μώ­νω", α­π' τη μια πλευ­ρά νι­ώ­θω α­να­κού­φι­ση κι ευ­γνω­μο­σύ­νη που υ­πάρ­χει η άλ­λη, αλ­λι­ώς θα κιν­δύ­νευ­α α­πό α­σφυ­ξί­α. Λει­τουρ­γούν και οι δυ­ο σαν βαλ­βί­δες α­σφα­λεί­ας. Αυ­τό φυ­σι­κά, ό­πως ό­λα τα πράγ­μα­τα σ' αυ­τόν τον κό­σμο —κι αυ­τό εί­ναι κά­τι που πι­στεύ­ω βα­θιά— έ­χει το κό­στος του, έ­χει και την άλ­λη του πλευ­ρά. Να ε­ξη­γη­θώ: ε­πει­δή ό­ταν τα βρί­σκω δύ­σκο­λα στη ζω­γρα­φι­κή, συ­χνά κα­τά­φευ­γω στην ποί­η­ση και τούμ­πα­λιν, δεν α­φή­νο­μαι ί­σως στην πλή­ρη α­πό­γνω­ση, σ' αυ­τό που λέ­νε «πιά­νω πά­το» και με­τά α­κο­λου­θών­τας τους νό­μους της φυ­σι­κής να α­νέ­βω, να βρω λύ­σεις, ί­σως άλ­λες φόρ­μες ή υ­λι­κά (πα­ρ' ό­λ' αυ­τά στα υ­λι­κά πει­ρα­μα­τί­ζο­μαι πο­λύ και τα ε­κτι­μώ για την ποι­κι­λί­α των ι­δι­ο­τή­των τους). Υ­πάρ­χει πι­θα­νό­τη­τα ό­λη αυ­τή η πα­λιν­δρό­μη­ση α­νά­με­σα στις δύ­ο να με κα­θυ­στε­ρεί· ί­σως και ό­χι. Γε­γο­νός εί­ναι ό­τι η ι­σορ­ρο­πί­α εί­ναι πο­λύ λε­πτή. Και η ποί­η­ση και η ζω­γρα­φι­κή εί­ναι έ­ρω­τας.
 
Μ.Τ. Κά­τι α­να­φέ­ρα­τε προ­η­γου­μέ­νως σχε­τι­κά με το ση­μεί­ο το­μής των δύ­ο τε­χνι­ών. Εί­πα­τε, νο­μί­ζω, πως εί­ναι η σκη­νο­γρα­φί­α.
Η.Ν. Ναι, η σκη­νο­γρα­φί­α εί­ναι ο χώ­ρος συ­νάν­τη­σης των δύ­ο κι αυ­τό εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά εν­δι­α­φέ­ρον. Ο θε­α­τρι­κός λό­γος ε­νέ­χει ποί­η­ση και ο τρό­πος που συ­ναν­τά τον ει­κα­στι­κό λό­γο μπο­ρεί να του δώ­σει άλ­λες δι­α­στά­σεις, άλ­λα σχή­μα­τα. Αν το δέ­σι­μο εί­ναι σω­στό, μπο­ρεί να βγουν κερ­δι­σμέ­νοι και οι δύ­ο.
Το κα­λο­καί­ρι που μας πέ­ρα­σε, τον Ι­ού­νιο του 1997, κά­να­με στο θέ­α­τρο «Φούρ­νος» μια α­πό­πει­ρα συν­δυα­σμού ει­κα­στι­κού και φιλ­μι­κού υ­λι­κού. Ή­ταν μια ται­νί­α χω­ρίς δι­α­λό­γους, που εί­χε προ­βλη­θεί στο Φε­στι­βάλ Θεσ­σα­λο­νί­κης το 1996. Μια ται­νί­α του Α­λέ­ξαν­δρου Φα­σό­η. Το τε­λι­κό α­πο­τέ­λε­σμα, ό­πως αν­τι­λαμ­βά­νε­στε, ή­ταν έ­να εν­τε­λώς νέ­ο έρ­γο που προ­έ­κυ­ψε α­πό την έ­νω­ση των δύ­ο. Αυ­τό φυ­σι­κά που σας πε­ρι­γρά­φω ξε­περ­νά τα ό­ρια της σκη­νο­γρα­φί­ας, το α­να­φέ­ρω α­πλώς για­τί α­φ' ε­νός ά­πτε­ται του θέ­μα­τος κα­τά κά­ποι­ο τρό­πο και α­φ' ε­τέ­ρου για­τί εί­ναι το εί­δος της σύ­ζευ­ξης που με εν­δι­α­φέ­ρει, δε­δο­μέ­νου ό­τι η δου­λειά αυ­τή βρί­σκε­ται σε ε­ξέ­λι­ξη, θα α­κο­λου­θή­σουν κι άλ­λες εκ­δο­χές ή φά­σεις της.
 
Μ.Τ. Έ­χε­τε α­να­φερ­θεί αρ­κε­τές φο­ρές στην έν­νοι­α της κα­τα­σκευ­ής. Τι α­κρι­βώς εν­νο­εί­τε; Η ζω­γρα­φι­κή σας δεν πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στις δυ­ο δι­α­στά­σεις;
 
Η.Ν. Πράγ­μα­τι αυ­τό εί­ναι κά­τι που δεν δι­ευ­κρί­νι­σα. Ναι, ε­κτός των γνω­στών δυσ­δι­ά­στα­των τε­λά­ρων, α­σχο­λού­μαι με τις κα­τα­σκευ­ές, κι­νού­μαι δηλ. στις τρεις δι­α­στά­σεις και στις εγ­κα­τα­στά­σεις στο χώ­ρο (installations). Το να α­παγ­κι­στρώ­νο­μαι α­πό το δυσ­δι­ά­στα­το του τε­λά­ρου με ε­λευ­θε­ρώ­νει. Το ά­νοιγ­μα στην τρί­τη δι­ά­στα­ση του χώ­ρου θέ­λει προ­σο­χή. Πα­ρέ­χει πλη­θώ­ρα νέ­ων πλα­στι­κών στοι­χεί­ων, που με σω­στή χρή­ση χω­ρά­ει ποι­κι­λί­α εν­νοι­ών, χω­ρίς μ' αυ­τό να θέ­λω να ο­δη­γη­θώ στην κα­θα­ρά εν­νοι­ο­λο­γι­κή τέ­χνη, την ο­ποί­α ε­κτι­μώ, ω­στό­σο, νο­μί­ζω, ό­τι η στέ­ρη­ση πλα­στι­κών στοι­χεί­ων που την χα­ρα­κτη­ρί­ζει, τη φτω­χαί­νει και την α­δι­κεί. Έ­να υ­λι­κό που χρη­σι­μο­ποι­ώ συ­χνά εί­ναι ο κα­θρέ­φτης, υ­λι­κό ψυ­χρό, φθαρ­μέ­νο α­πό την κα­θη­με­ρι­νή χρή­ση, φορ­τι­σμέ­νο ση­μει­ο­λο­γι­κά, γε­νι­κά ε­πι­κίν­δυ­νο. Με προ­κα­λεί ό­μως η με­τα­μόρ­φω­ση που υ­φί­στα­ται α­πό τη ζύ­μω­σή του με τα υ­πό­λοι­πα υ­λι­κά του έρ­γου. Κά­θε φο­ρά γί­νε­ται κά­τι ο­λό­τε­λα νέ­ο κι αυ­τό έ­χει κά­τι μα­γι­κό. Στην τέ­χνη, ως γνω­στόν, παρ­θε­νο­γέ­νε­ση δεν υ­πάρ­χει και τα δυ­ο - τρί­α βα­σι­κά θέ­μα­τα ζω­ή – έ­ρω­τας - θά­να­τος κα­θώς και οι α­πο­χρώ­σεις τους α­πα­σχο­λούν πολ­λούς αι­ώ­νες τώ­ρα ό­λων των ει­δών τους καλ­λι­τέ­χνες.
 
Μ.Τ. Υ­πάρ­χει μια δρα­στη­ρι­ό­τη­τα την ο­ποί­α α­να­φέ­ρα­τε και προ­η­γου­μέ­νως, εν­νο­ώ κά­τι που εί­πα­τε σχε­τι­κό με τις φυ­λα­κές. Δι­δά­σκε­τε ζω­γρα­φι­κή στις γυ­ναι­κεί­ες φυ­λα­κές Κο­ρυ­δαλ­λού. Τι σας ώ­θη­σε σε μια τέ­τοι­α ε­πι­λο­γή; Δεν εί­ναι κά­τι συ­νη­θι­σμέ­νο, νο­μί­ζω...
 
Η.Ν. Πριν α­πό τρί­α πε­ρί­που χρό­νια ξε­κί­νη­σε αυ­τή η προ­σπά­θεια στο χώ­ρο των γυ­ναι­κεί­ων φυ­λα­κών Κο­ρυ­δαλ­λού. Με ά­δεια α­πό το υ­πουρ­γεί­ο Δι­και­ο­σύ­νης έ­γι­νε τό­τε μια σει­ρά εκ­δη­λώ­σε­ων που δι­ήρ­κε­σε 15 η­μέ­ρες, κά­θε η­μέ­ρα φι­λο­ξε­νού­σε και έ­να εί­δος τέ­χνης, μου­σι­κή, θέ­α­τρο, ποί­η­ση, δι­α­λέ­ξεις, έκ­θε­ση ζω­γρα­φι­κής, θέ­α­τρο σκι­ών. Οι εκ­δη­λώ­σεις αυ­τές έ­γι­ναν α­πο­δε­κτές α­πό τις έγ­κλει­στες με συγ­κι­νη­τι­κή θέρ­μη. Έ­τσι σ' αυ­τό το θε­τι­κό κλί­μα δη­μι­ουρ­γή­θη­κε το ερ­γα­στή­ρι ζω­γρα­φι­κής. Μια φο­ρά την ε­βδο­μά­δα πέρ­να­γα τη βα­ριά σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα και τους πή­γαι­να «φως κι α­έ­ρα α­π' έ­ξω» -δι­κή τους η έκ­φρα­ση. Η αν­τα­πό­κρι­ση ή­ταν και εί­ναι με­γά­λη. Το ό­λο εγ­χεί­ρη­μα φυ­σι­κά γί­νε­ται α­φι­λο­κερ­δώς. Το να δι­δά­σκει κα­νείς ζω­γρα­φι­κή σ' έ­να τό­σο ι­δι­ό­μορ­φο χώ­ρο εί­ναι με­γά­λη εμ­πει­ρί­α. Και οι ι­σορ­ρο­πί­ες λε­πτές, δε­δο­μέ­νου ό­τι συ­νυ­πάρ­χουν ό­λων των ει­δών τα α­δι­κή­μα­τα. Δεν εί­ναι μό­νο ό­τι δί­νει σ' αυ­τές τις γυ­ναί­κες μια δη­μι­ουρ­γι­κή α­πα­σχό­λη­ση για κά­ποι­ες ώ­ρες και τις ο­πλί­ζει με κά­ποι­ες γνώ­σεις που θα χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν με­τά την α­πο­φυ­λά­κι­σή τους, δεν εί­ναι ό­τι τους α­νοί­γει έ­να «πα­ρά­θυ­ρο στον κό­σμο» (κι αυ­τή δι­κή τους έκ­φρα­ση, σε αν­τί­στοι­χες συ­νεν­τεύ­ξεις για το συγ­κε­κρι­μέ­νο θέ­μα), το ση­μαν­τι­κό­τε­ρο, κα­τά τη γνώ­μη μου, εί­ναι ό­τι δι­α­πι­στώ­νουν ξαφ­νι­κά πως υ­πάρ­χουν μέ­σα τους κομ­μά­τια ευ­αι­σθη­σί­ας α­νέ­πα­φα, ά­γνω­στες μέ­χρι τό­τε δυ­να­τό­τη­τες, ελ­πί­δα και πι­θα­νό­τη­τες α­νά­κτη­σης της χα­μέ­νης τους αυ­το­πε­ποί­θε­ο­ης. Η ε­πα­νέν­τα­ξη εί­ναι ε­πώ­δυ­νη και συ­χνά α­νε­πι­τυ­χής. Το να κά­νεις έ­ναν άν­θρω­πο που έ­χει φθά­σει ως τη φυ­λα­κή να πι­στέ­ψει ξα­νά στη ζω­ή και στις δυ­νά­μεις του εί­ναι πο­λύ ο­η­μαν­τι­κό και η τέ­χνη έ­χει τη δύ­να­μη να το κά­νει. Η τέ­χνη "συμ­βαί­νει", γί­νε­ται παν­τού, δεν φυ­λα­κί­ζε­ται. Δεν ξέ­ρει α­πό σί­δε­ρα και κλει­δα­ρι­ές. Α­πλώ­νε­ται πά­νω σ' ό­λα και σ' ό­λους και φω­τί­ζει ό,τι κα­λό υ­πάρ­χει. Αυ­τό που με ώ­θη­σε σε μια τέ­τοι­α ε­πι­λο­γή εί­ναι α­κρι­βώς αυ­τό. Πι­στεύ­ω πως ό­λοι έ­χου­με δι­καί­ω­μα στην Τέ­χνη, μ' ό­ποι­ο τρό­πο κι ό­σο μπο­ρεί ο κα­θέ­νας. Ό­ταν εί­ναι κα­νείς ε­λεύ­θε­ρος, έ­χει δι­καί­ω­μα ε­κλο­γής, πλη­σιά­ζει τον "κή­πο των θαυ­μά­των" ή ό­χι. Στις πε­ρι­πτώ­σεις ό­μως που δεν υ­πάρ­χει δυ­να­τό­τη­τα ε­πι­λο­γής, λό­γω εγ­κλει­σμού εν προ­κει­μέ­νω, νο­μί­ζω πως πρέ­πει να δο­θεί αυ­τή η δυ­να­τό­τη­τα με άλ­λο τρό­πο. Πι­στεύ­ω ό­τι η τέ­χνη πρέ­πει να κι­νεί­ται παν­τού, σε ό­λα τα στρώ­μα­τα της κοι­νω­νί­ας. Φυ­σι­κό εί­ναι λοι­πόν να με ε­πη­ρε­ά­ζει στην καλ­λι­τε­χνι­κή μου δη­μι­ουρ­γί­α.Μια τέ­τοι­α δρα­στη­ρι­ό­τη­τα δεν μπο­ρεί να μη με ση­μα­δέ­ψει. Τα ό­ρια του έ­ξω και του μέ­σα εί­ναι πο­λύ δι­α­φο­ρε­τι­κά για μέ­να α­πό τό­τε που ξε­κί­νη­σε ό­λη αυ­τή η ι­στο­ρί­α. Με­ρι­κές φο­ρές γί­νον­ται δυσ­δι­ά­κρι­τα, σχε­δόν α­ό­ρα­τα. Δεν σας κρύ­βω πως έ­χουν υ­πάρ­ξει στιγ­μές που δυ­σκο­λεύ­ο­μαι, χρει­ά­ζε­ται συ­νε­χής ε­γρή­γορ­ση και προ­σπά­θεια, αλ­λά σ’ αυ­τό με εν­θαρ­ρύ­νει η τό­σο θε­τι­κή τους αν­τί­δρα­ση και η αί­σθη­ση πως αυ­τό που τους δί­νω το έ­χουν πραγ­μα­τι­κά α­νάγ­κη.

 
Τελευταία Ανανέωση:
Πέμ, 04/07/2011 - 12:10