"Ξενοδοχείον «Ελβετία»" (περ. Το Δέντρο τχ. 167-168, Δεκέμβριος 2008)

  

 Ξενοδοχείον «Ελβετία» (περ. Το Δέντρο τχ. 167-167, Δεκέμβριος 2008)

  
                                                Ξενοδοχείον «Ελβετία» 
 
Δεν βά­φο­νταν τό­τε έ­τσι οι γυ­ναί­κες, σκέ­φτε­ται. Ού­τε κι ε­κεί­νη. Πριν. Η θεί­α Πά­τρα την ξε­σή­κω­νε, ί­σως για να την ξε­γε­λά­ει με παι­χνί­δια κο­ρι­τσί­στι­κα, κι ας κό­ντευε η μά­να τα σα­ρά­ντα. Να ξε­χνιέ­ται.
            Πά­ντα την δι­καιο­λο­γού­σε μέ­σα του παρ’ ό­λο που ε­πέ­στρε­φε στο χω­ριό κάθε φο­ρά και πιο α­πο­καρ­διω­μέ­νος α­πό τις συ­να­ντή­σεις τους. Τό­σους μή­νες μονά­χη στην Α­θή­να να πα­λεύ­ει με το α­πά­λευ­το, α­πό κο­ντά κι η μι­κρή α­δελ­φή να της συ­μπα­ρα­στέ­κε­ται, να σκαρ­φί­ζε­ται διά­φο­ρα για να ε­λα­φραί­νει τις α­τε­λέ­σφο­ρες θε­ρα­πεί­ες, τα συ­γκα­τα­βα­τι­κά ψέ­μα­τα, τον φό­βο, τον α­κί­νη­το χρό­νο.
            Έ­παι­ξε με την δε­ξιά ά­κρη του χαρ­το­φύ­λα­κα, την τσα­λα­κω­μέ­νη, το εί­χε πά­ρει από­φα­ση α­φού δεν γι­νό­ταν να το κό­ψει το χού­ι, του­λά­χι­στον θα χά­λα­γε μό­νο την μια πλευ­ρά της πα­νά­κρι­βης δερ­μά­τι­νης τσά­ντας του, άλ­λω­στε μό­νο στα λιγο­στά τα­ξί­δια του για κά­τω, λυσ­σά­γα­νε τα χέ­ρια του στρα­βώ­νο­ντας το ί­σιο. Αυτή τη φο­ρά βέ­βαια εί­χε λό­γο σο­βα­ρό, με τό­σα χαρ­τιά, συμ­βό­λαια κι ε­πι­τα­γές που κου­βα­λού­σε. Την εί­χε κα­νο­νί­σει την δου­λειά ο δι­κη­γό­ρος του. Αυ­τός κα­τέβαι­νε α­πλώς για να κλεί­σει μέ­σα του κά­ποιες εκ­κρε­μό­τη­τες.
            Ό­λα αυ­τά τα χρό­νια α­πέ­φυ­γε να μεί­νει στην Α­θή­να. Έ­τσι κι αλ­λιώς ξέ­νος κι εκεί ό­πως ο­που­δή­πο­τε, α­πο­φά­σι­σε λοι­πόν να κα­τοι­κή­σει αλ­λού. Ε­κεί­νος ή­ταν απ’ τον κά­μπο, μα μό­λις έ­γι­νε αυ­τε­ξού­σιος έ­φυ­γε. Κου­βα­λιέ­ται πιο εύ­κο­λα η ορ­φά­νια σε τό­πο μα­κρι­νό. Τα ξε­θω­ριά­ζει η α­πό­στα­ση τα τραύ­μα­τα, προ­τάσ­σει νέ­α αι­τή­μα­τα, ε­πεί­γο­ντα. Ύ­στε­ρα λες, να δεν λεί­πει μό­νο ε­κεί­νη, εί­ναι κι εγώ που λεί­πω. Εί­χε και την δι­καιο­λο­γί­α της δου­λειάς. Α­ντι­προ­σω­πεί­ες. Κα­λά του πή­γα­νε τα πράγ­μα­τα. Ει­δι­κά τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια μπο­ρού­σε να ι­κα­νο­ποι­ήσει κά­θε ε­πι­θυ­μί­α του.
            Με τον μο­νό­το­νο κρα­δα­σμό του τραί­νου α­να­δεύ­ο­νταν σαν μέ­σα α­πό λή­θαρ­γο σκέ­ψεις α­πω­θη­μέ­νες, αι­σθή­μα­τα α­παρ­νη­μέ­να. Κο­ντά πε­νή­ντα χρό­νια πέ­ρα­σαν από τό­τε κι α­κό­μα με το που φι­λά­ει γυ­ναί­κα τον πλημ­μυ­ρί­ζει ε­κεί­νο το ά­ρω­μα. Ο που­δρα­ρι­σμέ­νος α­έ­ρας, ά­λως ε­ρω­τι­κή, γύ­ρω απ’ το πρό­σω­πο, α­νά­κα­το με α­παλό ταλ­κ βα­νί­λιας, και έ­να ε­λα­φρύ κρα­γιόν, βού­τυ­ρο κα­κά­ο τά­χα, για να μην σκάνε τα χεί­λη. Και α­πό κά­που βα­θύ­τε­ρα ν’ α­νε­βαί­νει α­νε­παί­σθη­τη μυ­ρω­διά από ζε­στό γά­λα. Λου­φά­ζει ε­κεί για ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο γί­νε­ται, αλ­λά πά­ντα έρ­χεται η στιγ­μή της α­πο­μυ­θο­ποί­η­σης. Και τό­τε δυ­σα­να­σχε­τεί και ε­κνευ­ρί­ζε­ται που πρέ­πει να αλ­λά­ξει ε­πί­πε­δο η σχέ­ση, και που α­να­γκά­ζε­ται να α­φή­σει τις δικές του α­να­πλά­σεις και να δε­χτεί τις πραγ­μα­τι­κές ει­κό­νες, τις α­λη­θι­νές οσμές της ε­κά­στο­τε σύ­νευ­νης. Με ό­σες το δο­κί­μα­σε πά­ντα το ί­διο α­πο­τέ­λε­σμα.
            Στις ε­λά­χι­στες ε­παγ­γελ­μα­τι­κές ε­πι­σκέ­ψεις του στην Α­θή­να α­πέ­φευ­γε να συμπε­ρι­λά­βει βόλ­τα ως τα Χαυ­τεί­α και την ευ­ρύ­τε­ρη πε­ριο­χή. Κι ό­ταν με­τά α­πό πε­ρί­που τριά­ντα χρό­νια τόλ­μη­σε να ξα­να­περ­πα­τή­σει στην Σα­τω­βριάν­δου, την α­πο­γο­ή­τευ­ση και τη θλί­ψη για την υ­πο­βάθ­μι­ση της γύ­ρω πε­ριο­χής, δια­δέ­χθη­κε η δυ­σά­ρε­στη έκ­πλη­ξη για την νέ­α χρή­ση του πα­λιού μι­κρο­α­στι­κού ξε­νο­δοχεί­ου. Τί­πο­τα δεν θύ­μι­ζε την ει­κό­να που εί­χε α­πο­τυ­πώ­σει η παι­δι­κή του μνήμη. Παρ’ ό­λα αυ­τά το πρώ­το βή­μα εί­χε γί­νει. Η πε­ρί­κλει­στη πε­ριο­χή του νου και της ψυ­χής του εί­χε α­λω­θεί α­πό την εγ­γύ­τη­τα με το χώ­ρο, α­πό τη θέ­α του κτι­ρί­ου. Μια ρα­γι­σμα­τιά. Δεν γι­νό­ταν τώ­ρα να φύ­γει ά­πρα­κτος.
            Κοι­τού­σε την εί­σο­δο α­να­με­τρώ­ντας τις δυ­νά­μεις του και θυ­μή­θη­κε την πρώτη φο­ρά που το εί­χε α­ντι­κρί­σει. Ή­ταν ο­λό­ι­διο με έ­να να­ό που εί­χε δει στα Κλασσι­κά Ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­να –μι­κρή πα­ρη­γο­ριά, που πε­ρί­με­νε με λα­χτά­ρα κά­θε Τε­τάρ­τη τα χρό­νια ε­κεί­να-, πάλ­λευ­κος ή­ταν, με τα μαρ­μά­ρι­να σκα­λο­πά­τια του λου­σμέ­να στο φως και τ’ α­νέ­βαι­ναν οι πι­στοί χα­ρού­με­νοι, βια­στι­κοί για την ε­πι­κεί­με­νη γιορ­τή. Κι η καρ­διά του τό­τε ή­ταν λου­σμέ­νη στο φως, η προ­σμο­νή του δρα­σκέ­λι­ζε την πλα­τειά σκά­λα του ξε­νο­δο­χεί­ου με­τρώ­ντας α­νυ­πό­μο­να, δε­κα­πέ­ντε τα σκα­λιά, τρεις οι μή­νες που εί­χε να την συ­να­ντή­σει. Πε­τού­σε. Η ζε­στή χού­φτα του πα­τέ­ρα τον συ­γκρα­τού­σε και τον νου­θε­τού­σε σιω­πη­ρά. Κα­θώς α­νέ­βαι­ναν τις σκά­λες ά­ρω­μα κα­φέ του εί­χε μπου­κώ­σει την μύ­τη, κά­ποιοι γελα­στοί, κα­λο­ντυ­μέ­νοι έ­παιρ­ναν το πρω­ι­νό τους. Στο δω­μά­τιο εν­νιά του τρί­του ο­ρό­φου τους υ­πο­δέ­χθη­κε η θεί­α Πά­τρα, της έ­δω­σε έ­να γρή­γο­ρο, σκα­στό φι­λί κι έ­τρε­ξε να χω­θεί στην α­γκα­λιά της μά­νας. Το σύν­νε­φο της α­ρω­μα­τι­σμέ­νης πού­δρας τον σή­κω­σε ψη­λά. Κι έ­μει­νε ε­κεί να αιω­ρεί­ται με μι­σό­κλει­στα μά­τια, με­θώ­ντας α­πό μι­κρές ρι­πές βα­νί­λιας. Ά­κου­γε τις φω­νές τους α­πό μα­κριά, δεν πα­ρα­κο­λου­θού­σε, τον έ­φτα­νε η ζε­στα­σιά της.
            Τα με­ση­μέ­ρια έ­τρω­γαν με τον πα­τέ­ρα και την Πά­τρα, στο δι­πλα­νό ε­στια­τό­ριο με την βα­ρύ­γδου­πη ε­πω­νυ­μί­α, το «Ελ­λη­νι­κόν». Α­να­πο­λεί α­κό­μα τις ευω­δια­στές σάλ­τσες στα κοκ­κι­νι­στά και τα σέ­λι­να στις α­χνι­στές σού­πες. Θυ­μά­ται καλύ­τε­ρα το σώ­μα. Με­τά α­πό κά­ποιες μέ­ρες ερ­χό­ταν η ώ­ρα να ε­πι­στρέ­ψουν στη Λάρι­σα. Συ­σκό­τι­ση της μνή­μης. Ζό­ρι­κο πράγ­μα η α­πώ­θη­ση. Ω­στό­σο πά­ντα υ­πήρ­χε η υπό­σχε­ση, θα ξάρ­θου­με, τον άλ­λο μή­να θα ξα­νάρ­θου­με.
            Οι ε­πι­σκέ­ψεις του στη μη­τέ­ρα γι­νό­ντου­σαν ό­λο και δυ­σκο­λό­τε­ρες. Η ε­πα­φή μα­ζί της τραυ­μα­τι­κή, ε­πώ­δυ­νη. Μή­να με τον μή­να ως και η μυ­ρω­διά της άλ­λα­ζε. Βά­ραι­νε, τά­γκια­ζε, χα­λού­σε. Και το ή­ξε­ρε. Δεν τον ά­φη­νε πια να κου­λου­ριά­ζε­ται με τις ώ­ρες στον κόρ­φο της, τον α­πό­διω­χνε. Ό­σο πιο δια­κρι­τι­κά μπο­ρού­σε, αλλά τον α­πό­διω­χνε. Τό­τε ε­κεί­νος άλ­λο­τε θυ­μω­μέ­νος, άλ­λο­τε α­πο­γο­η­τευ­μέ­νος έ­βγαι­νε στο μπαλ­κό­νι και χά­ζευε το δρό­μο, τους πε­ρα­στι­κούς, τις γυ­ναί­κες με τις λα­χα­νο­ει­δείς κομ­μώ­σεις που έ­βγαι­ναν απ’ το Μι­νιόν βια­στι­κές και πε­ρι­σπού­δα­στες μέ­σα στις στε­νές τους φού­στες κου­βα­λώ­ντας σα­κού­λες γεμά­τες μι­κρο­πο­λύ­τι­μα ψώ­νια. Πα­ρα­τη­ρού­σε τις χρω­μα­τι­στές βα­λί­τσες του α­ντι­κρι­νού μα­γα­ζιού και υ­πο­σχό­ταν στον ε­αυ­τό του τα­ξί­δια. Μα­κρι­νά τα­ξί­δια, χω­ρίς αρ­ρώ­στιες και πα­λιν­δρο­μή­σεις, χω­ρίς α­πο­ρί­ες, α­πο­γο­η­τεύ­σεις και ερω­τη­μα­τι­κά. Κι έ­πει­τα ό­ταν ξα­νά­μπαι­νε μέ­σα, ο α­έ­ρας στο δω­μά­τιο ή­ταν α­κό­μα πιο βα­ρύς και βια­ζό­ταν το δε­κά­χρο­νο σώ­μα του να φύ­γει, ν’ α­να­πνεύ­σει, να τρέ­ξει, κι ας έ­με­νε η ψυ­χή του ε­γκλω­βι­σμέ­νη ε­κεί μέ­σα, ό­λο και πιο α­κί­νη­τη.
            Τώ­ρα κα­θώς το κοί­τα­ζε σαν να μά­ζε­ψε του φά­νη­κε το κτί­ριο μέ­σα στο χρό­νο. Το θυ­μό­ταν με­γα­λύ­τε­ρο, το θυ­μό­ταν τε­ρά­στιο. Τε­λι­κά α­να­με­τρώ­ντας τις δυ­νά­μεις του, πή­ρε βα­θιά α­νά­σα και μπή­κε. Ή­ξε­ρε τι γύ­ρευε. Έ­πρε­πε να ξα­να­συ­να­ντήσει το τε­λευ­ταί­ο βλέμ­μα του τό­τε, το α­φη­μέ­νο στον τοί­χο, το πνιγ­μέ­νο α­να­φιλη­τό της, έ­πρε­πε να α­να­σά­νει του­λά­χι­στον για μια φο­ρά α­κό­μα τον α­έ­ρα του δωμα­τί­ου ε­κεί­νου. Ω­στό­σο ο α­γριω­πός –μάλ­λον- πα­τρώ­νος εί­χε άλ­λη γνώ­μη και δεν του ε­πέ­τρε­ψε να ε­πι­σκε­φθεί το δω­μά­τιο εν­νιά του τρί­του μό­νος, παρ’ όλες τις ε­ξη­γή­σεις του Σί­μου. Οι κα­νο­νι­σμοί λει­τουρ­γί­ας α­παι­τού­σαν την ύπαρ­ξη γυ­ναι­κεί­ας συ­ντρο­φιάς. Τό­τε ή­ταν που α­να­γκά­στη­κε να ε­πι­στρα­τεύ­σει την Ε­λε­νί­τσα, προ­κει­μέ­νου να μπο­ρέ­σει να μπει. Αλ­λά μό­λις ά­νοι­ξε η πόρ­τα βρέ­θη­κε σ’ έ­να δια­φο­ρε­τι­κό δω­μά­τιο. Τί­πο­τα δεν θύ­μι­ζε τον ι­διαί­τε­ρο α­έ­ρα που πε­ρι­τρι­γύ­ρι­ζε την Α­ση­μί­να τό­τε. Αλ­λοιω­μέ­νη η ε­νέρ­γεια του χώ­ρου α­πό την ευ­και­ρια­κή χρή­ση, α­πό τους πολ­λούς και ποι­κί­λους ε­νοί­κους. Ό­σο για την Ε­λε­νί­τσα, με την βο­ή­θεια της ο­ποί­ας πα­ρα­βί­α­σε το ά­δυ­το, έ­γι­νε αυ­το­μά­τως α­νε­πα­νόρ­θω­τα και α­νε­πι­στρε­πτί α­ό­ρα­τη. Έ­μει­νε πά­λι μό­νος. Κά­πως έ­τσι στοίχειω­σε μέ­σα του πριν δέ­κα χρό­νια η α­νεκ­πλή­ρω­τη ε­πι­θυ­μί­α. Κι ό­σο κι αν την ξόρ­κι­ζε α­γο­ρά­ζο­ντας λα­χεί­α τρί­τη σει­ρά με λή­γο­ντα στο εν­νέ­α ή α­ντι­στρό­φως, του έ­γι­νε έμ­μο­νη ι­δέ­α.
            Στην Σα­τω­βριάν­δου 3 δεν ξα­να­πά­τη­σε. Α­πό τό­τε έ­σπα­γε το κε­φά­λι του να βρει άλλο τρό­πο να ε­πι­στρέ­ψει στον χώ­ρο ε­κεί­νο που μα­ζί με την μη­τέ­ρα του πέ­θανε και η παι­δι­κή του η­λι­κί­α. Και με­τά α­πό άλ­λα δέ­κα χρό­νια κο­πια­στι­κής δουλειάς και ε­ντα­τι­κής οι­κο­νο­μί­ας, βρή­κε τη λύ­ση.
            Το ρα­ντε­βού με τον δι­κη­γό­ρο ή­ταν για το ε­πό­με­νο πρω­ί στις έ­ντε­κα α­κρι­βώς, στη ρε­σε­ψιόν του ξε­νο­δο­χεί­ου Ευ­ρώ­πη. Με την υ­πο­γρα­φή και την ά­με­ση ε­ξό­φλη­ση θα γι­νό­ταν και η πα­ρά­δο­ση των κλει­διών του κτι­ρί­ου.
 
 
Ξενοδοχείον «Ελβετία» (περ. Το Δέντρο τχ. 167-167, Δεκέμβριος 2008)
Τελευταία Ανανέωση:
Πέμ, 07/07/2011 - 10:14