"Πακ-Μαν" (περ. Πλανόδιον τχ. 44, Ιούνιος 2008)

  

Πακ-Μαν-(περ. Πλανόδιον τχ. 44, Ιούνιος 2008)
                                        
 

 Πακ-Μαν 

 
Το με­γά­λο κόκ­κι­νο στό­μα α­νοι­γό­κλει­νε α­διά­κο­πα με στα­θε­ρό ρυθ­μό, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό το αν υ­πήρ­χε κά­τι μπρο­στά του ή ό­χι. Το προ­φίλ του ή­ταν αιχ­μη­ρό, δημιουρ­γώ­ντας σχε­δόν ορ­θή γω­νί­α στο ά­νοιγ­μα του στό­μα­τος, παρ’ ό­λο που το υπό­λοι­πο σχή­μα ή­ταν τέ­λειος κύ­κλος. Σε κά­θε ά­νοιγ­μα, σε κά­θε κί­νη­ση ε­πα­ναλαμ­βα­νό­ταν ο ί­διος πα­νο­μοιό­τυ­πος ή­χος, που ό­μως, ό­σο πέρ­να­γε η ώ­ρα, έ­μοια­ζε α­πει­λη­τι­κό­τε­ρος, ό­λο και πιο ε­φιαλ­τι­κός. Σώ­μα και κε­φά­λι ταυ­τί­ζο­νταν. Τελι­κά ή­ταν α­σχε­δί­α­στος, δεν εί­χε σχή­μα, ή­ταν ά-σχη­μος. Αυ­τό τον έ­κα­νε α­κό­μα πιο α­πει­λη­τι­κό. Οι κι­νή­σεις του ή­ταν μο­νο­κόμ­μα­τες, ω­στό­σο γλι­στρού­σε με τα­χύ­τη­τα στους κλει­στο­φο­βι­κούς δια­δρό­μους, έ­στρι­βε με ευε­λι­ξί­α στις γωνί­ες κι­νώ­ντας γρή­γο­ρα το ά­κα­μπτο προ­φίλ του, α­πέ­φευ­γε με α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό τρό­πο ό­λα τα ε­μπό­δια που πα­ρου­σιά­ζο­νταν μπρο­στά του και το μό­νο του μέ­λημα έ­μοια­ζε να εί­ναι ο μο­νό­το­νος ε­κνευ­ρι­στι­κός ή­χος α­πό το α­νοι­γό­κλει­μα του κόκ­κι­νου κα­τα­πιό­να του, που βια­ζό­ταν να κα­τα­πιεί ό­λα τα ε­μπό­δια, να φά­ει, να γε­μί­σει, να νι­κή­σει. Το γκρι­ζο­γά­λα­νο φως των δια­δρό­μων α­να­δεί­κνυε το κόκ­κι­νο πλα­κά­το στό­μα χω­ρίς οί­κτο και σκιά.
            Ο Μίλ­τος έ­τρε­χε α­στα­μά­τη­τα, η α­νά­σα του πνι­γό­ταν, κι ό­ταν κά­ποιες στιγ­μές νό­μι­ζε πως προ­λα­βαί­νει να ρί­ξει μια κλε­φτή μα­τιά προς τα πί­σω, το πλή­ρω­νε πο­λύ α­κρι­βά, κα­θώς ά­κου­γε το με­γά­λο στό­μα να κρο­τα­λί­ζει ό­λο και πιο κο­ντά του. Α­ντί­θε­τα ε­κεί­νος δεν έ­κα­νε τό­σο θό­ρυ­βο, δεν έ­κα­νε σχε­δόν κα­θό­λου θόρυ­βο, κι αυ­τό τον μού­δια­ζε βου­βά, έ­νας μου­λω­χτός φό­βος α­νυ­παρ­ξί­ας α­πλω­νόταν μέ­σα του σαν πά­χνη. Πά­νω στο άγ­χος και την τρο­μά­ρα του, α­δυ­να­τού­σε να απο­φύ­γει τα ε­μπό­δια που ή­ταν στη­μέ­να στους στε­νούς δια­δρό­μους, έ­πε­φτε πά­νω τους, έ­χα­νε πό­ντους, έ­τρε­χε α­διά­κο­πα, προ­σπα­θού­σε, ι­δρο­κό­πα­γε κι ό­μως ό­λο έ­χα­νε πό­ντους, η α­πό­στα­ση με­τα­ξύ τους μειω­νό­ταν. Το κόκ­κι­νο στό­μα α­νοι­γοκλεί­νο­ντας ερ­χό­ταν ό­λο και πιο κο­ντά. 
            Σα­μα­τάς α­πό πε­σμέ­να τσε­ντζε­ρέ­δια, ο α­κό­λα­στος γά­τος του γεί­το­να που πά­ντα τέ­τοια ώ­ρα μα­ζευό­ταν γε­μά­τος ου­λές, αί­μα­τα και πε­ρη­φά­νια, ή το τε­λευ­ταίο ε­μπό­διο που α­στο­χώ­ντας έ­πε­σε πά­νω του και τσα­κί­στη­κε; Θό­ρυ­βος εκ­κω­φα­ντι­κός. Ο Μίλ­τος πε­τά­χτη­κε πά­νω με γουρ­λω­μέ­να μά­τια, φω­νά­ζο­ντας «Τι; τι; τι;» Με βί­αιες κι­νή­σεις έ­βγα­λε τις ω­το­α­σπί­δες σι­λι­κό­νης που εί­χε ό­πως κά­θε βρά­δυ στου­μπώ­σει στ’ αυ­τιά του. Η α­νά­σα του τρελ­λή τρι­κυ­μί­α βουρ­κια­σμέ­νης λί­μνης. Ή­πιε με βια­στι­κές γου­λιές α­πό έ­να ξε­χα­σμέ­νο κου­τά­κι κό­κα-κό­λα που βρέ­θη­κε πά­νω στο κο­μο­δί­νο του, «μπλιάχ, αυ­τό το κά­του­ρο α­πό πό­τε εί­ναι εδώ πά­νω;». Κοί­τα­ξε γύ­ρω του ξέ­νος να α­να­γνω­ρί­σει το χώ­ρο. Το δω­μά­τιό του πάντα εί­χε βα­ριά μυ­ρω­διά, σή­με­ρα ό­μως βρω­μού­σε κυ­ριο­λε­κτι­κά. Δεν το α­έ­ρι­ζε πο­τέ, φο­βό­ταν πως α­νοί­γο­ντας το πα­ρά­θυ­ρο θα ε­ξα­τμί­ζο­νταν οι μι­κρές προ­σωπι­κές του δυ­σο­σμί­ες, και αν τις έ­χα­νε, θα έ­χα­νε για πά­ντα και πο­λύ ση­μα­ντικές πλη­ρο­φο­ρί­ες του ε­αυ­τού του, της ύ­παρ­ξής του. Και την ε­ξώ­πορ­τα την α­νοιγό­κλει­νε με α­πί­στευ­τη τα­χύ­τη­τα, σαν να ‘θε­λε να προ­λά­βει το ξε­μπου­κά­ρι­σμα κά­ποιου α­τί­θα­σου, γρή­γο­ρου και μάλ­λον ά­γριου ζώ­ου, που και­ρο­φυ­λα­κτού­σε ά­γρυ­πνο α­πό πί­σω. Έ­νιω­θε με­γά­λη α­πει­λή. Ή­ταν πο­λύ στε­νά συν­δε­δε­μέ­νος με τον ε­αυ­τό του και κυ­ρί­ως με τα πε­ρί αυ­τόν, και εί­χε δο­μή­σει έ­να σύ­στη­μα γύ­ρω και ε­πά­νω στο σώ­μα του, που δεν χω­ρού­σε κα­νέ­ναν άλ­λο. Άλ­λω­στε ή­ταν πο­λύ απορ­ρο­φη­μέ­νος απ’ ό­λα αυ­τά, και δεν υ­πήρ­χε λό­γος, πί­στευε. Δεν χρεια­ζό­ταν αυ­τός, κα­νέ­ναν. Τέ­λος πά­ντων η ξε­θυ­μα­σμέ­νη κό­κα-κό­λα και η μπό­χα έ­κα­ναν το θαύ­μα τους, ο Μίλ­τος συ­νήλ­θε «Τι στο διά­ο­λο, τώ­ρα με κυ­νη­γά­ει και στον ύ­πνο μου». Πα­ρα­μέ­ρι­σε το κι­τρι­νι­σμέ­νο πά­πλω­μα το γε­μά­το δα­ντέ­λες α­πό πα­λιούς και πρό­σφα­τους ι­δρώ­τες και μια έ­ντο­νη μυ­ρου­διά ξι­νί­λας α­να­δύ­θη­κε στον αέ­ρα. «Κά­πως πρέ­πει να το λύ­σω αυ­τό». Μπή­κε ξυ­πό­λυ­τος στο μπά­νιο, κι α­φού κοι­τά­χτη­κε για ώ­ρα στον κα­θρέ­φτη με ύ­φος σο­βα­ρό κι α­πο­φα­σι­σμέ­νο, σχε­δόν ηρω­ι­κό δη­λα­δή, μπή­κε στην μπα­νιέ­ρα κι ά­νοι­ξε στο τέρ­μα τη βρύ­ση. Εί­χε πά­νω από τρεις βδο­μά­δες να υ­πο­βάλ­λει τον ε­αυ­τό του σε κά­τι τέ­τοιο, μπο­ρεί και τέσσε­ρις δε μέ­τρα­γε, ή­ξε­ρε λοι­πόν πως σή­με­ρα δεν ή­ταν εύ­κο­λο να το α­πο­φύ­γει πά­λι. Άλ­λω­στε έ­να τέ­τοιο τε­λε­τουρ­γι­κό δεν συ­νέ­βαι­νε χω­ρίς συ­γκε­κρι­μέ­νο λό­γο και ο­πωσ­δή­πο­τε ό­χι χω­ρίς κά­ποια ε­πι­κεί­με­νη θυ­σί­α. Εί­χε τους λό­γους του ο Μίλ­τος κι ας μην του εί­χαν φα­νε­ρω­θεί α­κό­μα α­πο­λύ­τως.
            Σπά­νια α­γό­ρα­ζε ρού­χα, συ­νή­θως δεν εί­χε χρή­μα­τα και ού­τως ή άλ­λως πο­τέ δεν εί­χε διά­θε­ση για ψώ­νια, έ­τσι βο­λευό­ταν με τα ε­λά­χι­στα, βρή­κε λοι­πόν στο ντου­λά­πι το τε­λευ­ταί­ο κα­θα­ρό του φού­τερ, έ­να πα­μπά­λαιο μοβ μα­κό. Το φό­ρε­σε μα­ζί με το αμ­φί­βο­λης κα­θα­ρό­τη­τας μπλου τζιν του, αλ­λά έ­να τζιν πά­ντα δι­καιού­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό ο­ποιο­δή­πο­τε άλ­λο ρού­χο να εί­ναι βρώ­μι­κο, για να μην πού­με ό­τι αυ­τό σχε­δόν ε­πι­βάλ­λε­ται, λί­γη βρω­μιά εί­ναι στιλ, ή του­λά­χι­στον ή­ταν για κά­μπο­σες δε­κα­ε­τί­ες.
            Φρέ­σκος, κα­θα­ρός και πει­να­σμέ­νος έ­σκα­σε μύ­τη κα­τά τις πέ­ντε το α­πό­γευ­μα. Σή­με­ρα σκε­φτό­ταν να την πε­ρά­σει δια­φο­ρε­τι­κά τη μέ­ρα του. Θα πή­γαι­νε πρώτα να φά­ει κά­τι, ύ­στε­ρα θα περ­νού­σε να τσα­κω­θεί με το νοι­κά­ρη για την κα­θυ­στέ­ρη­ση του ε­νοι­κί­ου «τι θα γί­νει κύ­ριος, πώς θα ζή­σου­με κι ε­μείς, τι έ­χου­με να πε­ρι­μέ­νου­με δη­λα­δή, ρε συ φί­λε απ’ αυ­τό το νοί­κι ζω δεν το κα­τα­λα­βαί­νεις, ε­σύ έ­χεις τη δου­λί­τσα σου, τη γυ­ναι­κού­λα σου, τα παι­δά­κια σου, τους φί­λους σου, ε­γώ τι έ­χω;» Ό­σο έ­τρω­γε σχε­δί­α­ζε τα λό­για που θα του ‘λε­γε, κι ό­σο τα σχε­δί­α­ζε στο μυα­λό του τό­σο η διά­θε­σή του βά­ραι­νε χω­ρίς να κα­τα­λα­βαί­νει. Έ­λυ­σε το θέ­μα του ε­νοι­κί­ου βια­στι­κά, πα­ράγ­γει­λε δεύ­τε­ρο χά­μπουρ­γκερ και συ­νέ­χι­σε να κα­τα­στρώ­νει σχέ­δια για το υ­πό­λοι­πο της μέ­ρας του, θα μπο­ρούσε να πά­ει σι­νε­μά ή κά­τι τέ­τοιο, βέ­βαια αυ­τά τα πράγ­μα­τα κα­λό εί­ναι να τα κάνει κα­νείς με πα­ρέ­α, αλ­λά τέ­λος πά­ντων ό­πως μπο­ρεί πο­ρεύ­ε­ται ο κα­θέ­νας, διό­τι για πα­ρέ­α ού­τε συ­ζή­τη­ση, πού να τη βρει, πά­ει και­ρός που εί­χε ξε­κό­ψει από τον τε­λευ­ταί­ο, έ­να ξέ­μπαρ­κο ναυ­τι­κό, που α­πο­κα­λού­σε φί­λο, έ­τσι για να λέει κι αυ­τός, να μην υ­στε­ρεί.
            Πά­ντως σή­με­ρα ή­ταν α­πο­φα­σι­σμέ­νος –ό­πως κά­θε μέ­ρα άλ­λω­στε- δεν θα πέρ­ναγε α­πό το μα­γα­ζί του κου­λο­χέ­ρη. Σή­με­ρα έ­βα­ζε στοί­χη­μα με τον ε­αυ­τό του, ό­τι θα το τη­ρού­σε. Τέρ­μα δεν θα πή­γαι­νε, ού­τε για λί­γο, ού­τε για βόλ­τα, ού­τε για να δει τους άλ­λους κολ­λη­μέ­νους στα μη­χα­νά­κια, α­φού με κα­νέ­ναν δεν μι­λούσε, με το που έ­μπαι­νε χα­νό­ταν τα­ξί­δευε μα­κριά, σ’ άλ­λο πλα­νή­τη, ξε­χνιό­ταν ο­λό­τε­λα, ξε­χνού­σε να φά­ει, να πιει, να στα­μα­τή­σει, ξε­χνού­σε και τον ε­αυ­τό του α­κό­μα, και ή­ταν πο­λύ α­να­κου­φι­στι­κό αυ­τό, αλ­λά ό­χι, σή­με­ρα δεν θα περ­νούσε ού­τε απ’ έ­ξω. Άλ­λω­στε ο λό­γος δεν ή­ταν μο­νά­χα η αυ­το­πει­θαρ­χί­α, αλ­λά και τα οι­κο­νο­μι­κά του που πή­γαι­ναν απ’ το κα­κό στο χει­ρό­τε­ρο. Και τα λε­φτά που χά­λα­γε τό­σες ώ­ρες κλει­σμέ­νος ε­κεί μέ­σα, κά­θε μέ­ρα α­νελ­λι­πώς ή­ταν πολ­λά, πά­ρα πολ­λά. Εί­χε αρ­χί­σει να χρω­στά­ει δε­ξιά κι α­ρι­στε­ρά και δεν εί­χε α­πό που­θε­νά αλ­λού να πε­ρι­μέ­νει λε­φτά ε­κτός απ’ αυ­τό το ρη­μά­δι το δυα­ρά­κι που του ά­φη­σε η μά­να του. Κά­τι έ­πρε­πε να κά­νει. Για δου­λειά ού­τε λό­γος. Εί­χε κολ­λή­σει πο­λύ ά­σχη­μα. Το μυα­λό του μο­νί­μως θο­λω­μέ­νο τί­γκα απ’ τον κα­πνό των θα­μώ­νων, αυ­τός δεν κά­πνι­ζε ή­ταν της υ­γιει­νής, μπα­φια­σμέ­νο με­τά α­πό τό­σες ώρες σκλη­ρής μά­χης με τον θο­ρυ­βώ­δη του α­ντί­πα­λο. Και σχε­δόν πά­ντα στο τέ­λος να χά­νει. Ή­ταν α­δύ­να­το να σκε­φτεί κα­θα­ρά.
            Τρι­γύρ­να­γε ά­σκο­πα στους δρό­μους μέ­χρι που σκο­τεί­νια­σε, άρ­χι­σε να κρυώ­νει. Η ψυ­χή του έ­τρε­με στρι­μωγ­μέ­νη. Μό­νο για λί­γο, σκέ­φτη­κε, να, μό­νο για έ­να παι­χνί­δι. Θα νι­κή­σω και θα φύ­γω. Α­μέ­σως θα φύ­γω, κι έ­τρι­βε μέ­χρι πό­νου τα δά­χτυ­λα στις νω­πές του χού­φτες.  
            Πή­ρε το δρό­μο κα­τά κει. Έ­πε­σε πά­νω σ’ έ­να νε­α­ρό με φαρ­δύ τζιν και κόκ­κι­νο μαλ­λί κο­κό­ρου «ό­πα ρε», δεν α­πά­ντη­σε, δεν ά­κου­σε. Περ­πα­τού­σε με τα μά­τια στυ­λω­μέ­να στο κε­νό α­κο­λου­θού­σε ό­ρα­μα. Μπή­κε στο ψι­λι­κα­τζί­δι­κο μια γω­νί­α πριν το μα­γα­ζί, έ­βα­λε κέρ­μα στο τη­λέ­φω­νο, τύ­λι­ξε με το α­ρι­στε­ρό του χέ­ρι χω­νί το α­κου­στι­κό,
            «Κα­λη­σπέ­ρα, εί­σθε ο ι­διο­κτή­της του μα­γα­ζιού; Λοι­πόν α­κού­στε προ­σε­κτι­κά, ε­δώ και ε­νά­μι­σι χρό­νο πε­ρί­που έρ­χε­ται ε­κεί ο α­δελ­φός μου κά­θε μέ­ρα, κά­θε μέ­ρα έρ­χε­ται και κά­νει κα­τά­θε­ση κα­νο­νι­κή ε­κεί μέ­σα, τρώ­ει ό­λες τις ώ­ρες του στα μη­χα­νά­κια σας, στα πακ­μα­νά­κια σας, έ­χει κολ­λή­σει πο­λύ ά­σχη­μα κι ού­τε που σκέ­φτε­ται για δου­λειά ή για ο­τι­δή­πο­τε άλ­λο, εί­ναι α­δύ­να­μος χα­ρα­κτή­ρας, ό­λο λέ­ει κι ό­λο α­θε­τεί το λό­γο του, ό­λο μας υ­πό­σχε­ται και τί­πο­τα, μας έ­χει α­φα­νί­σει και οι­κο­νο­μι­κά, κο­ντεύ­ει ν’ α­πο­βλα­κω­θεί. Τι σε νοιά­ζει ε­σέ­να; Πρό­σε­ξε κα­λά φί­λε, μη μου λες δεν εί­ναι δι­κιά σου δου­λειά, εί­ναι και πα­ρα­είναι και θα γί­νει α­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο αν δεν κά­νεις ό­τι θα σου πω. Μη τον α­φή­σεις να ξα­να­παί­ξει, διώχ’ τον, μό­λις τον δεις τώ­ρα σε λί­γο νο­μί­ζω θα σου ’ρθει, τον εί­δα ε­γώ, κα­τά­λα­βα κι ας εί­πε άλ­λα, ντύ­θη­κε στο­λί­σθη­κε για ’κει αρι­βά­ρει, το κα­λό που σου θέ­λω μην του ε­πι­τρέ­ψεις να ξα­να­πα­τή­σει ε­κεί μέ­σα, μό­νο αυ­τόν έ­χω ε­γώ στο κό­σμο, δεν έ­χω άλ­λον και τον χά­νω. Και πρό­σε­ξε, ε­γώ το ξέ­ρω πο­λύ κα­λά πως το μα­γα­ζά­κι σου λει­τουρ­γεί χω­ρίς ά­δεια. Πρό­σε­ξε να μην το μά­θουν κι άλ­λοι!
            Και κά­τι α­κό­μα για να τον α­να­γνω­ρί­σεις, μπλου τζίν φο­ρά­ει και φού­τερ μοβ μα­κό.»
 
 
 

Πακ-Μαν-(περ. Πλανόδιον τχ. 44, Ιούνιος 2008)  

Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 05/24/2011 - 20:05