"Η οικοδέσποινα" (Νέα Εστία τχ. 1791, Ιούλιος 2006)

  

 Η οι­κο­δέ­σποι­να (Νέ­α Ε­στί­α τχ. 1791, Ιού­λιος 2006)

 
 
Η οι­κο­δέ­σποι­να
 
Η α­τμό­σφαι­ρα ή­ταν χα­λα­ρή, σε πολ­λά ση­μεί­α του σπι­τιού υ­πήρ­χαν α­ναμ­μέ­να αρω­μα­τι­κά κε­ριά για τον κα­πνό. Ή­ταν η ώ­ρα του γλυ­κού. Τα μι­κρά κου­τα­λά­κια του κα­λού σερ­βί­τσιου ά­στρα­φταν μέ­σα στα πορ­σε­λά­νι­να πια­τά­κια, που πη­γαι­νοέρ­χο­νταν με τα­χύ­τη­τα και ξα­να­γέ­μι­ζαν με έ­να δεύ­τε­ρο κομ­μά­τι τούρ­τας, μικρό­τε­ρο, συ­νή­θως, λό­γω ευ­γέ­νειας. Ό­λοι μι­λού­σαν με κά­ποιο δι­πλα­νό τους και κά­ποια γε­λά­κια α­νά­δευαν τον α­έ­ρα ε­δώ κι ε­κεί. Α­πο­λάμ­βα­να τη μου­σι­κή που έφτια­χναν οι χα­ρού­με­νες φω­νές των κα­λε­σμέ­νων τρώ­γο­ντας αρ­γά-αρ­γά το γλυκό των γε­νε­θλί­ων του Ν. Δεν εί­χα ι­διαί­τε­ρη διά­θε­ση για κου­βέ­ντα, μου αρ­κούσε που συμ­με­τεί­χα στην γιορ­τα­στι­κή α­τμό­σφαι­ρα, προ­τι­μού­σα να πα­ρα­τη­ρώ γνω­στούς και φί­λους γύ­ρω, έ­βλε­πα τα χρώ­μα­τα της αύ­ρας του κα­θε­νός, πως άλ­λαζαν κά­ποιες στιγ­μές, πως α­να­κα­τεύ­ο­νταν με τα χρώ­μα­τα του ε­κά­στο­τε συ­νο­μιλη­τή, πως κά­ποιες φο­ρές πιε­σμέ­να συ­ναι­σθή­μα­τα και ψεύ­τι­κα χα­μό­γε­λα έ­σκαγαν σε κά­τι θα­μπά γκρί­ζα και μου­τζού­ρω­ναν το τα­βά­νι, πως έ­να χα­μη­λό­φω­νο φλερ­τ κοκ­κί­νι­ζε τον α­έ­ρα, πως δια­λύ­ο­νταν ό­λα αυ­τά στις σέ­πιες της ε­πί­πλω­σης και στις ώ­χρες του δω­μα­τί­ου, πως προ­βάλ­λο­νταν στους λευ­κούς τοί­χους οι σκιές και πως ε­πι­μη­κύ­νο­νταν ό­ταν ο φω­τι­σμός προ­ερ­χό­ταν α­πό κά­ποιο χα­μηλό πορ­τα­τίφ. Κά­που-κά­που έ­να α­νά­λα­φρο γα­λά­ζιο ξά­νοι­γε λί­γο την πα­λέ­τα του σα­λο­νιού, έ­να νε­α­ρό κο­ρί­τσι ρώ­τη­σε για την τουα­λέ­τα, έ­στρι­ψε στο διά­δρομο που της υ­πέ­δει­ξαν α­φή­νο­ντας πί­σω της πα­στέλ ρί­γες φω­τός.
            Κα­τευ­θύν­θη­κα προς τον μπου­φέ για έ­να πο­τό. Ή­ταν έ­να νε­ο­κλα­σι­κό κομ­μά­τι από μα­ό­νι σχε­δόν μαύ­ρο, α­σορ­τί με την τρα­πε­ζα­ρί­α, πά­νω του υ­πήρ­χε έ­νας ο­ριζό­ντιος στε­νό­μα­κρος κα­θρέ­φτης. Έ­νιω­σα το πρό­σω­πό μου ξα­ναμ­μέ­νο, έ­κα­νε υ­περβο­λι­κή ζέ­στη, σκέ­φτη­κα να ρί­ξω μια κλε­φτή μα­τιά στο μα­κι­γιάζ μου, πά­ντα με τη ζέ­στη αλ­λοιώ­νε­ται. Ευ­τυ­χώς δεν βά­φο­μαι πο­τέ έ­ντο­να, έ­χω δει άλ­λες γυναί­κες σε α­νά­λο­γες πε­ρι­πτώ­σεις ζέ­στης και αλ­λοί­ω­σης ή να τρέ­χουν συ­νε­χώς έ­ντρο­μες στο μπά­νιο ή να μοιά­ζουν με α­πο­τυ­χη­μέ­νο κλό­ουν με το κρα­γιόν να κα­τρα­κυ­λά­ει θλι­βε­ρά στις ά­κρες των χει­λιών και να κα­τσα­ρώ­νει φου­του­ριστι­κά στο ε­πά­νω πε­ρί­γραμ­μα. Ευ­τυ­χώς πα­ρα­τη­ρώ αρ­κε­τά κι έ­τσι γλι­τώ­νω με­ρικά, ευ­τυ­χώς, ε­πί­σης, έ­χω την λα­μπρή συ­νή­θεια να τρώ­ω το κρα­γιόν μου πά­ντα μαζί με την πά­στα μου. Γι’ αυ­τό δεν α­νη­σύ­χη­σα πο­λύ, ω­στό­σο μια μα­τιά θα την ήθε­λα και το μπά­νιο εί­ναι πια­σμέ­νο α­πό το νε­α­ρό κο­ρί­τσι. Θα πιω το πο­τό όρ­θια και θα χα­ζεύ­ω τον κό­σμο μέ­σα απ’ τον κα­θρέ­φτη του μπου­φέ.
Η α­ρι­στε­ρή πλευ­ρά του εί­ναι γε­μά­τη με μπου­κά­λια που έ­χουν πο­λύ­χρω­μες ελ­κυ­στι­κές ε­τι­κέ­τες και ε­ξω­τι­κά ο­νό­μα­τα. Πο­τέ δεν τα κα­τά­φερ­να να βρω έ­να ποτό στα μέ­τρα μου, αυ­τή την δου­λειά πά­ντα την ά­φη­να στο συ­νο­δό μου, μέ­χρι που α­πο­φά­σι­σα ό­τι μπο­ρώ να πί­νω και α­συ­νό­δευ­τη. Έ­κτο­τε, α­φού βέ­βαια την πά­τησα με­ρι­κές φο­ρές πί­νο­ντας κά­τι σκλη­ρά για μέ­να ό­πως Τζό­νυ τον πε­ρι­πα­τη­τή και άλ­λα συ­να­φή, κα­τέ­λη­ξα ό­τι τέρ­μα με τις δο­κι­μές, θα πί­νω έ­να στα­θε­ρό, που το ξέ­ρω. Ά­πλω­σα το χέ­ρι μου προς τη βότ­κα. Το μα­κι­γιάζ ε­ντά­ξει στη θέ­ση του, ό­σο εί­χε α­πο­μεί­νει φυ­σι­κά. Στη δε­ξιά με­ριά του μπου­φέ εί­δα μια αρ­κε­τά καλή συλ­λο­γή α­πό πα­λιά μπου­κά­λια, με­ρι­κά ή­ταν γυά­λι­να, άλ­λα κρυ­στάλ­λι­να ταγια­ρι­σμέ­να, κα­λό­γου­στα ό­λα, εί­χε με­ρά­κι η νοι­κο­κυ­ρά φαι­νό­ταν και στις τελευ­ταί­ες λε­πτο­μέ­ρειες, υ­πήρ­χαν πα­ντού πι­νε­λιές της μα­τιάς της. Σε μια κολώ­να στα α­ρι­στε­ρά του δω­μα­τί­ου υ­πήρ­χαν κρε­μα­σμέ­νες κά­θε­τα τρεις μά­σκες της Κο­μέ­ντια ντε λ’ Άρ­τε. Συ­νέ­χι­σα να πα­ρα­τη­ρώ το χώ­ρο. Τώ­ρα μέ­σα α­πό τον κα­θρέ­φτη του μπου­φέ έ­βλε­πα έ­να ση­μεί­ο στο βά­θος του άλ­λου δω­μα­τί­ου που δεν φαι­νό­ταν α­πό κει που κα­θό­μουν προ­η­γου­μέ­νως. Πά­νω σ’ έ­να ο­βάλ τρα­πε­ζάκι α­πό σκού­ρα κα­ρυ­διά υ­πήρ­χαν πολ­λές α­ση­μέ­νιες κορ­νί­ζες ό­λων των με­γε­θών, άλ­λες σε α­πλές γε­ω­με­τρι­κές φόρ­μες, άλ­λες με σκά­λι­σμα, φι­λο­ξε­νού­σαν φωτο­γρα­φί­ες με­λών της οι­κο­γέ­νειας, παπ­πού­δες, για­γιά­δες, θεί­ες και θεί­οι, φαντά­ζο­μαι, δεν τους ή­ξε­ρα ό­λους άλ­λω­στε στις φω­το­γρα­φί­ες ή­ταν ό­λοι συ­νο­μήλι­κοι, αλ­λά, να και ο Ν. με τους γο­νείς του και οι γο­νείς του πιο νέ­οι και μια άλ­λη του Ν. στο στρα­τό που τον τέ­λειω­σε τσά­τρα-πά­τρα σχε­δόν με τρελ­λό­χαρ­το, του ‘πε­σε πο­λύ βα­ρύ το φα­ντα­ρι­λί­κι.
            Δί­πλα στο τρα­πε­ζά­κι σε μια κου­νι­στή πο­λυ­θρό­να βε­νε­τσιά­νι­κη με κεί­νες τις πε­ρί­τε­χνες και συ­νά­μα α­νά­λα­φρες κα­μπύ­λες που στη­ρί­ζουν το λί­κνι­σμα και δί­νουν ρυθ­μό, κα­θό­ταν μια γυ­ναί­κα σκυμ­μέ­νη, φο­ρού­σε βε­λού­δι­νο φό­ρε­μα σε έ­να βα­θύ μοβ χρώ­μα. Φαι­νό­ταν πο­λύ α­πα­σχο­λη­μέ­νη με κά­τι που κρα­τού­σε στα χέ­ρια της, κά­τι σαν κλει­δί ή κο­μπο­λό­ι, δεν μπο­ρού­σα να δια­κρί­νω ξε­κά­θα­ρα. Σή­κω­σε το κε­φά­λι, το πρό­σω­πό της μου φά­νη­κε γνω­στό, χω­ρίς ό­μως να μπο­ρώ να εντο­πί­σω α­μέ­σως α­πό πού. Το πα­θαί­νω αρ­κε­τά συ­χνά το τε­λευ­ταί­ο διά­στη­μα, κου­σού­ρι που μου έ­μει­νε α­πό την δε­κα­ε­τή α­που­σί­α μου στο Πα­ρί­σι. Κι άλ­λους παλιούς φί­λους και γνω­στούς δυ­σκο­λεύ­τη­κα να α­να­γνω­ρί­σω α­πό­ψε. Την κοί­τα­ξα για λί­γη ώ­ρα ε­πί­μο­να, ή­ταν κι αυ­τή κά­πως α­πο­μο­νω­μέ­νη απ’ τους υ­πό­λοι­πους, κα­θό­ταν ε­κεί και έ­μοια­ζε να τα πα­ρα­τη­ρεί ό­λα σιω­πη­λά αλ­λά γνω­ρί­ζο­ντας και ε­λέγ­χο­ντας την κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια. Το πρό­σω­πό της φώ­τι­ζε ε­σω­τε­ρι­κό α­νεκδή­λω­το χα­μό­γε­λο. Κοι­τού­σε α­ό­ρι­στα, σχε­δόν α­φη­ρη­μέ­να τον κό­σμο τρι­γύ­ρω, σε κά­ποια στιγ­μή τα βλέμ­μα­τά μας δια­σταυ­ρώ­θη­καν και τό­τε την α­να­γνώ­ρι­σα. Ή­ταν η μη­τέ­ρα του Ν.
            Η α­λή­θεια εί­ναι ό­τι, αν και εί­χα χρό­νια να την δω, κρα­τιό­ταν πο­λύ κα­λά για την η­λι­κί­α της, η ει­κό­να της δεν εί­χε α­πο­μα­κρυν­θεί πο­λύ α­πό την φω­το­γρα­φί­α που υ­πήρ­χε πλά­ι της. Θε­ώ­ρη­σα ό­τι με εί­δε και με θυ­μή­θη­κε, σή­κω­σα λοι­πόν το πο­τή­ρι μου και την χαι­ρέ­τι­σα κλί­νο­ντας ε­λα­φρά το κε­φά­λι. Χα­μο­γέ­λα­σε. Πόσο χαί­ρο­μαι που σας ξα­να­βλέ­πω με­τά α­πό τό­σα χρό­νια, εί­σθε στις ο­μορ­φιές σας α­πό­ψε κι εί­ναι ό­λα τό­σο ό­μορ­φα ε­δώ, πά­ντα ή­ταν ό­μορ­φα και ζε­στά στο σπί­τι σας, το θυ­μά­μαι α­πό παι­δί, τα πάρ­τι σας μου έ­με­ναν α­ξέ­χα­στα, και το σα­λό­νι το έ­χε­τε φτιά­ξει με τό­σο ι­διαί­τε­ρο γού­στο για την πε­ρί­στα­ση, να σας ζή­σει ο Ν….Αλ­λά.., νό­μι­ζα πως εί­χα­τε φύ­γει, της εί­πα, πως λεί­πα­τε για και­ρό…, ναι πράγμα­τι, α­πά­ντη­σε, μό­νο για σή­με­ρα έ­χω έλ­θει λό­γω της η­μέ­ρας, εί­ναι ε­ξαι­ρε­τική η­μέ­ρα σή­με­ρα, τα γε­νέ­θλια του Ν., κά­τι σαν … Ά­δεια; τη ρώ­τη­σα, α΄ ώ­στε γί­νεται να σας δώ­σουν ά­δεια για τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση, μά­λι­στα. Στην ου­σί­α δεν κα­τάλα­βα για τι εί­δους ά­δεια μι­λού­σε, αλ­λά μου φά­νη­κε α­γέ­νεια να την ρω­τή­σω. Να σας βά­λω να πιεί­τε κά­τι; πρό­τει­να. Έ­να τρα­γού­δι α­να­δύ­θη­κε απ’ την άλ­λη άκρη του δω­μα­τί­ου και δεν ά­κου­σα κα­θα­ρά την α­πά­ντη­σή της, ε­γώ πά­ντως ή­θε­λα ένα δεύ­τε­ρο πο­τό.
            Κρα­τώ­ντας δύ­ο πο­τή­ρια βότ­κα πλη­σί­α­σα το ο­βάλ κα­ρυ­δέ­νιο τρα­πε­ζά­κι, κά­θισα στην ά­δεια βιεν­νέ­ζι­κη πο­λυ­θρό­να. Άρ­χι­σα να πί­νω ψά­χνο­ντας με τα μά­τια ένα γύ­ρω το χώ­ρο για τη μα­μά του Ν. Πού πή­γε; Η μα­τιά μου έ­πε­σε στον α­πέ­να­ντι τοί­χο, σε έ­να πα­λιό κέ­ντη­μα. Α­πό τα λί­γα που ή­ξε­ρα το ε­κτί­μη­σα για βυ­ζα­ντι­νό, υ­πο­θέ­τω τε­λι­κά ό­τι δεν θα ή­ταν τό­σο πα­λιό, ί­σως μό­νο η βε­λο­νιά του να ή­ταν βυ­ζα­ντι­νή και η κε­ντή­στρα του πριν α­πό ε­κα­τό - δια­κό­σια χρό­νια χα­μέ­νη. Τέλος πά­ντων βυ­ζα­ντι­νό ή μη εί­χε πά­νω του αυ­τή την πα­τί­να που μό­νο ο χρό­νος μπο­ρεί να δώ­σει στα α­ντι­κεί­με­να, μια η­συ­χί­α, που τα τυ­λί­γει. Ό­λο το υ­πό­λοι­πο της βρα­διάς το πέ­ρα­σα με πα­ρό­μοιες σκέ­ψεις, α­νά­με­σα στους αν­θρώ­πους που γε­λού­σαν και χό­ρευαν. Την μη­τέ­ρα του Ν. δεν την ξα­να­εί­δα.
            Κό­ντευε δύ­ο η ώ­ρα το πρω­ί, εί­χαν αρ­χί­σει να φεύ­γουν οι πρώ­τοι, εί­χα κου­ρα­στεί κι ε­γώ απ’ τους κα­πνούς και τις βότ­κες, κι έ­τσι μό­λις εί­δα έ­να δεύ­τε­ρο γκρου­πά­κι α­πο­χώ­ρη­σης ση­κώ­θη­κα, πή­ρα το παλ­τό μου και στά­θη­κα λί­γο πα­ρά­μερα πε­ρι­μέ­νο­ντας να τε­λειώ­σουν τις α­γκα­λιές και τα φι­λιά με τον Ν. οι προ­ηγού­με­νοι, κά­τι ξα­δέλ­φια του, να α­πο­θέ­σω κι ε­γώ τα δι­κά μου στα μά­γου­λα του παι­δι­κού μου φί­λου και να πά­ω για ύ­πνο. Τό­τε ά­κου­σα την ε­ξα­δέλ­φη του τη Γ. να λέ­ει,
            «Μπρά­βο βρε παι­δί μου…, τό­σο και­ρό εί­χα­με να βρε­θού­με, να πε­ρά­σου­με κα­λά όλοι μα­ζί, και να γιορ­τά­σου­με ό­πως πα­λιά, πο­λύ χά­ρη­κα που το ξα­νά­νοι­ξες το σπί­τι, και­ρός ή­ταν πια, ε…, πά­νε και τρί­α χρό­νια α­πό τό­τε που χά­σα­με τη μά­να σου, ο χρό­νος περ­νά­ει, δεν παί­ζει. Λοι­πόν να μη χα­θού­με, θα τα πού­με σύ­ντο­μα. Άντε να ‘σαι κα­λά και του χρό­νου, κα­λη­νύ­χτα».
 
 
 
Η οι­κο­δέ­σποι­να (Νέ­α Ε­στί­α τχ. 1791, Ιού­λιος 2006)
Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 05/24/2011 - 20:07