Το κοριτσάκι με τα σπίρτα (περ.Εμβόλιμον τχ. 53-54, 2006)

  

 Το κοριτσάκι με τα σπίρτα (περ.Εμβόλιμον τχ. 53-54, 2006)

 
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα
 
Α­πό μι­κρή πού­λα­γε σπίρ­τα. Ορ­φά­νε­ψε νω­ρίς και α­πό πα­τέ­ρα και α­πό μά­να, μο­ναχο­παί­δι. Έ­τσι α­να­γκά­στη­κε να βγει στους δρό­μους. Με καύ­σω­να 40 βαθ­μούς αυ­τή έ­ξω, με χιό­νι μεί­ον 10 αυ­τή πά­ντα έ­ξω. Ό­ταν φυ­σού­σε δυ­να­τά έ­χω­νε στις τσέ­πες της πέ­τρες, για­τί μια φο­ρά -πριν ε­φαρ­μό­σει το κόλ­πο με τις πέ­τρες- την έ­σπρω­ξε ο α­έ­ρας και την στού­μπι­σε σ’ έ­να μα­ντρό­τοι­χο, της έ­σπα­σε έ­να δό­ντι. Ευτυ­χώς που πρό­λα­βε ε­κεί­νο το διά­στη­μα κι έ­βγα­λε κά­να φρά­γκο. Ο πε­ρισ­σό­τερος κό­σμος τό­τε με σπίρ­τα βο­λευό­τα­νε, α­να­πτή­ρες με πέ­τρα και α­έ­ριο εί­χαν μό­νο οι μα­τσω­μέ­νοι. Αυ­τούς ού­τε που τους πλη­σί­α­ζε, μό­λις έ­βλε­πε πά­νω στο τρα­πε­ζά­κι παρ­κα­ρι­σμέ­νο τέ­τοιον α­να­πτή­ρα, έ­στρι­βε. Στο στο­μά­χι τής κα­θό­ντου­σαν, ει­δι­κά με­ρι­κοί που δεν τους έ­φτα­νε η μό­στρα του α­να­πτή­ρα α­ε­ρί­ου, παρά τον εί­χαν κι α­ση­μέ­νιο, και οι πο­λύ άρ­ρω­στοι χρυ­σό, με μο­νό­γραμ­μα, μη και τον χά­σουν ή μη τον δει κα­νείς πά­νω στο τρα­πέ­ζι με με­γά­λη πα­ρέ­α κι α­να­ρω­τιού­νται σε ποιόν α­νή­κει.
            Ή­ταν πριν εμ­φα­νι­στούν στην α­γο­ρά οι πλα­στι­κοί α­να­πτή­ρες. Φό­ρα­γε το ύ­φος ερ­γα­σί­ας, δη­λα­δή το μι­σο­κα­κό­μοι­ρο, που ή­ταν άλ­λω­στε κο­ντά και στο φυ­σι­κό της κι έ­παιρ­νε τους δρό­μους. Άλ­λο­τε ή­ταν τυ­χε­ρή, άλ­λο­τε ό­χι. Ό­ταν έ­πε­φτε ανα­δου­λειά ε­πι­στρά­τευε διά­φο­ρα κόλ­πα για να αυ­ξή­σει το λι­γο­στό ει­σό­δη­μά της. Το πιο α­γα­πη­μέ­νο της, που με­ρι­κές φο­ρές το ’κα­νε α­πλώς και μό­νο για το κέ­φι της, ή­ταν αυ­τό με το α­νά­πο­δο συρ­τα­ρά­κι. Έ­βα­ζε το ε­σω­τε­ρι­κό των σπίρ­των α­νά­πο­δα ως προς την μπρο­στι­νή ό­ψη του κου­τιού, με α­πο­τέ­λε­σμα αυ­τός που δο­κί­μα­ζε να βγά­λει έ­να σπίρ­το να α­δειά­ζει ά­θε­λά του ό­λο το κου­τί. Τα μι­κρά ξυ­λά­κια έ­πε­φταν μα­λα­κά κι α­θό­ρυ­βα μπρο­στά στα έκ­πλη­κτα μά­τια του. Οι εκ­φρά­σεις των θυ­μά­των ή­ταν ποι­κί­λες. Άλ­λοι ξαφ­νια­ζό­ντου­σαν κι έ­νιω­θαν α­νό­ητοι, α­δέ­ξιοι, α­κό­μα και ντρο­πια­σμέ­νοι, α­νά­λο­γα και με το ποιος άλ­λος ή­ταν παρών στο φιά­σκο, άλ­λοι θύ­μω­ναν, φώ­να­ζαν και τα ’βα­ζαν μα­ζί της, και σπα­νιότε­ρα κά­ποιοι ξε­σπού­σαν σε γέ­λια. Αυ­τοί της φαι­νό­ντου­σαν και οι πιο έ­ξυ­πνοι. Α­νε­ξαρ­τή­τως πά­ντως της αρ­χι­κής α­ντί­δρα­σης, σχε­δόν ό­λοι, α­μέ­σως με­τά ξεφού­σκω­ναν και α­πλώς α­γό­ρα­ζαν έ­να δεύ­τε­ρο κου­τί.
            Ό­ταν εμ­φα­νί­στη­καν στα πε­ρί­πτε­ρα οι πλα­στι­κοί α­να­πτή­ρες τα χρειά­στη­κε, έπε­σε σε μαύ­ρη α­πελ­πι­σί­α. Τώ­ρα πώς θα ζού­σε; ποιος θ’ α­γό­ρα­ζε πια σπίρ­τα; Εκτός α­πό κά­τι γριού­λες ή ί­σως και στα χω­ριά. Δεν ή­θε­λε ό­μως να α­πο­μα­κρυν­θεί α­πό την πό­λη, δε θ’ ά­ντε­χε. Ά­σε που στα χω­ριά δεν κα­τα­να­λώ­νουν σχε­δόν τίπο­τα, αυ­τοί εί­ναι ι­κα­νοί να την βγά­λουν με έ­να κου­τί σπίρ­τα ό­λο το χει­μώ­να. Προ­σπα­θώ­ντας να βρει λύ­ση, σκέ­φτη­κε ό­τι ί­σως μπο­ρού­σε να συν­δυά­σει και τα δυο, και σπίρ­τα και α­να­πτή­ρες. Αλ­λά η ι­δέ­α δεν της ά­ρε­σε κα­θό­λου, για­τί από τα σπίρ­τα εί­χε πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο κέρ­δος, ά­σε που έ­κα­νε τα κόλ­πα και τις πλάκες της και το αύ­ξα­νε, ε­νώ με τους α­να­πτή­ρες δεν μπο­ρού­σε να κά­νει τί­πο­τα. Υ­πήρ­χαν ό­μως κι άλ­λοι λό­γοι που α­ντι­στά­θη­κε αρ­χι­κά στην σκέ­ψη. Δεν της φαι­νό­ταν κα­θό­λου ται­ρια­στό να βρί­σκο­νται πλά­ι-πλά­ι το ξύ­λο του σπίρ­του, με το θειά­φι και την α­ψιά μυ­ρω­διά του, που της ζέ­σται­νε τα σω­θι­κά το χει­μώ­να, και το πλα­στι­κό του α­να­πτή­ρα με την ύ­που­λη ε­κεί­νη μυ­ρω­διά, που τρύ­πω­νε στα πνευ­μό­νια και σε με­γά­λη δό­ση σε ζά­λι­ζε. Α­να­θρεμ­μέ­νη α­πό μι­κρό παι­δί με τα σπίρ­τα συ­νέ­χεια στα χέ­ρια της, εί­χε μια πε­ρί­ερ­γη ε­ξοι­κεί­ω­ση, που θα μπορού­σε να την πει κα­νείς α­κό­μη και α­γά­πη. Και για­τί ό­χι. Αυ­τά ή­ταν τα πρώ­τα της παι­χνί­δια, με τα σπιρ­τό­κου­τα έ­φτια­ξε τα πρώ­τα της σπι­τά­κια, μ’ αυ­τά ο­νει­ρεύ­τη­κε. Με τα συρ­τα­ρά­κια τους έ­φτια­ξε βαρ­κού­λες και τα­ξί­δε­ψε, κι ύ­στερα ό­ταν χρειά­στη­κε απ’ αυ­τά ζού­σε. Πάρ’ ό­λους τους εν­δοια­σμούς της στο τέ­λος, φυ­σι­κά, συμ­βι­βά­στη­κε.
            Κά­θε α­πό­γευ­μα έ­παιρ­νε τους δρό­μους και τις τα­βέρ­νες και πού­λα­γε κά­ποιους λί­γους α­να­πτή­ρες, α­πό σπίρ­τα ό­μως σχε­δόν τί­πο­τα. Τα πράγ­μα­τα ό­λο και δυσκό­λευαν. Οι μή­νες περ­νού­σαν κι αυ­τή ζού­σε ό­πως μπο­ρού­σε, ό­πως της ε­πέ­τρεπαν, ό­πως ά­ντε­χε. Ό­ταν περ­πα­τού­σε για πολ­λές ώ­ρες, ά­κου­γε το μου­γκρη­τό του δρό­μου και της φαι­νό­ταν σαν να μην έ­βγαι­νε α­πό τα αυ­το­κί­νη­τα. Αυ­τά γλι­στρού­σαν πά­νω του α­θό­ρυ­βα, μα­λα­κά, σχε­δόν α­θώ­α. Απ’ αλ­λού προ­ερ­χό­ταν η βο­ή. Στε­κό­ταν να πά­ρει α­νά­σα κι έ­στη­νε αυ­τί για να ε­ντο­πί­σει, και το βλέμ­μα της χανό­ταν, βού­λια­ζε στους κα­θρέ­φτες της βρεγ­μέ­νης α­σφάλ­του κι α­νέ­συ­ρε καρ­τ-πο­στάλ με ζε­στά δω­μά­τια, με που­που­λέ­νια στρω­σί­δια, με χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα δέ­ντρα πλά­ι σε τζά­κια α­ναμ­μέ­να. Ή άλ­λο­τε πά­λι με τους καύ­σω­νες, ό­ταν η ά­σφαλτος ά­χνι­ζε μι­κρές ο­πτα­σί­ες μι­σό μέ­τρο πά­νω α­πό το φι­δί­σιο σώ­μα της, αυ­τή έβλε­πε δρο­σε­ρές πη­γές και θά­λασ­σες και νε­ρά τρε­χού­με­να σα γέ­λια.
            Έ­μπαι­νε χει­μώ­νας και τα με­τε­ρε­ω­λο­γι­κά δελ­τί­α που πα­ρα­κο­λου­θού­σε α­νελ­λι­πώς στις βι­τρί­νες των κα­τα­στη­μά­των η­λε­κτρι­κών ει­δών, προ­βλε­πό­ταν βα­ρύς. Τα ρού­χα της εί­χαν σκι­στεί σε πολ­λά ση­μεί­α, άλ­λα της εί­χαν μι­κρύ­νει τό­σο που δεν της χω­ρού­σαν καν. Τα υ­πο­τυ­πώ­δη πα­πού­τσια που φο­ρού­σε ή­ταν σε κα­κά χά­λια και το χει­ρό­τε­ρο, ο υ­πό­γειος, που ό­λα αυ­τά τα δύ­σκο­λα χρό­νια έ­βρι­σκε α­πά­γκιο α­πό τη βρο­χή και το χιο­νιά, έ­κλει­νε τώ­ρα τα με­σά­νυ­χτα. Ή­ταν α­πελ­πισμέ­νη. Ε­κεί­νο το α­πό­γευ­μα περ­πα­τού­σε σαν χα­μέ­νη, α­πο­μα­κρύν­θη­κε χω­ρίς να το κα­τα­λά­βει τό­σο πο­λύ α­πό την πε­ριο­χή που ή­ξε­ρε, ώ­σπου στο τέ­λος χά­θη­κε πραγ­μα­τι­κά. Βρέ­θη­κε σε μια συ­νοι­κί­α που τα σπί­τια εί­χαν με­γά­λους κή­πους και πολ­λά πα­ρά­θυ­ρα, και τα μα­γα­ζιά εί­χαν ω­ραί­α χρώ­μα­τα και πολ­λά φώ­τα.
Ή­ταν βα­θιά α­πελ­πι­σμέ­νη. Έ­βρε­χε. Κρύ­ω­νε. Μπή­κε σ’ έ­να λα­μπε­ρό σου­περ-μάρ­κετ για να ζε­στα­θεί. Ό­λα ε­κεί μέ­σα ή­ταν α­στρα­φτε­ρά. Οι μυ­ρω­διές α­πό τα φα­γητά που ψη­νό­ντου­σαν στο βά­θος τρα­γού­δη­σαν στο ά­δειο της στο­μά­χι. Άρ­χι­σε να συ­νέρ­χε­ται κά­πως α­πό το κρύ­ο. Κα­θώς χά­ζευε τις κον­σέρ­βες στα ρά­φια σκό­ντα­ψε πά­νω σε μια κα­λο­ντυ­μέ­νη γυ­ναί­κα, το ά­ρω­μά της την πλημ­μύ­ρι­σε, έ­κλει­σε τα μά­τια με­θυ­σμέ­νη. Η γυ­ναί­κα την α­πο­μά­κρυ­νε με δυ­σα­ρέ­σκεια κι έ­γνε­ψε στον υ­πεύ­θυ­νο του κα­τα­στή­μα­τος α­πό μα­κριά. Το μι­κρό κο­ρί­τσι δεν εί­δε το νεύμα, αλ­λά έ­νιω­σε πως ή­ταν α­νε­πι­θύ­μη­το. Άρ­χι­σε να κα­τευ­θύ­νε­ται προς την έ­ξοδο κι ε­κεί κά­που στα τε­λευ­ταί­α ρά­φια του δια­δρό­μου, σχε­δόν πλά­ι στην πόρ­τα, την έ­πια­σε μια τρε­λή, μια α­κα­τα­μά­χη­τη ε­πι­θυ­μί­α να πά­ρει κά­τι α­πό τον λαμπε­ρό αυ­τό πα­ρά­δει­σο, κά­τι για να το ΄χει εν­θύ­μιο-φυ­λα­χτό, ο­τι­δή­πο­τε. Άρ­παξε έ­να μπου­κά­λι στην τύ­χη και βγή­κε τρέ­χο­ντας.
            Συ­νέ­χι­σε να τρέ­χει για αρ­κε­τή ώ­ρα. Ή­ταν η πρώ­τη φο­ρά που έ­κα­νε κά­τι τέ­τοιο. Δεν της εί­χε πε­ρά­σει πο­τέ α­πό το μυα­λό, αλ­λά σή­με­ρα ή­ταν κά­τι που ξε­πή­δησε αυ­θόρ­μη­τα α­πό μέ­σα της και δεν πρό­λα­βε ή και δεν μπό­ρε­σε να το ε­λέγ­ξει. Ένιω­θε με­γά­λη τα­ρα­χή α­να­κα­τε­μέ­νη με μια α­πρό­σμε­νη χα­ρά, μια χα­ρά που δεν κα­τα­λά­βαι­νε α­πό πού ερ­χό­ταν. Κά­πο­τε στα­μά­τη­σε να τρέ­χει. Στά­θη­κε λα­χα­νιασμέ­νη, α­κού­μπη­σε σ’ έ­να πέ­τρι­νο μα­ντρό­τοι­χο και κοί­τα­ξε ε­ρευ­νη­τι­κά τριγύ­ρω.
 
            Έ­χει σκο­τει­νιά­σει ε­ντε­λώς και ο ε­ρη­μι­κός δρό­μος φω­τί­ζε­ται μό­νο α­πό τα φωτά­κια του χρι­στου­γεν­νιά­τι­κου δέ­ντρου που βρί­σκε­ται πί­σω α­πό τη μά­ντρα, στον κή­πο του σπι­τιού. Κά­θε­ται σ’ έ­να πα­ρα­τη­μέ­νο χαρ­τό­κου­το που βρή­κε εκεί δί­πλα. Εί­ναι πο­λύ σκο­τει­νά, πο­τέ άλ­λο­τε στη γει­το­νιά που δου­λεύ­ει δεν εί­δε τέ­τοια σκο­τά­δια. Φο­βά­ται και κρυώ­νει. Βγά­ζει α­πό τη τσέ­πη της το μπουκά­λι που βού­τη­ξε α­πό το μα­γα­ζί. Το κοι­τά­ζει και προ­σπα­θεί να μα­ντέ­ψει το περιε­χό­με­νό του. Τα γράμ­μα­τα χο­ρεύ­ουν τρε­λά, κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά μπρο­στά στα μά­τια της, δεν ξέ­ρει να δια­βά­ζει. Το α­νοί­γει και το μυ­ρί­ζει. Τι κρί­μα, δεν εί­ναι γά­λα. Το κρα­τά­ει λί­γο πα­ρα­πά­νω κο­ντά στη μύ­τη της για να κα­τα­λά­βει, μια ζα­λάδα τής μου­διά­ζει τα χέ­ρια. Βρω­μά­ει έ­ντο­να. Α­νά­βει έ­να σπίρ­το για να δει καλύ­τε­ρα. Μα, τι εί­ναι; Εί­ναι διά­φα­νο και βρω­μά­ει. Το σπίρ­το σβή­νει. Ψά­χνει στα σκο­τει­νά, α­νά­βει δεύ­τε­ρο σπίρ­το και ση­κώ­νει ψη­λά το μπου­κά­λι για να το δει ξα­νά. Σβή­νει κι αυ­τό το σπίρ­το. Πά­ει ν’ α­νά­ψει έ­να τρί­το, αλ­λά με το που ακού­γε­ται το τσαφ πά­νω στο κου­τί, σπά­ει το κε­φά­λι του και πέ­φτει α­ναμ­μέ­νο μέ­σα στο μπου­κά­λι, που φου­ντώ­νει α­μέ­σως. Το κο­ρί­τσι βλέ­πει τη φω­τιά στο λαιμό του μπου­κα­λιού σα­στι­σμέ­νο, κο­ντο­στέ­κε­ται, η α­νά­σα της βα­ραί­νει, το πρόσω­πό της ρο­δί­ζει απ’ τις φλό­γες, στα μά­τια της α­ντι­φεγ­γί­ζουν φευ­γα­λέ­ες σκη­νές, ο φό­βος ε­ναλ­λάσ­σε­ται με την πί­κρα, ύ­στε­ρα με μια α­πό­το­μη κί­νη­ση χωρίς δι­σταγ­μό, πε­τά­ει μ’ ό­ση δύ­να­μη τής έ­χει α­πο­μεί­νει το μπου­κά­λι μα­κριά, ό­σο πιο μα­κριά, ό­σο πιο σω­στά μπο­ρεί.
            Α­κού­γο­νται τζά­μια που σπά­ζουν, κι έ­νας συ­να­γερ­μός που ξε­φω­νί­ζει πα­ρά­φωνα, οι κουρ­τί­νες λα­μπα­διά­ζουν α­μέ­σως.
Τώ­ρα ο δρό­μος δεν φω­τί­ζε­ται μό­νο α­πό τα φω­τά­κια του δέ­ντρου. Υ­πάρ­χει μια με­γά­λη φω­τιά για να ζε­στα­θεί.
 
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα (περ.Εμβόλιμον τχ. 53-54, 2006)
Τελευταία Ανανέωση:
Πέμ, 05/19/2011 - 09:33