Το Βίντεο (διήγημα, περ. Οδός Πανός, τχ.125, 2004)

  

 Το Βίντεο (περ. Οδός Πανός τχ.125, 2004)

 
Το Βίντεο
 
Έ­κλει­σε την πόρ­τα πί­σω του μα­λα­κά. Ό­λα πή­γαν κα­λά. Κα­νο­νι­κά έ­πρε­πε να εί­ναι πο­λύ ευ­χα­ρι­στη­μέ­νος. Το σχέ­διο του ε­δώ και και­ρό λει­τουρ­γού­σε ά­ψο­γα. Άλλω­στε το πιο δύ­σκο­λο εί­χε γί­νει. Την κέρ­δι­σε. Την πή­ρε α­πό κει­νον, τώ­ρα ή­ταν δι­κή του. Ό­λη δι­κή του. Ή­ταν ό­μορ­φη κο­πέ­λα, γλυ­κο­μί­λη­τη κι υ­πο­μο­νε­τι­κή. Τον εί­χε κερ­δί­σει α­πό την πρώ­τη στιγ­μή. Ή­ταν το μι­κρό κο­ρί­τσι του, η τρυ­φε­ρή του φί­λη, ή κού­κλα του για τα κρύ­α βρά­δια του χει­μώ­να. Η α­ντα­μοι­βή του, το λάφυ­ρό του. Μό­νο που ό­λο και πιο συ­χνά τε­λευ­ταί­α έ­πια­νε τον ε­αυ­τό του να α­ναρω­τιέ­ται για το τι έ­πρε­πε να την κά­νει. Έ­νιω­θε α­μη­χα­νί­α α­πέ­να­ντί της, σαν να μην μπο­ρού­σε να την κα­λύ­ψει σε κά­ποια ση­μεί­α της σχέ­σης τους, ή μπο­ρεί και να μην ή­θε­λε, δεν τον εν­διέ­φε­ρε ό­σο στην αρ­χή. Α­ντί­θε­τα ό­λο και πε­ρισ­σό­τερο του συ­νέ­βαι­νε να κρα­τά πράγ­μα­τα μό­νο για τον ε­αυ­τό του. Φυ­σι­κά η Λ. δεν τα ή­ξε­ρε ό­λα αυ­τά, βρι­σκό­ταν σε άλ­λη διά­στα­ση έκ­πλη­ξης, χα­ράς και ευ­τυ­χί­ας, παρ’ ό­λες τις δυ­σκο­λί­ες που εί­χαν αρ­χί­σει να α­χνο­φαί­νο­νται. Έ­μοια­ζαν θαυμά­σιο ζευ­γά­ρι, του­λά­χι­στον αυ­τό έ­λε­γαν ό­λοι μό­λις τους έ­βλε­παν. Κι οι ί­διοι ι­σχυ­ρι­ζό­ντου­σαν ό­τι πέρ­να­γαν γε­νι­κά κα­λά μα­ζί.
Ω­στό­σο του ά­ρε­σε ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο, ό­ταν ε­κεί­νη έ­λει­πε α­πό το σπί­τι. Τον τε­λευ­ταί­ο χρό­νο συ­ζού­σαν, κα­λά ή­ταν, ό­ταν ό­μως έ­λει­πε ή­ταν σαν να με­γά­λωνε ο χώ­ρος, το σπί­τι τού φαι­νό­ταν βο­λι­κό­τε­ρο, πιο υ­πά­κουο, του ά­ρε­σε αυ­τή η ησυ­χί­α. Θα έ­με­νε ό­λο το Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο στο ε­ξο­χι­κό της μη­τέ­ρας της. Ο Μ. δεν τα πή­γαι­νε και τό­σο κα­λά με τη μη­τέ­ρα της, μάλ­λον εί­χαν αρ­χί­σει να δια­φαίνο­νται οι ο­μοιό­τη­τες του χα­ρα­κτή­ρα τους κι αυ­τό τους έ­κα­νε ώ­ρες-ώ­ρες έ­ξαλλους, πώς να το κά­νου­με εί­ναι πο­λύ πιο δύ­σκο­λο να τρως κα­τά­μου­τρα τα ε­λατ­τώ­μα­τα που έ­χεις και ο ί­διος. Προ­φα­σί­στη­κε δου­λειά και τη γλί­τω­σε. Η μι­κρή βέ­βαια δεν το φά­γε και του το χρέ­ω­σε σιω­πη­λά.
Σκέ­φτη­κε πο­λύ προ­σε­κτι­κά πώς θα πέρ­να­γε αυ­τές τις δύ­ο ε­λεύ­θε­ρες μέ­ρες του. Δεν έ­δω­σε ση­μα­σί­α για τον τρό­πο που τις χα­ρα­κτή­ρι­σε μέ­σα του, το προ­σπέρα­σε και ταυ­τό­χρο­να χά­θη­κε ό­λη του η διά­θε­ση για ο­τι­δή­πο­τε. Θα μπο­ρού­σε να πά­ει σι­νε­μά, έ­παι­ζε έ­να θρί­λερ απ’ αυ­τά που η Λ. φο­βό­ταν κι α­γριευό­ταν ό­ταν τα έ­βλε­παν, ω­στό­σο τον α­κο­λου­θού­σε μουρ­μου­ρί­ζο­ντας. Φυ­σι­κά, ο­τι­δή­πο­τε έ­κα­νε θα το έ­κα­νε μό­νος του, τους ε­λά­χι­στους, για την α­κρί­βεια δύ­ο φί­λους της ε­φη­βεί­ας, τους εί­χε α­ντι­κα­τα­στή­σει με συμ­βα­τι­κές ε­πα­φές ε­παγ­γελ­μα­τικής χρή­σης. Μπα, μάλ­λον θα κα­θό­ταν στο σπί­τι. Ί­σως να εί­χε κά­τι η τη­λε­ό­ρα­ση για χά­ζε­μα. Άρ­χι­σε το ζά­πιν­γκ. Οι ει­κό­νες κυ­λού­σαν στα μά­τια του χω­ρίς να αφή­νουν τί­πο­τα, δεν α­ντι­δρού­σε, σαν να μην έ­βλε­πε. Ση­κώ­θη­κε να βά­λει έ­να ου­ίσκι. Ά­πλω­σε τα πό­δια πά­νω στο τρα­πε­ζά­κι του σα­λο­νιού με τα πα­πού­τσια. Η σόλα έ­γδα­ρε το ξύ­λο με έ­να στρι­φτό ή­χο. Θυ­μή­θη­κε την α­ντί­δρα­σή της σε πα­ρό­μοια πε­ρί­πτω­ση που του εί­χε πει γλυ­κά, σχε­δόν ή­συ­χα «α­γά­πη, ξε­χά­στη­κες φο­ράς πα­πού­τσια». Ή­πιε μια γου­λιά και στά­θη­κε σκε­φτι­κός, ύ­στε­ρα έ­τρι­ψε με δύ­ναμη τις σό­λες στο λου­στρα­ρι­σμέ­νο ξύ­λο που δυ­σα­να­σχέ­τη­σε η­χη­ρά. Α­κού­μπη­σε στο τρα­πε­ζά­κι το βρεγ­μέ­νο πο­τή­ρι δί­πλα απ’ τα σου­βέρ και τε­ντώ­θη­κε η­δονι­κά.
Στην τη­λε­ό­ρα­ση τώ­ρα έ­παι­ζε μια ε­ρω­τι­κή σκη­νή. Έ­νας νε­α­ρός ά­ντρας στρί­μωχνε στον κορ­μό ε­νός δέ­ντρου μια ό­μορ­φη κο­πέ­λα, η ο­ποί­α φαι­νό­ταν ό­τι το α­πολάμ­βα­νε ι­διαι­τέ­ρως. Έ­φε­ρε στο νου του την τε­λευ­ταί­α φο­ρά που έ­κα­ναν έ­ρω­τα. Τώ­ρα ο ά­ντρας α­πέ­να­ντι έ­βα­λε το χέ­ρι του κά­τω α­πό το φό­ρε­μά της, αυ­τή δεν αντέ­δρα­σε. Προ­σπά­θη­σε να θυ­μη­θεί πως ή­ταν. Της τρα­βά­ει την μπλού­ζα και α­φήνει α­κά­λυ­πτο το στή­θος της, εί­ναι ό­μορ­φο. Ή­ταν κα­λά; Δυ­σκο­λεύ­ε­ται να θυ­μηθεί. Εί­χε ορ­γα­σμό; αυ­τή εί­χε; Αυ­τός α­πέ­να­ντι παίρ­νει στο στό­μα του το στή­θος της κο­πέ­λας. Πριν πό­σο και­ρό έ­κα­νε αυ­τή την κί­νη­ση, δεν θυ­μά­ται, και ορ­γασμό δεν θυ­μά­ται, μάλ­λον θα εί­χε, αλ­λά του ά­ρε­σε; ναι και για­τί να μην του ά­ρεσε, η Λ. εί­ναι λα­χτα­ρι­στή και θερ­μή μα­ζί του. Ναι, πο­λύ θερ­μή μά­λι­στα, τό­σο που τον κό­βει, παρ’ ό­λο που έ­χει α­κού­σει α­πό άλ­λους ά­ντρες ό­τι εί­ναι κα­λό να έ­χει κα­νείς θερ­μή γυ­ναί­κα, αυ­τόν τον φο­βί­ζει. Σαν να μην του α­φή­νει πε­ρι­θώριο… για ποιο πράγ­μα, για να κά­νει τι, δεν ξέ­ρει, δεν εί­ναι κά­τι συ­γκε­κρι­μένο αυ­τό που του στε­ρεί, ω­στό­σο αυ­τός έ­τσι νιώ­θει, ό­τι κά­τι του κό­βει. Η κο­πέλα α­πέ­να­ντι αρ­χί­ζει να δυ­σα­να­σχε­τεί, κο­ντά στο ζευ­γά­ρι περ­νά­ει τώ­ρα κό­σμος, συμ­μα­ζεύ­ουν βια­στι­κά τα ρού­χα τους.
Το πο­τή­ρι με το ου­ί­σκι έ­χει α­δειά­σει α­πό ώ­ρα. Ση­κώ­νε­ται να το ξα­να­γε­μί­σει. Παίρ­νει τον πρώ­το τό­μο του Πρού­στ α­πό το ρά­φι, ό­χι δεν θα δια­βά­σει τώ­ρα για το χα­μέ­νο χρό­νο, άλ­λω­στε αυ­τός δεν πι­στεύ­ει πως μπο­ρού­με να τον πά­ρου­με πί­σω, ό­σο και αν τον α­να­ζη­τή­σου­με, σ’ αυ­τά εί­ναι μπό­σι­κη η Λ. γι’ αυ­τό και τα δια­βά­ζει, υ­πο­μο­νή που την έ­χει.. Ό­τι χά­θη­κε, χά­θη­κε, κι ό­τι κερ­δί­σθη­κε, κερδί­σθη­κε. Πί­σω στο βά­θος του ρα­φιού έ­χει κρυμ­μέ­νο έ­να κιτ­ς πορ­σε­λά­νι­νο κου­τά­κι, μπο­μπο­νιέ­ρα α­πό μια βά­φτι­ση, βγά­ζει α­πό μέ­σα μια μι­κρή πρα­σι­νω­πή θη­μω­νιά. Έ­πει­τα α­πό πο­λύ ψά­ξι­μο βρί­σκει ε­πι­τέ­λους και τα χαρ­τά­κια που είχε προ­νο­η­τι­κά κρύ­ψει, μια και με­τά τον τε­λευ­ταί­ο τους καυ­γά και την υ­πό­σχεση που τού α­πέ­σπα­σε πως δεν θα ξα­να­κα­πνί­σει, η Λ. τα εί­χε πε­τά­ξει ε­πι­δει­κτικά και συμ­βο­λι­κά, ό­πως εί­πε, μα­ζί με την φού­ντα που βρή­κε, στη λε­κά­νη της τουα­λέ­τας .
Έ­στρι­ψε τσι­γά­ρο δί­φυλ­λο. Ση­κώ­θη­κε πά­λι, ξε­κλεί­δω­σε το τε­λευ­ταί­ο συρ­τά­ρι του γρα­φεί­ου του, η Λ. πά­ντα τον πεί­ρα­ζε, για­τί δη­λα­δή να το έ­χει κλει­δω­μένο, τι έ­χει τέ­λος πά­ντων ε­κεί μέ­σα; και διά­λε­ξε την α­γα­πη­μέ­νη του τσό­ντα, αυτήν που κά­τι έ­λε­γε για την πί­σω πόρ­τα. Ξά­πλω­σε α­να­παυ­τι­κά στον κα­να­πέ κι άνα­ψε τσι­γά­ρο και βί­ντε­ο. Η α­λή­θεια ή­ταν ό­τι πράγ­μα­τι δεν μπο­ρού­σε να το ελέγ­ξει, έ­λε­γε ό­τι θα κά­νει έ­να και τε­λι­κά κα­τέ­λη­γε να κά­νει πέ­ντε, έ­ξι, ε­πτά, έ­πια­νε πά­το και μό­νο έ­τσι στα­μά­τα­γε. Χα­νό­ταν στις ει­κό­νες του, στις φα­ντασιώ­σεις του, κι ή­ταν τό­τε, σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά τό­τε, που την α­να­ζη­τού­σε ερω­τι­κά. Και πά­λι μα­ζί της δεν ή­ταν ε­κα­τό τα ε­κα­τό.
Ο ά­ντρας α­πέ­να­ντι δεν ή­ταν υ­πο­μο­νε­τι­κός ό­σο ο προ­η­γού­με­νος στην ται­νί­α της τη­λε­ό­ρα­σης, εί­χε αρ­πά­ξει τη γυ­ναί­κα και την εί­χε ρί­ξει μπρού­μυ­τα. Άρ­χισε να ζα­λί­ζε­ται, απ’ ό­σο θυ­μά­ται δεν της πο­λυα­ρέ­σει αυ­τή η στά­ση, θα ’θελε να την εί­χε τώ­ρα κο­ντά του; ναι, αλ­λά να έ­κα­νε ό­τι θα έ­λε­γα ε­γώ, κι ύ­στε­ρα μπο­ρεί να μην της ά­ρε­σε και ί­σως να ’κλαι­γε …τε­λι­κά κα­λύ­τε­ρα κά­ποια πράγ­μα­τα να τα κά­νω μό­νος μου. Η ει­κό­να της α­πό τον τε­λευ­ταί­ο τους καυ­γά παρου­σιά­στη­κε μπρο­στά του σε ο­λό­γραμ­μα και άρ­χι­σε να του μι­λά με ση­κω­μέ­νο το δά­χτυ­λο μέ­σα α­πό α­τμούς α­σπρό­μαυ­ρης ται­νί­ας, σαν τζί­νι, «…ναι, αλ­λά αυτά δεν εί­ναι α­πλώς κά­ποια πράγ­μα­τα, εί­ναι α­πό τα πιο ση­μα­ντι­κά κομ­μάτια μιας σχέ­σης, αυ­τά φέρ­νουν αρ­χι­κά κο­ντά συ­νή­θως έ­να αρ­σε­νι­κό κι έ­να θηλυ­κό, το ξε­χνάς;». Τι να της πει, που μάλ­λον εί­χε δί­κιο, πώς να πα­ρα­δε­χτεί ε­πιθυ­μί­ες που εί­χε προ­σπα­θή­σει να ξε­χά­σει και μα­ζί τους εί­χαν α­το­νή­σει και πολ­λά άλ­λα. Ζα­λι­ζό­ταν. Ο τύ­πος α­πέ­να­ντι έ­στη­σε την γυ­ναί­κα στα γό­να­τα κι άρχι­σε να χρη­σι­μο­ποιεί έ­να λι­πα­ντι­κό. Έ­κα­νε ζέ­στη; ή το τσι­γα­ρι­λί­κι με το ουί­σκι έ­κα­ναν το θαύ­μα τους; Εί­χε ι­δρώ­σει. Στη στό­φα του κα­να­πέ εί­χε σχη­μα­τιστεί το πε­ρί­γραμ­μά του, το χρώ­μα της μπλού­ζας του εί­χε ξε­ρά­σει κόκ­κι­νο, γύρω υ­πήρ­χε και μια δεύ­τε­ρη ά­λως πιο α­χνή, στην ώ­χρα. Έ­τσι ο­ρι­σμέ­νος και πε­ριγε­γραμ­μέ­νος άρ­χι­σε να μι­κραί­νει πά­νω στον κα­να­πέ, να μι­κραί­νει, να μι­κραί­νει α­στα­μά­τη­τα και να στρο­βι­λί­ζε­ται μα­ζί του. Το τα­βά­νι ο­λο­έ­να α­πο­μα­κρυνό­ταν, ά­πλω­σε σπα­σμω­δι­κά ψη­λά τα χέ­ρια για να κρα­τη­θεί α­πό κά­τι.
Κε­νό. Στο κε­νό έ­ψα­χνε σαν να κο­λυ­μπού­σε, α­νά­δε­ψε τα χέ­ρια για λί­γο α­κό­μα, ύστε­ρα α­πο­κα­μω­μέ­νος τα ά­φη­σε να πέ­σουν πά­νω του. Το έ­να στο στή­θος, το άλ­λο στα σκέ­λια. Ο τύ­πος α­πέ­να­ντι μού­γκρι­ζε πί­σω απ’ τη γο­να­τι­στή γυ­ναί­κα. Προ­σπά­θη­σε να φέ­ρει στο νου του το κορ­μί της, το δέρ­μα της, τα φι­λιά της. Το χέρι του καρ­πώ­θη­κε το μό­νο πράγ­μα που βρή­κε εύ­και­ρο και προ­ε­ξέ­χον για να κρατη­θεί και το α­ντά­μει­βε μη­χα­νι­κά. Προ­σπά­θη­σε να την θυ­μη­θεί ό­ταν έ­γερ­νε πά­νω του για να του δώ­σει χα­ρά, να τον διε­γεί­ρει, ό­ταν σκυμ­μέ­νη μπρο­στά του τον πό­τι­ζε με το στό­μα της. Τρά­βη­ξε την τε­λευ­ταί­α ρου­φη­ξιά κι έ­ρι­ξε το υ­πόλοι­πο του τσι­γά­ρου στο τα­σά­κι, ή τέ­λος πά­ντων κά­που προς τα κει. Συ­νέ­χι­σε να μι­κραί­νει και να στρο­βι­λί­ζε­ται, βε­λού­δι­νο τρυ­πά­νι ο κα­να­πές έ­φτα­σε στην άλ­λη ά­κρη της γης. Στο Άμ­στερ­νταμ πριν πέ­ντε χρό­νια, η πρό­σκλη­ση ε­κεί­νου του φω­το­γρά­φου στο σπί­τι του. Του εί­χε προ­σφέ­ρει πο­τό, άρ­χι­σε να του δεί­χνει κά­ποια λευ­κώ­μα­τα, πιο προ­σω­πι­κή δου­λειά, ό­πως εί­πε. Εί­χε το χέ­ρι του περα­σμέ­νο στην πλά­τη του κα­να­πέ πί­σω του, οι φω­το­γρα­φί­ες ή­ταν α­σπρό­μαυ­ρες, γυ­μνά σώ­μα­τα εί­χαν στραμ­μέ­να στο φα­κό τα νώ­τα τους. Του έ­βα­λε τρί­το ου­ί­σκι, κα­θώς του έ­δι­νε το πο­τή­ρι άγ­γι­ξε το χέ­ρι του. Το άγ­γιγ­μα ή­ταν ζε­στό, έ­να ρεύ­μα τον τρύ­πη­σε, άρ­χι­σε να τρέ­μει ό­πως τώ­ρα, φο­βό­ταν, φο­βά­ται, η χού­φτα του χε­ριού του καί­ει, προ­σπα­θεί να κρα­τη­θεί, προ­σπα­θεί να μη θυ­μη­θεί. Ο φω­το­γρά­φος εί­ναι ευ­γε­νι­κός, του α­φή­νει πε­ρι­θώ­ρια, του α­νοί­γει το που­κά­μι­σο, τον χα­ϊ­δεύ­ει στο στή­θος, το χέ­ρι του κα­τε­βαί­νει ψά­χνει για το φερ­μουάρ. Τα πόδια του Μ. τρέ­μουν, θυ­μά­ται την πιο δυ­να­τή ο­νεί­ρω­ξη που εί­χε σαν έ­φη­βος, πόσο έ­μοια­ζε με ό­τι συ­νέ­βη στο Άμ­στερ­νταμ, με ε­λά­χι­στες πα­ραλ­λα­γές. Στην τηλε­ό­ρα­ση α­πέ­να­ντι τώ­ρα η γυ­ναί­κα παί­ζει με δύ­ο αρ­σε­νι­κούς. Πο­τέ δεν τόλ­μησε να την ξα­να­θυ­μη­θεί ε­κεί­νη την ο­νεί­ρω­ξη, τρό­μα­ζε, τρο­μά­ζει, θέ­λει να εί­ναι σαν τους άλ­λους, σχε­δόν τα έ­χει κα­τα­φέ­ρει. Προ­σπα­θεί να φέ­ρει στο νου του την Λ., το πρό­σω­πό της θα­μπώ­νει, ο φω­το­γρά­φος σκύ­βει να πιά­σει το πα­κέ­το τα τσι­γά­ρα που έ­χει πέ­σει α­νά­με­σα στα πό­δια του, τον κοι­τά­ει κα­τά­μα­τα, οι κινή­σεις του εί­ναι αρ­γές. Το δω­μά­τιο μυ­ρί­ζει θα­λασ­σι­νό σκί­νο, έ­χει υ­γρα­σί­α, νιώ­θει το πα­χύρ­ρευ­στο φι­λί του φω­το­γρά­φου, τον πνί­γει, τον πνί­γει, τον πί­νει.
Η γυ­ναί­κα α­πέ­να­ντι το κά­νει τε­λι­κά μό­νη της, οι αρ­σε­νι­κοί δεν τολ­μούν, α­πλώς κοι­τά­ζουν. Ο κα­να­πές κο­λυ­μπά­ει α­κό­μα στα νε­ρά του Α­τλα­ντι­κού, κα­τα­μεσής του πε­λά­γου. Τα χέ­ρια του εί­ναι μού­σκε­μα.
 
Χτυ­πά­ει το τη­λέ­φω­νο, εί­ναι σί­γου­ρος πως εί­ναι η Λ., δεν το ση­κώ­νει, θα της τηλε­φω­νή­σει αύ­ριο.
Θα προ­σπα­θή­σει α­πό αύ­ριο πά­λι, να γί­νει σαν τους άλ­λους.
 
 
Το Βίντεο (περ. Οδός Πανός τχ.125, 2004)
Τελευταία Ανανέωση:
Παρ, 04/01/2011 - 21:04