Το κομμωτήριο (περ. Νέα Εστία τχ. 1760, 01-10-2003)

  

Περ. Νέα Εστία τχ. 1760 (2003-10-01)
 
 
Το κομμωτήριο
 
«Κά­τσε βρε, μην κου­νιέ­σαι», η φω­νή του εί­χε πε­ρισ­σό­τε­ρη τρυ­φε­ρά­δα πα­ρά επί­πλη­ξη. Ή­ταν και το μό­νο πράγ­μα που συ­γκρα­τού­σε έ­στω προ­σω­ρι­νά τις α­ντιδρά­σεις της. Κά­θε φο­ρά που το ψα­λί­δι του έ­φθα­νε στον αυ­χέ­να της, ή­ταν α­δύ­νατο να μην κου­νη­θεί. Τα χέ­ρια του πε­τά­ρι­ζαν γύ­ρω της α­νά­λα­φρα, χω­ρίς πο­τέ να την τραυ­μα­τί­σει ή να την γρα­τσου­νί­σει, η κί­νη­σή του ό­μως της προ­κα­λού­σε πά­ντα μια α­μη­χα­νί­α, που κά­θε φο­ρά γι­νό­ταν με­γα­λύ­τε­ρη, μέ­χρι που έ­φτα­σε τα δύ­ο τε­λευ­ταί­α χρό­νια να με­τα­τρα­πεί σε α­να­στά­τω­ση. Σε με­γά­λη α­να­στά­τω­ση, που δεν έ­βρι­σκε τρό­πο να την κρύ­ψει, κι ό­λο κου­νιό­ταν. Μια α­να­τρι­χί­λα ξε­κινού­σε απ’ το λαι­μό στη ρί­ζα των μαλ­λιών, σι­γά-σι­γά κα­τρα­κυ­λού­σε στην πλάτη κι ύ­στε­ρα κά­νο­ντας έ­να πα­ρά­ξε­νο γκελ τρύ­πω­νε χα­μη­λά στη κοι­λιά και τη μού­δια­ζε ο­λό­κλη­ρη. Προ­σπα­θού­σε ό­λο ντρο­πή να κρύ­ψει αυ­τό που έ­νιω­θε, φο­βόταν μή­πως κα­τα­λά­βαι­ναν κά­τι ή ε­κεί­νος ή ε­κεί­νες. Κυ­ρί­ως ε­κεί­νες σκε­φτό­ταν, που δεν τους ξέ­φευ­γε τί­πο­τα. Κα­θό­ντου­σαν ό­λες έ­να γύ­ρω με μπα­τα­ρι­σμέ­να τα κε­φά­λια, η κά­θε μια κά­τω α­πό τον ι­διω­τι­κό της φούρ­νο και μ’ έ­να πε­ριο­δικό στο χέ­ρι, τά­χα διά­βα­ζαν και ό­μως πώς γι­νό­ταν κι ή­ξε­ραν ό­λες τις κι­νή­σεις της δι­πλα­νής, του χώ­ρου, του Α­ρί­στου, ποια έ­δω­σε φι­λο­δώ­ρη­μα και πό­σο ή­ταν,... α, α­πα­ρά­δε­χτα μι­κρό, δεν ντρέ­πε­ται. Έ­τρε­με στην ι­δέ­α πως μπο­ρού­σε να γί­νει α­ντι­λη­πτό α­πό ο­ποιον­δή­πο­τε, αυ­τό που της λί­γω­νε την κοι­λιά και της έ­στρι­βε το στο­μά­χι, και πό­σο μάλ­λον πως μπο­ρού­σε να την πά­ρει εί­δη­ση η μά­να της. Η α­γω­νί­α της Παυ­λί­νας με­γά­λω­νε για­τί δεν ή­ξε­ρε τι της συμ­βαί­νει, δεν κα­ταλά­βαι­νε τι ή­ταν αυ­τό που έ­νιω­θε και τι το προ­κα­λού­σε. Έ­να ψα­λί­δι; εί­ναι δυνα­τόν; και α­πό πού ό­λη αυ­τή η α­μη­χα­νί­α κι η ντρο­πή; Για ποιο λό­γο; Ό­μως παρ’ όλη την ντρο­πή δεν ή­θε­λε να χά­σει την ε­πα­φή της μ’ αυ­τό το πα­ρά­ξε­νο αί­σθημα που την πλημ­μύ­ρι­ζε με κά­τι τό­σο ι­σχυ­ρό, κι ας μη μπο­ρού­σε να το κα­τα­λά­βει, ού­τε να το πε­ρι­γρά­ψει. Έ­τσι, ύ­στε­ρα για ώ­ρες, για μέ­ρες πολ­λές, α­να­πο­λού­σε το ρί­γος στο λαι­μό κι αν ή­ταν τυ­χε­ρή και κα­τά­φερ­νε να βυ­θι­σθεί κα­λύ­τε­ρα στην ο­νει­ρο­πό­λη­σή της, έ­κα­νε να α­να­δυ­θεί, α­πό ά­γνω­στα σκο­τει­νά βά­θη, και το λί­γω­μα της κοι­λιάς.
            Α­κού­στη­κε έ­να δυ­να­τό α­να­τρι­χια­στι­κό χράπ, και πά­ει! Το ψα­λί­δι α­ντι­στά­θηκε ό­σο μπο­ρού­σε στον ό­γκο των πλεγ­μέ­νων μαλ­λιών. Ο Α­ρί­στος έ­σκυ­ψε αρ­γά και μά­ζε­ψε α­πό το πά­τω­μα την βα­ριά κομ­μέ­νη κο­τσί­δα. «Άλ­λο πρά­μα το μαλ­λί της κό­ρης σου, μου το δί­νεις για πε­ρού­κα;» Τα μπα­τα­ρι­σμέ­να κε­φά­λια α­να­ση­κώ­θηκαν α­πό την με­λέ­τη, κοί­τα­ξαν πρώ­τα το λά­φυ­ρο στα χέ­ρια του Α­ρί­στου κι ύ­στερα γύ­ρι­σαν ε­ρω­τη­μα­τι­κά προς τη μη­τέ­ρα της Παυ­λί­νας. Ί­σως ή­ταν πο­λύ δυ­να­τά το σε­σουάρ και δεν ά­κου­σε, ί­σως πά­λι να αι­σθάν­θη­κε α­μη­χα­νί­α α­πό την ε­ρώ­τηση, πά­ντως συ­νέ­χι­σε να δια­βά­ζει α­πε­ρί­σπα­στη το άρ­θρο στο πε­ριο­δι­κό της, χω­ρίς να α­να­ση­κώ­σει καν το κε­φά­λι.
            Ο Α­ρί­στος συ­νέ­χι­σε να κρα­τά­ει για λί­γο α­κό­μα στα χέ­ρια του το χο­ντρό κοκ­κι­νω­πό πλο­κά­μι, κοι­τώ­ντας το θαυ­μα­στι­κά, σαν να πε­ριερ­γα­ζό­ταν κά­τι σπά­νιο, έ­να έρ­γο τέ­χνης που εί­χε υ­πο­χρέ­ω­ση να ε­κτι­μή­σει. Χρό­νια στο ε­πάγ­γελ­μα, του ά­ρε­σε να α­πο­κα­λεί τον ε­αυ­τό του καλ­λι­τέ­χνη, και ή­ταν. Α­να­κά­λυ­πτε ό­λα τα κα­λά και δυ­να­τά ση­μεί­α που εί­χε έ­να γυ­ναι­κεί­ο πρό­σω­πο πνιγ­μέ­νο σε α­τη­μέ­λητες τού­φες μαλ­λιών και τα α­να­δεί­κνυε. Ή­ξε­ρε πώς να τα τι­θα­σεύ­ει, πώς να ε­λευ­θε­ρώ­νει τις γραμ­μές του προ­σώ­που α­πό μου­τζου­ρω­μέ­να πε­ρι­γράμ­μα­τα ή α­ντί­θε­τα πώς να κρύ­βει α­τέ­λειες, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα πο­λύ πα­χου­λά μά­γου­λα ή κο­ντό και φαρ­δύ λαι­μό, πί­σω α­πό πε­ρί­τε­χνα κομ­μέ­νες ά­νι­σες μύ­τες μαλ­λιών, έ­τσι που να σπά­ει ο ό­γκος και να λε­πταί­νει. Ό­λες έ­βγαι­ναν ευ­χα­ρι­στη­μέ­νες α­πό τα χέ­ρια του. Ό­λες, ε­κτός α­πό την Παυ­λί­να. Και γι’ αυ­τό, δεν έ­φται­γε αυτός κα­θό­λου. Αυ­τός, ί­σα-ί­σα, μάλ­λον σαν να διαι­σθα­νό­ταν το μαρ­τύ­ριο του μι­κρού κο­ρι­τσιού και, προ­σπα­θού­σε να εί­ναι α­πα­λός μα­ζί της κι ευ­γε­νι­κός ό­σο μπο­ρού­σε. Άλ­λω­στε το ί­διο σκη­νι­κό ε­πα­να­λαμ­βα­νό­ταν στα­θε­ρά τα τε­λευ­ταί­α πέ­ντε χρό­νια. Πά­ντα στην αρ­χή του κα­λο­και­ριού, α­μέ­σως με­τά τις ε­ξε­τά­σεις του σχο­λεί­ου.
Για­τί η Παυ­λί­να ε­κτός α­πό το θέ­μα με το ψα­λί­δι που την τά­ρα­ζε, έ­πρε­πε να αντι­με­τω­πί­σει και κά­τι άλ­λο, που δεν μπο­ρού­σε να κα­τα­λά­βει και που την τα­λαι­πω­ρού­σε α­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ό­σο κι αν προ­σπα­θού­σε στα μα­θή­μα­τα, ό­σο κι αν έ­παιρ­νε κα­λούς βαθ­μούς, ό­σο κι αν ή­ταν κα­λό­βο­λο κι υ­πά­κουο παι­δί, α­πό κείνα μά­λι­στα τα α­νη­συ­χη­τι­κά υ­πά­κουα παι­διά, που ο­ποιοσ­δή­πο­τε ο­ξυ­δερ­κής παρα­τη­ρη­τής -που δεν θα τον εν­διέ­φε­ρε και τό­σο το βό­λε­μα κι η η­συ­χί­α του γο­νιού- θα α­να­ρω­τιό­ταν μέ­χρι πό­τε θα α­ντέ­ξει να εί­ναι τό­σο κα­λό­βο­λο και πό­σο βαθιά ά­ρα­γε έ­χει δια­βρω­θεί το βου­λη­τι­κό του. Ό,τι κι αν έ­κα­νε τέ­λος πά­ντων το κο­ρί­τσι προς την κα­τεύ­θυν­ση που της υ­πο­δεί­κνυαν και της α­παι­τού­σαν, ποτέ δεν κα­τά­φερ­νε να κερ­δί­σει την ά­νι­ση μά­χη με την μη­τέ­ρα της στο θέ­μα των μαλ­λιών της. Κά­θε χρό­νο, α­μέ­σως με­τά τις ε­ξε­τά­σεις του σχο­λεί­ου, ο δρό­μος προς το κομ­μω­τή­ριο ή­ταν α­να­πό­φευ­κτος. Έ­νας μι­κρός Γολ­γο­θάς, που ση­μα­το­δο­τού­σε την έ­ναρ­ξη των κα­λο­και­ρι­νών δια­κο­πών. Ή­ταν πο­λύ πιο βο­λι­κό να εί­ναι κο­ντά τα μαλ­λιά το κα­λο­καί­ρι, μ’ ό­λη τη ζέ­στη και τα συ­χνά ντους, αυ­τό τουλά­χι­στον ι­σχυ­ρι­ζό­ταν η μη­τέ­ρα και η α­λή­θεια εί­ναι ό­τι το ε­φάρ­μο­ζε και η ίδια. Κά­θε χρό­νο εί­χε την ελ­πί­δα ό­τι φέ­τος θα ει­σα­κου­στεί, μα πή­ρα κα­λούς βαθμούς για­τί μου το κά­νεις αυ­τό, μα δεν σε στε­να­χώ­ρη­σα σχε­δόν κα­θό­λου, ε­σύ το ‘πες προ­χτές στη θεί­α, τι κα­λό παι­δί που εί­μαι, για­τί μου το κά­νεις αυ­τό; Κι έ­κλαι­γε τα πρώ­τα χρό­νια σιω­πη­λά κι υ­πο­ταγ­μέ­να κι ύ­στε­ρα ό­σο με­γά­λω­νε ένιω­θε το στή­θος της να καί­ει α­πό την πα­ρα­βί­α­ση. Έ­βλε­πε το θέ­μα σαν μια κα­τάφο­ρη α­δι­κί­α εις βά­ρος της, χω­ρίς η ί­δια να έ­χει δώ­σει την πα­ρα­μι­κρή α­φορ­μή. Ό­ταν η χο­ντρή κο­τσί­δα της έ­πε­φτε βα­ριά στο μω­σα­ϊ­κό του μα­γα­ζιού κά­τω α­πό το υ­πό­κω­φο κι ε­χθρι­κό χραπ του ψα­λι­διού, το αί­σθη­μα της α­δι­κί­ας δια­δε­χόταν μί­α αιχ­μη­ρή βε­βαιό­τη­τα α­κρω­τη­ρια­σμού. Ή­ταν υ­πο­χρε­ω­μέ­νη να υ­φί­στα­ται κά­τι που της έ­μοια­ζε με τι­μω­ρί­α και την έ­κα­νε να νιώ­θει ά­σχη­μα. Δεν μπο­ρούσε να έ­χει λό­γο και να ο­ρί­ζει το ί­διο της το σώ­μα και ό­σο περ­νού­σαν τα χρόνια τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο δυ­σκο­λευό­ταν να κα­τα­λά­βει τη ση­μα­σί­α αυ­τής της κί­νησης, ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο δυ­σκο­λευό­ταν να την δε­χτεί. Κι ό­μως τε­λι­κά υ­πέ­κυπτε, μ’ έ­να τρό­πο τα­πει­νω­τι­κό που την έ­κα­νε να υ­πο­φέ­ρει δι­πλά και μά­λι­στα πε­ρισ­σό­τε­ρο για την νέ­α της ήτ­τα κά­θε φο­ρά και λι­γό­τε­ρο για την α­πώ­λεια του θη­σαυ­ρού της.
Εί­χε πλού­σια μαλ­λιά που έ­πε­φταν στους ώ­μους της σε α­πα­λά κύ­μα­τα με κόκ­κινες α­πο­χρώ­σεις του χαλ­κού. Ό­λοι τής τα παί­νευαν. Οι συμ­μα­θή­τριες στο σχολεί­ο τις πο­λύ κρύ­ες μέ­ρες του χει­μώ­να, έ­χω­ναν τα χέ­ρια τους στο πί­σω μέ­ρος του λαι­μού της για να τα ζε­στά­νουν, κι ή­ταν αυ­τό παι­χνί­δι και χά­δι μα­ζί. Ή­ταν το πιο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πράγ­μα πά­νω της, το πιο ξε­χω­ρι­στό, το πιο ό­μορ­φο και για τα καυ­τά και βα­σα­νι­στι­κά χρό­νια της ε­φη­βεί­ας ή­ταν το α­δια­πραγ­μά­τευτο θη­λυ­κό κομ­μά­τι της.
            Αυ­τή η θλι­βε­ρή ι­στο­ρί­α εί­χε ξε­κι­νή­σει ό­ταν ή­ταν γύ­ρω στα εν­νιά και η μα­μά της κά­τι εί­χε πει πε­ρί ύ­ψους και πε­ρί κα­λής, λέ­ει, ό­ρα­σης. Αλ­λά το κο­ρί­τσι διαι­σθα­νό­ταν πως άλ­λοι ή­ταν οι λό­γοι, δεν μπο­ρού­σε να τους ε­ντο­πί­σει, να τους ο­νο­μά­σει, ί­σως α­κό­μα-α­κό­μα και ή ί­δια η μη­τέ­ρα της να μην τους ή­ξε­ρε συνει­δη­τά. Ό­σο ή­ταν μι­κρή, οι α­ντι­δρά­σεις της ξε­θύ­μαι­ναν σχε­τι­κά γρή­γο­ρα. Ξεχνιό­ταν. Κα­θώς ό­μως περ­νού­σαν τα χρό­νια και η εμ­μο­νή της μά­νας συ­νε­χι­ζόταν, κο­ντρά­ρο­ντας συ­νέ­χεια την ε­πι­θυ­μί­α και την αυ­το­διά­θε­ση της κε­φα­λής της κό­ρης, το θέ­μα δυ­σκό­λευε κι άρ­χι­σε να παίρ­νει άλ­λες δια­στά­σεις.
            Ο τε­λευ­ταί­ος χρό­νος κύ­λη­σε δύ­σκο­λα. Τα συ­μπτώ­μα­τα της ε­φη­βεί­ας ή­ταν ο­λοφά­νε­ρα και στο σώ­μα και στις συ­μπε­ρι­φο­ρές της Παυ­λί­νας. Έ­ρι­ξε ύ­ψος, φού­σκωσε το στή­θος της, οι γο­φοί της στρογ­γύ­λε­ψαν. Ό­λα αυ­τά ό­μως έ­γι­ναν με σχε­τικά μα­λα­κό τρό­πο, δεν ή­ταν απ’ τα παι­διά που με­τα­μορ­φώ­νο­νται κι αλ­λά­ζουν τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους τε­λεί­ως. Ού­τε το βλέμ­μα της εί­χε α­γριέ­ψει, α­πλώς είχε α­πο­κτή­σει μιαν α­σά­φεια, έ­μοια­ζε λί­γο σαν μπερ­δε­μέ­νο, σαν χα­μέ­νο, δεν ήξε­ρε που να α­κου­μπή­σει, και μό­νο με­ρι­κές στιγ­μές, ξαφ­νι­κά, γι­νό­ταν ε­πί­μο­νο κι έ­ντο­νο, σαν να έ­βγαι­νε α­πό βα­θύ ύ­πνο. Το πρό­σω­πό της έ­χα­σε την παι­δι­κή στρογ­γυ­λά­δα του, μά­κρυ­νε, α­πό­κτη­σε γο­η­τευ­τι­κές γω­νί­ες. Ή­ταν ο­λο­φά­νε­ρο πως η Παυ­λί­να δεν εί­χε πά­ρει εί­δη­ση ό­λες τις αλ­λα­γές που συ­ντε­λέ­στη­καν ε­πάνω της, αρ­κού­σαν ό­μως αυ­τές που συ­νει­δη­το­ποί­η­σε, για να την κά­νουν να νιώ­θει ά­βο­λα κι α­μή­χα­να. Σαν να μην ή­ξε­ρε πώς να κου­μα­ντά­ρει τις ε­πι­πλέ­ον δια­στά­σεις της. Κι αυ­τό το, α­πρό­ο­πτα, γυ­ναι­κεί­ο πρό­σω­πο, έ­στελ­νε πό­τε α­θώ­α και πό­τε προ­κλη­τι­κά βλέμ­μα­τα, κι έ­μοια­ζαν ό­λα αυ­τά να συμ­βαί­νουν ε­ρή­μην της. Πά­ντα ή­ταν βο­λι­κό παι­δί, δεν δη­μιουρ­γού­σε προ­βλή­μα­τα και γε­νι­κά δεν πρό­βαλε πολ­λές α­ντιρ­ρή­σεις. Έ­τσι, ό­ταν αυ­τό άρ­χι­σε ν’ αλ­λά­ζει, προ­κά­λε­σε αί­σθη­ση και μάλ­λον δυ­σα­ρέ­σκεια στους γύ­ρω. Η μη­τέ­ρα της ή­ταν η τε­λευ­ταί­α που κα­τά­λα­βε πως έ­χει α­πέ­να­ντί της έ­να δια­φο­ρε­τι­κό πλά­σμα απ’ αυ­τό που ή­ξε­ρε, και πως ό­φει­λε να το α­κού­ει και να το σέ­βε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο. Χω­ρίς να το πολυ­ψά­ξει, συ­νέ­χι­σε να ε­πι­βάλ­λε­ται στη νε­α­ρή κο­πέ­λα, με τους τρό­πους που ή­ξερε.
            Παρ’ ό­λο που κό­ντευε να μπει Ιού­νιος, ο και­ρός δεν έ­λε­γε να ζε­στά­νει. Τα βρά­δια έ­κα­νε α­κό­μα ψύ­χρα και η ζα­κέ­τα ή­ταν α­πα­ραί­τη­τη. Πλη­σί­α­ζε το τέ­λος των ε­ξε­τά­σε­ων. Η Παυ­λί­να διά­βα­ζε ως αρ­γά, παρ’ ό­λες τις δια­φω­νί­ες της μά­νας της. Εί­χε αρ­χί­σει να πί­νει και κα­φέ για να α­ντέ­χει το ξε­νύ­χτι. Στα πρώ­τα δια­γω­νί­σμα­τα η κυ­ρά Γιώ­τα κα­θό­ταν κά­που δί­πλα και της κρα­τού­σε συ­ντρο­φιά, για συ­μπα­ρά­στα­ση. Έ­πει­τα α­πό κά­ποιες μέ­ρες ό­μως κλα­τά­ρι­σε, δεν ά­ντε­ξε άλλο, έ­τσι πή­γε η συ­μπα­ρά­στα­ση πε­ρί­πα­το κι ε­κεί­νη για ύ­πνο. Α­κρι­βώς αυ­τό ή­ταν που ή­θε­λε και η Παυ­λί­να, να μπο­ρεί να α­κού­ει με­τά το διά­βα­σμα τη σιω­πή της νύ­χτας, κι ό­χι α­νη­συ­χί­ες και συμ­βου­λές. Μέ­χρι τώ­ρα τα εί­χε πά­ει αρ­κε­τά καλά, αυ­τό ή­ταν το τε­λευ­ταί­ο μά­θη­μα κι ύ­στε­ρα …τέ­λος, κα­λο­καί­ρι. Κά­τι στυ­φό ανά­δε­ψε το στο­μά­χι της. Ή­ταν αρ­γά, έ­πε­σε για ύ­πνο.
            Την άλ­λη μέ­ρα το πρω­ί, κα­τά τις έ­ντε­κα, η κυ­ρί­α Γιώ­τα κα­τέ­βα­ζε α­γα­να­κτι­σμένη το α­κου­στι­κό. Προ­σπα­θού­σε να πά­ρει τη­λέ­φω­νο για να κλεί­σει ρα­ντε­βού, αλλά ε­δώ και πολ­λή ώ­ρα μί­λα­γαν. Α­πο­φά­σι­σε να το συ­μπε­ρι­λά­βει στις δου­λειές της η­μέ­ρας, με­τά τα ψώ­νια θα πε­ρά­σει απ’ το κομ­μω­τή­ριο να το κα­νο­νί­σει.
            Α­νέ­βη­κε βα­ρια­να­σαί­νο­ντας τη σκά­λα. Α­πό τό­τε που το κομ­μω­τή­ριο α­να­βαθ­μίστη­κε εφ’ ό­λης της ύ­λης, α­νε­βαί­νο­ντας και έ­ναν ό­ρο­φο στην ί­δια πά­ντα πο­λυκα­τοι­κί­α, της έ­πε­φταν τα νε­φρά για ν’ α­νέ­βει ό­λα αυ­τά τα σκα­λο­πά­τια -δυ­στυ­χώς η α­να­βάθ­μι­ση δεν συ­μπε­ρι­λάμ­βα­νε και αλ­λα­γή σε πο­λυ­κα­τοι­κί­α με α­σανσέρ- έ­σπρω­ξε με το πό­δι τη μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα και ξε­φυ­σώ­ντας α­κού­μπη­σε τις σα­κού­λες με τα ψώ­νια στο πά­τω­μα. «Α­μάν ρε κο­ρί­τσια, το γο­να­τί­σα­τε το τη­λέφω­νο… απ’ το πρω­ί προ­σπα­θώ να σας πιά­σω…, να πρέ­πει να α­νέ­βω ε­κα­τό σκά­λες για έ­να ρα­ντε­βού…, ουφ τέ­λος πά­ντων, λοι­πόν… θέ­λω έ­να χτέ­νι­σμα για μέ­να κι ένα κού­ρε­μα για τη μι­κρή, για το Σάβ­βα­το, τι ώ­ρα έ­χου­με;» Η κο­πέ­λα πί­σω α­πό το τα­μεί­ο έ­μει­νε α­κί­νη­τη και την κοι­τού­σε σαν χα­μέ­νη. «Κα­λέ, για­τί μαρ­μά­ρωσες, τι εί­πα;». Η κο­πέ­λα δεν α­ντέ­δρα­σε. «Ρε Φι­λί­τσα, τι έ­χεις; Α! μή­πως ε­πει­δή εί­πα αυ­τά για το τη­λέ­φω­νο; Κα­λά ντε, πώς κά­νεις έ­τσι! Ε­ντά­ξει, δεν θα πω τί­ποτα για το τη­λέ­φω­νο, άλ­λω­στε απ’ ό­τι βλέ­πω ο Α­ρί­στος δεν εί­ναι ε­δώ, αλ­λά ρε παι­δί μου κά­νε λί­γο κρά­τει κι ε­σύ. Λοι­πόν, για πες μου τώ­ρα, τι ώ­ρα έ­χου­με το Σάβ­βα­το;» Η κο­πέ­λα συ­νέ­χι­ζε να την κοι­τά α­κί­νη­τη, στέλ­νο­ντας ταυ­τό­χρο­να απελ­πι­σμέ­να βλέμ­μα­τα στην άλ­λη κο­πέ­λα του μα­γα­ζιού, που ε­κεί­νη την ώ­ρα κρε­πά­ρι­ζε τα μαλ­λιά μιας ο­λο­στρόγ­γυ­λης κυ­ρί­ας, και που α­πέ­φευ­γε κά­θε α­νά­μιξη στον μι­κρό αυ­τό διά­λο­γο, ε­πι­κε­ντρώ­νο­ντας την προ­σο­χή της στο κρε­πά­ρισμα σαν να ε­πρό­κει­το για μι­κρο­χει­ρουρ­γι­κή ε­πέμ­βα­ση. «Κα­λέ, ε­πι­τέ­λους, τι έπα­θες; Θα μου α­πα­ντή­σεις; Α­λή­θεια, ο Α­ρί­στος πού εί­ναι; Τι έ­γι­νε, έ­φυ­γε και απο­διορ­γα­νω­θή­κα­τε τε­λεί­ως;»
            Η Φι­λί­τσα προ­σπά­θη­σε να ξε­φυλ­λί­σει το τε­τρά­διο με τα ρα­ντε­βού, κά­θε τό­σο έ­ρι­χνε κλε­φτά βλέμ­μα­τα προς την τζα­μέ­νια με­σό­πορ­τα που χώ­ρι­ζε το κυ­ρί­ως μα­γα­ζί α­πό τους βο­η­θη­τι­κούς χώ­ρους. Η κυ­ρί­α Γιώ­τα γύ­ρι­σε κι αυ­τή μη­χα­νικά προς την ί­δια κα­τεύ­θυν­ση. Δύ­ο σι­λουέ­τες δια­γρά­φο­νταν θα­μπά πί­σω α­πό το φι­μέ φυ­σα­λι­δω­τό κρύ­σταλ­λο. Έ­νας ά­ντρας και μια γυ­ναί­κα. Ο θό­ρυ­βος α­πό τα σε­σουάρ δεν ε­πέ­τρε­πε στους μέ­σα ή­χους να φτά­σουν μέ­χρι το τα­μεί­ο. Οι δύ­ο σιλουέ­τες ε­νώ­θη­καν για λί­γο και δη­μιούρ­γη­σαν έ­να σφι­χτό α­ξε­διά­λυ­το σχή­μα.           «Λοι­πόν, Φι­λί­τσα, τι βρή­κα­με;»
Η κο­πέ­λα ά­νοι­ξε το στό­μα για να α­πα­ντή­σει.
Η τζα­μέ­νια με­σό­πορ­τα ά­νοι­ξε τρί­ζο­ντας, η δεύ­τε­ρη κο­πέ­λα που κρε­πά­ρι­ζε γύρι­σε προς τα κει και η στρογ­γυ­λή κυ­ρί­α το ί­διο.
            Α­νά­λα­φρη και α­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νη ξε­πρό­βα­λε η Παυ­λί­να. Εί­χε κομ­μέ­να α­γο­ρίστι­κα μαλ­λιά κι έ­να έ­ντο­νο βιο­λέ ση­μά­δι στο μα­κρύ ε­φη­βι­κό λαι­μό της.

2003-10-01-περ. Νέα Εστία τχ. 1760 (2003-10-01)  

Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 03/29/2011 - 09:40