"Το παζάρι" (περ. Πλανόδιον τχ. 36, Ιούνιος 2003)

  

 Περ. Πλανόδιον τχ. 36, Ιούνιος 2003

 
Το Παζάρι
 
 
Το κα­τέ­βα­σμα στην Α­θή­να για ψώ­νια εί­χε πε­ρά­σει α­πό πολ­λά στά­δια δια­πραγ­μα­τεύ­σε­ων με τη μα­μά. Το πρώ­το α­φο­ρού­σε το τι μου έ­τα­ζε ε­κεί­νη για να με κατα­φέ­ρει να πά­ω μα­ζί της, το δεύ­τε­ρο τό τι θα έ­πρε­πε να ζη­τή­σω ε­γώ και τι ό­χι, και το κυ­ριό­τε­ρο ση­μεί­ο τρι­βής με­τα­ξύ μας ή­ταν το θέ­μα της πο­σό­τη­τας. Πό­σα πα­γω­τά, ας πού­με, ε­πι­τρέ­πε­ται να φά­ω, πό­σα κου­λού­ρια, πό­σες τσί­χλες. Για μένα το θέ­μα της πο­σό­τη­τας α­πο­τε­λού­σε πά­ντα έ­να πρό­βλή­μα, μάλ­λον λό­γω του ότι δεν μπο­ρού­σα να κα­τα­λά­βω το πο­λύ και το λί­γο, α­πλώς αυ­τές οι τι­μές δεν υπήρ­χαν για μέ­να, δεν ή­ταν κα­τα­χω­ρη­μέ­νες μέ­σα στα φο­βε­ρά κου­τά­κια στα ο­ποί­α τα­ξι­νο­μού­νται συ­χνά εν α­γνοί­α μας, οι έν­νοιες, οι πλη­ρο­φο­ρί­ες, τα ε­ρε­θίσμα­τα και τα λοι­πά. Τέ­λος πά­ντων, μέ­χρι κά­ποια η­λι­κί­α, που δεν υ­πήρ­χαν α­ντικει­με­νι­κά σθε­να­ρές α­ντι­στά­σεις εκ μέ­ρους μου, κά­πως τα βο­λεύ­α­με.
 
Ου­σια­στι­κά το θέ­μα ο­ξύν­θη­κε και έ­γι­νε πρό­βλη­μα κα­τά την διάρ­κεια της ε­φηβεί­ας. Έ­τσι έ­να πρω­ί α­φού προ­η­γή­θη­κε μι­σά­ω­ρη και πλέ­ον συ­ζή­τη­ση για το πώς, το πού και το για­τί, τε­λι­κά κα­τα­φέ­ρα­με να κα­τα­λή­ξου­με ο­μού για ψώ­νια στο κέ­ντρο και μά­λι­στα σε κά­ποια μα­γα­ζιά προς το Μο­να­στη­ρά­κι. Αυ­τό ή­ταν και το με­γά­λο ό­πλο της για τη συ­γκε­κρι­μέ­νη μέ­ρα, μια και ή­ξε­ρε πό­σο μ’ ε­ντυ­πωσί­α­ζαν αυ­τά τα μα­γα­ζιά που εί­χαν πα­λιά έ­πι­πλα, πα­λιά βι­βλί­α, πα­λιά χρη­στικά α­ντι­κεί­με­να, που τώ­ρα τα κοι­τά­ει κα­νείς α­μή­χα­να κι α­να­ρω­τιέ­ται. Πολ­λά από τα μα­γα­ζιά, που ή­ταν υ­πό­γεια, αλ­λά και ό­σα δεν ή­ταν, α­νέ­δι­δαν μια με­θυ­στι­κή μυ­ρω­διά, έ­να κρά­μα κλει­σού­ρας, μού­χλας και σά­πιου ξύ­λου. Η κα­τά­βα­ση εκεί μέ­σα –και την λέ­ω έ­τσι α­κό­μη κι αν το μα­γα­ζί βρι­σκό­ταν σε ό­ρο­φο, πράγ­μα ι­διαί­τε­ρα σπά­νιο- ή­ταν για μέ­να έ­να συ­ναρ­πα­στι­κό τα­ξί­δι, α­πε­ρί­γρα­πτης πλο­κής και ο­μορ­φιάς. Τα πράγ­μα­τα γύ­ρω μου ή­ταν φορ­τι­σμέ­να με ε­νέρ­γεια, συγκε­κρι­μέ­νη βα­ρύ­τη­τα και α­πο­χρώ­σεις, και πο­τέ δεν με πο­λυα­πα­σχό­λη­σε αν ό­λα αυ­τά ί­σχυαν και για τους άλ­λους. Ξε­τυ­λί­γο­νταν μπρος στα μά­τια μου ει­κό­νες α­πό τα πα­λιά, σχε­τι­κές με τους προ­κα­τό­χους τους, ι­στο­ρί­ες ο­λό­κλη­ρες. Έ­τσι ε­γώ α­πο­λάμ­βα­να τις υ­φές των υ­φα­σμά­των στις στό­φες των κα­να­πέ­δων ό­σο η φω­νή της μα­μάς α­κου­γό­ταν απ’ το βά­θος του μα­γα­ζιού και του χρό­νου να ρω­τά πό­τε το ’να πό­τε τ’ άλ­λο, και πό­σο κά­νει; α, εί­ναι πο­λύ α­κρι­βό θα μου κά­νετε κα­λύ­τε­ρη τι­μή; άλ­λω­στε εί­ναι και σκι­σμέ­νο. Πό­σα σώ­μα­τα σκε­φτό­μουν α­ναπαύ­τη­καν ε­δώ πά­νω, πό­σοι έ­ρω­τες άν­θι­σαν, πό­σοι ναυά­γη­σαν, κι ε­δώ στο μπρά­τσο αυ­τής της πο­λυ­θρό­νας πώς τρί­φτη­κε το ύ­φα­σμα; απ’ τα νυ­χά­κια, ί­σως μιας δε­σπο­σύ­νης που το γρα­τζου­νού­σαν, ε­πί­μο­να νύ­χια γά­τας, προ­σμέ­νο­ντας ποιος ξέ­ρει τι…, μα φυ­σι­κά θα α­ντι­κα­τα­στή­σε­τε το ύ­φα­σμα, γι’ αυ­τό σας κό­βω κά­τι απ’ την τι­μή, α­ντα­πά­ντη­σε η ε­μπό­ρισ­σα… προ­σμέ­νο­ντας κά­τι που ήρ­θε ά­ρα­γε κά­πο­τε ή ό­χι…, μα αυ­τό δεν α­ντι­κα­θί­στα­ται, κυ­ρί­α μου, ο χρό­νος το ’ρρα­νε και πά­ει, αυ­τό δεν αλ­λά­ζει, μ’ ό­σα τό­πια και­νούρ­γιο ύ­φα­σμα κι αν το ντύ­σεις. Ό­μως αυ­τές εί­ναι σκέ­ψεις που δεν μοι­ρά­ζο­νται κι έ­τσι φύ­γα­με ά­πρα­κτες και οι δύ­ο και η μα­μά κι ε­γώ.
 
Λί­γο πιο κά­τω σε έ­να άλ­λο μα­γα­ζί γυά­λι­σε της μα­μάς έ­να πα­λιό σερ­βί­τσιο αση­μέ­νια μα­χαι­ρο­πή­ρου­να κι άρ­χι­σε πά­λι το φλερ­τ και τα πα­ζά­ρια. Δεν εί­ναι δύ­σκο­λο να φα­ντα­στείς ό­λους έ­να γύ­ρω να τρώ­νε, μέ­ρα γιορ­τής φο­ρώ­ντας τα καλά τους και πό­σο σπου­δαί­οι θα έ­νιω­θαν κρα­τώ­ντας τα κα­λο­γυα­λι­σμέ­να τους πι­ρού­νια και μα­χαί­ρια, και πά­ντα κρύ­βο­ντας τα λό­για που δεν έ­πρε­πε να βγουν. Δεν ξέ­ρω αν τε­λι­κά το πή­ρε το σερ­βί­τσιο, αν κα­τέ­λη­ξε σε συμ­φω­νί­α ε­κεί­νο το πα­ζά­ρι, πά­ντως φύ­γα­με κι α­πό κεί­νο το μα­γα­ζί.
Κό­ντευε με­ση­μέ­ρι, εί­χα αρ­χί­σει να κου­ρά­ζο­μαι. Μπή­κα­με σ’ έ­να μα­γα­ζά­κι στε­νό και υ­πό­γειο. Ε­κτός α­πό την χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή μυ­ρω­διά που εί­χαν ό­λα τα προ­η­γού­με­να και που κό­ντευα να την συ­νη­θί­σω, αυ­τό εί­χε και μια α­κό­μα, το έ­ντο­νο ά­ρω­μα της ι­διο­κτή­τριας, που προ­σπα­θού­σε λες α­πελ­πι­σμέ­να να κα­λύ­ψει όλες τις άλ­λες. Το κρά­μα ή­ταν ε­κρη­κτι­κό. Η μα­μά κοι­τού­σε έ­να πράγ­μα­τι ό­μορ­φο μπου­φέ με κα­θρέ­φτη και σκα­λι­στά κο­λω­νά­κια, στο χρώ­μα της κα­ρυ­διάς. Το ξύλο ή­ταν στε­γνό, στιλ­πνό, α­ψε­γά­δια­στο μέ­σα στο χρό­νο, πο­λύ πα­λιό κομ­μά­τι, επι­σή­μα­νε η γυ­ναί­κα με κο­μπα­σμό, σου­φρώ­νο­ντας τα χεί­λια. Ό­ταν με­τά α­πό λί­γο πέ­ρα­σε η στιγ­μή του γνή­σιου θαυ­μα­σμού μπρο­στά στο ω­ραί­ο κι άρ­χι­σε το παζά­ρι α­πο­σύρ­θη­κα στο βά­θος του μι­κρού δω­μα­τί­ου και χά­ζευα κά­τι αι­γυ­πτια­κά μπι­μπε­λό. Έ­πια­σα έ­να μι­κρό μπρού­τζι­νο κύ­πελ­λο που ή­ταν στο­λι­σμέ­νο με γαλά­ζιες πέ­τρες, το στρι­φο­γύ­ρι­ζα στα δά­χτυ­λά μου κι α­να­ρω­τιό­μουν σε τι να χρη­σί­μευε. Δεν ή­ταν προ­φα­νής η χρή­ση του, θα μπο­ρού­σε να λει­τουρ­γή­σει α­πό βάζο ως κη­ρο­πή­γιο αλ­λά και για τις δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις ή­ταν χο­ντρο­κομ­μέ­νο, ε­πιπλέ­ον α­πό αι­σθη­τι­κή ά­πο­ψη βρι­σκό­ταν στα ό­ρια του κιτ­ς. Ξαφ­νι­κά ά­κου­σα δίπλα μου ψι­θυ­ρι­στή τη φω­νή της μα­μάς να με προ­τρέ­πει…, πάρ­το, την κοί­τα­ξα χαζά, τα μά­τια της εί­χαν σκλη­ρύ­νει…, τώ­ρα που δεν κοι­τά­ει…, διέ­τα­ξε…, στη τσέπη του μπου­φάν σου, και μου ‘σπρω­ξε το χέ­ρι προς τα κά­τω ε­νώ με το σώ­μα της με έ­κρυ­βε ο­λό­κλη­ρη. Το αι­γυ­πτια­κό κύ­πελ­λο κρύ­φτη­κε στην τσέ­πη του μπου­φάν, τα μά­τια της μα­μάς κρύ­φτη­καν κά­τω α­πό τη μά­σκα­ρα κι έ­να βια­στι­κό χα­μό­γελο προς την γυ­ναί­κα του μα­γα­ζιού την στιγ­μή που βγαί­να­με α­πό την πόρ­τα.
Ε­γώ ό­μως δεν εί­χα να κρυ­φτώ πια, που­θε­νά α­πό τό­τε.
 
 
 
2003-06-01-Περ. Πλανόδιον τχ. 36, Ιούνιος 2003

 

Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 05/24/2011 - 19:59