H Καίτη Χιωτέλλη για την ποιητική συλλογή "Ανέμου" (περ. Σύναξη, τχ. 77, Ιανουάριος-Μάρτιος 2001)

  

H Καίτη Χιωτέλλη για την ποιητική συλλογή Ανέμου(Πλανόδιον, 1999) στο περ. Σύναξη (τχ. 77, Ιανουάριος-Μάρτιος 2001).
Τα ποι­ή­μα­τα της Η­ρώς Νι­κο­πού­λου συγ­κεν­τρω­μέ­να στην τρί­τη της συλ­λο­γή με τον τίτ­λο Α­νέ­μου και σε κα­λαί­σθη­τη έκ­δο­ση α­πό το «Πλα­νό­διον» έ­χουν μια ι­δι­ό­τυ­πη αυ­θεν­τι­κό­τη­τα. Ο­λι­γό­στι­χα, α­φαι­ρε­τι­κά, δι­στα­χτι­κά, προ­σφέ­ρον­ται στον υ­πο­μο­νε­τι­κό α­να­γνώ­στη που θα θελ­χθεί α­πό μια ει­κό­να, μια πρω­το­ει­πωμέ­νη σκέ­ψη, μια δι­α­κρι­τι­κά συγ­κα­λυμμέ­νη ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κή δι­ά­θε­ση ή νο­σταλ­γί­α, και θα θε­λή­σει να πα­ρα­κάμ­ψει την ερ­μη­τι­κό­τη­τα της πρώ­της εν­τύ­πω­σης και να α­φε­θεί στον ποι­η­τι­κό ά­νε­μο που δι­α­τρέ­χει τη συλ­λο­γή.
Θα μπο­ρού­σε να δι­α­κρί­νει κα­νείς τρεις θε­μα­τι­κές ε­νό­τη­τες στα τρί­α μέ­ρη του βι­βλί­ου. Στο πρώ­το, με τον εύ­γλωτ­το τίτ­λο «Συν­τάσ­σον­τας το ά­πει­ρο σε προ­τά­σεις», κυ­ρια­ρχεί η ποί­η­ση κα­θαυ­τή, η καλ­λι­τε­χνι­κή δη­μι­ουρ­γί­α και μα­ζί η ύπαρ­ξη κι ο θά­να­τος. Το δεύ­τε­ρο, «Φώ­τα νυ­χτε­ρι­νά πι­θα­νο­τή­των», πε­ρι­λαμ­βά­νει ποι­ή­μα­τα ε­ρω­τι­κής έμ­πνευ­σης, ε­νώ στο τρί­το με τον τίτ­λο «Κού­ροςσε κί­νη­ση πρώ­τη» βρί­σκον­ται τα λι­γό­τε­ρα σε α­ριθ­μό ποι­ή­μα­τα, ει­κό­νες της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας μέ­σα α­πό μια ποι­η­τι­κή μα­τιά.
Η ποι­ή­τρια εί­ναι και ζω­γρά­φος.Στην ί­δια ο­φεί­λε­ται το κό­σμη­μα του ε­ξω­φύλ­λου ό­πως και η προ­με­τωτ­πί­δα, λά­δι σε καμ­βά α­πό τη σει­ρά «Σχή­μα­τα αγ­γε­λι­κά». Αλ­λά και χω­ρίς τη μαρ­τυ­ρί­α αυ­τή, η θη­τεί­α της στη ζω­γρα­φι­κή γί­νε­ται αι­σθη­τή στους στί­χους της. Τα σχή­μα­τα, τα χρώ­μα­τα, το φως και οι σκι­ές ε­πα­νέρ­χον­ται κά­θε τό­σο με μια συγ­κε­κρι­μέ­νη λει­τουρ­γι­κό­τη­τα. Ι­δι­αί­τε­ρα στο ποί­η­μα «Δες τώ­ρα τα σχή­μα­τα...» βρί­σκε­ταισυμ­πυ­κνω­μέ­νη η πρά­ξη της καλ­λι­τε­χνι­κής δη­μι­ουρ­γί­ας.
Η ποι­η­τι­κή δη­μι­ουρ­γί­α δί­νε­ται με πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πο­χρώ­σεις. «Εί­ναι ε­κεί­νες οι λί­γες / οι ε­λά­χι­στες φο­ρές / που γί­νο­μαι κα­λά­μι. / Φυ­σά μέ­σα μου ο ά­νε­μος / κι αρ­θρώ­νω ά­γνω­στές μου φω­νές.» Ο ποι­η­τής εί­ναι το «ό­χη­μα τρυ­φε­ρό και μά­ται­ο» που προ­σφέ­ρε­ται σχε­δόν α­νεπί­γνω­στα στην ποι­η­τι­κή πρά­ξη. Άλ­λο­τε ε­πι­κρα­τεί η α­γω­νί­α της έκ­φρα­σης: «Αν μπο­ρού­σα να συλ­λα­βί­σω το α­νεί­πω­το» ή «Πώς να μι­λή­σω;» Η σχέ­ση με τις λέ­ξεις, μ' αυ­τό το δο­μι­κό στοι­χεί­ο της ποί­η­σης, εί­ναι στε­νή, σω­μα­τι­κή: «Τις δύ­σκο­λες λέ­ξεις / μα­λα­κώ­νω με φι­λιά. / Α­κουμ­πώ προ­σε­κτι­κά / το σώ­μα μου» στο στί­χο, / συγ­χρο­νί­ζο­μαι, / ό­πως παι­δί / ταί­ρια­ζα την α­νά­σα μου / με τη ρο­δα­κι­νιά / ή με τη γά­τα που α­γα­πού­σα.»
Οι λέ­ξεις πά­λι ο­δη­γούν σε μια υ­πέρ­βα­ση του λό­γου, με τη σι­ω­πή και την έ­σωτε­ρί­κευ­ση: «Δι­πλώ­νον­ται πά­νω μου / τώ­ρα οιλέ­ξεις / μέ­σα τους μα­θαί­νω τη σι­ω­πή. / Έ­τσι θα ζή­σω το υ­πό­λοι­πο, / η μό­νη δυ­να­τή μου κί­νη­ση / θα '­ναι προς τα μέ­σα.» Στο τέ­λος, το ί­διο το ποί­η­μα παύ­ει κι αυ­τό να εί­ναι αυ­τα­ξί­α. Ό­ταν αν­θο­φο­ρή­σει, ό­ταν δώ­σει την ο­μορ­φιά, το ά­ρωμα, την πεμ­πτου­σί­α της ποί­η­σης, τό­τε δε χρει­ά­ζε­ται πια. Θα κα­ταρ­γη­θεί κι αυ­τό ό­πως ο χρό­νος της φθο­ράς θα γί­νει πά­λι ό,τι ή­ταν αρ­χι­κά. Χρό­νος Δη­μι­ουρ­γί­ας: «Ό­ταν μπο­ρέ­σεις να πε­τά­ξεις το ποί­η­μα / και να κρα­τή­σεις το λου­λού­δι / Θα ξα­να­γί­νει ο χρό­νος Χρό­νος.»
Η έν­νοι­α του χρό­νου («Ο χρό­νος αν μ' έν­τυ­νε / αν­τί να με γδύ­νει»), αυ­τού του χρό­νου της α­πο­γύ­μνω­σης και της φθοράς, εί­ναι στε­νά δε­μέ­νη με το θά­να­το. Γο­η­τευ­τι­κό το εύ­ρη­μα του θα­νά­του χο­ρευ­τή : «Κά­θε μέ­ρα σπρώ­χνω / τον θά­να­το λί­γο πιο πέ­ρα. / Τον σπρώ­χνω ευ­γε­νι­κά με τρό­πο / κι άλ­λο­τε κά­πως / να μοιά­ζει σα χο­ρευ­τι­κή φι­γού­ρα. / Τρυ­φε­ρά αγ­κα­λι­ά­ζον­τας τον παρ­τε­νέρ / ζη­τών­τας χώ­ρο / στο σώ­μα του να υ­πάρ­ξω, / εί­δω­λο σε α­στρα­φτε­ρά πλα­κά­κια. // Κά­θε μέ­ρα, / λί­γο πιο κει, πα­ρα­κα­λώ, / για ν' α­να­σά­νω. / Κι ό­λο στε­νεύ­ει ο χρό­νος .»
Η σκέ­ψη ό­μως του θα­νά­του, ό­πως και η α­νάγ­κη κι η μο­να­ξιά δεν εί­ναι ι­κα­νές νασβή­σουν τις παι­δι­κές μνή­μες ού­τε την α­γά­πη για τη ζω­ή: «Να κύ­λα­γα με την πρω­ι­νή δρο­σιά, / να χόρ­ται­να μπου­κι­ές του ή­λιου, / ...». Ού­τε α­κό­μα την α­να­ζή­τη­ση μιας ο­λο­κλή­ρω­σης: «Α­κό­μη α­να­ζη­τώ το ο­λό­κλη­ρο / ... // Να '­χει έ­να ό­νο­μα η συγ­κα­τά­βα­ση / τό­πο να παί­ζουν τα παι­διά / α­νά­με­σα φτε­ρού και σώ­μα­τος / η γέν­νη­ση.»
Τα ε­ρω­τι­κά ποι­ή­μα­τα του δεύ­τε­ρου μέ­ρους δε μαρ­τυ­ρούν μια τέ­τοι­α ο­λο­κλή­ρω­ση. Το τυ­χαί­ο, η α­πελ­πι­σί­α, η ε­ρή­μω­ση, η α­πό­στα­ση, η α­πώ­λεια του προ­σώ­που, η δι­ά­σπα­ση, το τέ­λος εί­ναι η άλ­λη ό­ψη της μα­γεί­ας που χά­νε­ται και «Α­κα­τοί­κη­το μέ­νει το σπί­τι.» Τα ε­ρω­τι­κά βι­ώ­μα­τα ω­στό­σο με­του­σι­ώ­νον­ται σε ποί­η­ση αυ­θεν­τι­κή, με πρω­το­τυ­πί­α και ει­λι­κρί­νεια, ι­δω­μέ­να μέ­σα α­πό «μά­τια παι­διού που μό­λις ξύ­πνη­σε», και γι' αυ­τό με α­πο­δο­χή του τώ­ρα, πα­ρ' ό­λη την ε­πί­γνω­ση του αύ­ριο: «Ώ­σπου να 'ρ­θει η ε­ρή­μω­ση / ας χορ­τά­σου­με το θαύ­μα.» Και η ελ­πί­δα, βέ­βαι­­α­, δε χά­νε­ται για την ταιρια­χτή συ­νάν­τη­ση, ό­σο κι αν αυ­τή ζω­γρα­φί­ζε­ται α­νέ­φι­κτη: «Πε­ρί­με­νε. // Με­τά τον δυ­τι­κό ά­νε­μο / θα έλ­θει στον ε­πό­με­νο γύ­ρο, / μια μι­κρή σγου­ρή γορ­γό­να / ελ­πί­ζον­τας / πως έ­χεις βράγ­χια κι ε­σύ.»
Στο τρί­το μέ­ρος πα­ρα­κο­λου­θού­με την έμ­φυ­τη ευ­αι­σθη­σί­α της ποι­ή­τριας να με­τα­μορ­φώ­νει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Έ­τσι οι α­κά­λυ­πτοι χώ­ροι των πο­λυ­κα­τοι­κι­ών «μοιά­ζουν σαν αγ­κα­λιά μα­ται­ω­μέ­νη, // Αι­ώ­νια χαι­ρε­τών­τας το ά­πια­στο / τον έ­νοι­κο που δε χώ­ρε­σε / να κα­τοι­κή­σει.» Ο νε­α­ρός νυ­χτό­βιος δι­αρ­ρή­κτης ψά­χνει «για το ου­ρά­νιο τό­ξο / που του τά­ξα­νε.» Ο «λά­θος νε­κρο­θά­λα­μος» ό­που κα­τα­λή­γει ο άν­δρας κρα­τών­τας στα χέ­ρια του «το λε­πτό της σώ­μα» εί­ναι έ­να ε­πί­τευγ­μα λι­τής α­πει­κό­νι­σης και α­πρό­σμε­νης ε­ξέ­λι­ξης, που α­φή­νει στο ποί­η­μα τη δυ­να­τό­τη­τα πολ­λα­πλών προ­ε­κτά­σε­ων. Ας ση­μει­ω­θεί τέ­λος η έ­πι­γραμ­μα­τι­κό­τη­τα τρι­ών στί­χων ό­που μπο­ρεί να συμ­πυ­κνώ­νε­ται έ­να ο­λό­κλη­ρο αν­θρώ­πι­νο δρά­μα: «Πή­ραν τη σι­ω­πή του / για ευ­τυ­χί­α // κι έ­τσι τον ά­φη­σαν α­βο­ή­θη­το.» Ό­σο για το «ε­πι­μύ­θιο», μας λέ­ει η ί­δια, πά­λι ξαφ­νι­ά­ζον­τάς μας: «Α­σ' το. / θα βγει μό­νο του / κα­θώς η ω­ραί­α στιγ­μή / σε λά­θος ώ­ρα.»
Με­τα­φυ­σι­κές α­νη­συ­χί­ες δεν προ­βάλ­λον­ται στα ποι­ή­μα­τα του Α­νέ­μου, μο­λο­νό­τι τις αι­σθά­νε­ται κα­νείς να ε­νυ­πάρ­χουν βα­θιά σ'αυ­τό «το σά­λε­μα, της ρί­ζας / και το όρ­γω­μα / σε πέ­τρας σπλά­χνο.» Με την ε­πί­γνω­ση μιας ι­ε­ρο­τε­λε­στί­ας στο χώ­ρο της ποί­η­σης, που ε­πι­τε­λεί­ται με τα­πει­νο­σύ­νη και σε στε­νό σύν­δε­σμο με μια πα­ρά­δο­ση γε­νι­ών που πέ­ρα­σαν, η ποι­ή­τρια μας λέ­ει: «Μ' έ­να σώ­μα δα­νει­σμέ­νο α­π' τους και­ρούς / Προ­σέρ­χο­μαι."
 
[Καίτη Χιωτέλλη: «Η­ρώς Νι­κο­πού­λου: Ανέμου, εκδ. Πλα­νό­διον, Α­θή­να, 1999. σ. 54.», περ. Σύναξη, τχ. 77, Ιανουάριος-Μάρτιος 2001.]
Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 05/24/2011 - 11:51