Η στιγμή και το στιγμιότυπο. Σκέψεις για την ζωγραφική του χαϊκού, από την παρουσίαση του βιβλίου του Ματσούο Μπασό, σε μετάφραση της Άντας Μαργαρίτη, στο Free Thnking Zone, 12-12-2014.

  

  

Η ανάσα της στιγμής και το στιγμιότυπο
 
Η ιαπωνική ποίηση, είναι γνωστό, για μεγάλες περιόδους υπήρξε δίγλωσση κάτω από την βαριά κυριαρχία τής --κατά πολύ αρχαιότερης –κινεζικής λογοτεχνίας. Πολλές από τις  Ποιητικές Ανθολογίες που συντάχθηκαν τότε και έφτασαν μέσω μεταφράσεων στη Δύση, είναι αποτέλεσμα αυτο­κρατορικών εντολών· το δε πε­ρι­βάλλον μέσα στο οποίο δη­μιουργούσε ο ποιητής πολύ συ­χνά ήταν το γραφειοκρατικό περιβάλλον της αυτοκρατο­ρικής αυ­λής. Επομένως κατανοούμε την επανάληψη μέσα στους αιώνες των στιλιζαρισμένων λυ­ρικών συμβόλων: φε­γγά­ρι, άνθη, σιω­πή του χιονιού, σκιές, βουβή μοναξιά, κ.α. καθώς και την έλ­λει­ψη ανανέωσης ως προς την μορφή. Ωστόσο ακριβώς το στοιχείο του άχρονου που επικρατεί στο χαϊκού και η βαθιά καταβύθιση στο στιγμιαίο, κατορθώνουν να προ­σδώσουν στην ποίηση αυτή μια υπο­βλητική εσωτερικότητα, ανάγοντας τα μικρά καθη­με­ρινά σύμ­βολα σε πύλες φιλο­σο­φικής διάστασης.
Αλλά ας κάνουμε ένα βήμα πίσω για να δούμε πως φτά­σαμε ως τη σημερινή μορφή του χαϊκού:
Αρχικά λοιπόν, υπήρξε το πεντάστιχο τάνκα, ακολούθησε μια μεταβατική περίοδος με αλυσιδωτά δί­στι­­χα και τρίστιχα, που ονομάζονταν ρέγκα και τα συνέθεταν πολ­λοί μαζί μέσα από μια διαδικασία ερωτοαπαντήσεων· μέχρι που φτάνουμε στην αυτονόμηση του δεκαεπτασύλλαβου  χαϊ­κού (ονομασία που καθιερώθηκε μόλις τον 19ο αι.). Στα χαϊκού η μορφή ταυ­τίζεται απολύτως με το περιεχόμενο, η ζυγαριά εί­ναι πολύ αυστηρή, δεν λείπει ούτε περισσεύει τίποτα.
Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε πόσο σημαντική εί­ναι για τους ιάπωνες η σύνδεση ποίησης και ζωγραφικής πρέ­πει εδώ να επισημάνουμε την πολύ σημαντική θέση της "ζω­γραφικής του Ζεν" (Ζένγκα), που αναδείχνεται και κορυ­φώ­νεται ως συνέ­χεια της μεσαιωνικής περιόδου του 12ου και 13ου αι. από μονα­χούς/ζωγράφους, που καλ­λιεργούν την χάιγκα (δηλ. ζω­γρα­φι­κή του χαϊκού), την οποία καλλιέργησε και ο ποιητής και ζω­γράφος Μπουσόν. Στην χάιγκα, το χρώμα και οι επίπεδες δισδιάστατες εικόνες της κλασικής περιόδου Γιαμάτο (του 9ου έως 12ου αι.) παραχωρούν την θέση τους στις τονικές δια­βα­θμίσεις του μαύρου και του γκρίζου. Τα ατμοσφαιρικά τοπία και οι ονειρικές μορφές που κυκλοφορούν μέσα τους, ερμη­νεύονται με την τεχνική της μελάνης. Επίσης η σύνθεση των έργων δεν είναι πλέον οριζόντια, αλλά αναπτύσσεται σε κάθε­τους κυλίνδρους. Η σημαντική ερευνήτρια του Απω­ανα­τολικού πολιτισμού Κλαίρη Παπαπαύλου στο βιβλίο της «Ποίη­ση και ζωγραφική στην Ιαπωνική τέχνη» (Πρόσπερος, 1988), μας δίνει πολ­λά σχετικά στοιχεία, μας πληροφορεί επίσης ότι υπήρχαν πολλές σχολές και ρεύματα της ζωγραφικής της με­λάνης.χχχχ
 
 
 Οι σημαντικότερες ζωγραφικές συνθέσεις της "κλασι­κής" ιαπωνικής ζωγραφικής Γιαμάτο, -γνωστής και ως αυλική τέχνη Χεϊάν, περι­λαμ­βάνουν αφηγηματικές απεικονίσεις από πολύ γνωστά λογοτεχνικά έργα της ίδιας παρά­δοσης. Σ' αυτά τα έργα συγκαταλέγονται, η "Ιστορία του πρί­γκι­πα Γκέντζι" και οι περίφημες, γνωστές και μεταφρασμένες και στα ελληνικά "Ιστορίες του Μαξιλαριού" της Σέι Σοναγκόν, δοκιμιογραφικό κομψοτέχνημα του 10ου αι. Πολύ σημαντική για την ιαπωνική παιδεία είναι και η ιε­ροτελεστία της καλλιγραφίας, με την χρήση των ειδικών μα­κρύ­­τριχων πινέλων, το μελάνι, τη συγκεκριμένη κατακόρυφη θέση του χεριού. Παρόμοια πινέλα χρησιμοποιούν οι ζωγράφοι της χάιγκα. Το χαϊκού στα ιαπω­νικά είναι ήδη εικόνα, λει­τουργεί ως εικόνα.
Αυτό που στην Δυτική κουλτούρα προτάθηκε ως νεω­τε­ρισμός και μοντερνισμός τον 20ο αι. –αναφέρομαι και στην ζω­γραφική ε­πι­φάνεια που εμπλουτίζεται με λόγο, αλλά και στην οπτική ποίηση που χρησιμοποιεί το ίδιο το σώμα του ποιή­ματος δηλ. την ίδια την γραφή ως εικόνα, αυτό ακριβώς κάνει από τον 13ο-14ο  και πιο ολοκληρωμένα τον 16ο και τον 17ο αιώ­να η ια­πω­νική λογοτεχνία σε αγαστή συνεργασία με την ζω­γραφική.
 
Πόσο εφικτό όμως είναι αυτό για τον δυτικό εικαστικό καλ­λιτέχνη; Πώς αποκωδικοποιεί το κρυμμένο ποιητικό σύ­μπαν των υπαινιγμών; Πώς έρχεται να συνομιλήσει με την μορφή, το περιεχόμενο και την μετρική της λογοτεχνίας ενός άλ­λου πολιτισμού; Πόσο πρέπει να αντισταθεί στην Ευκλείδεια προ­σέγγιση, ερμηνεία και αποτύπωση του γνωστού, ορατού κό­σμου, μέσα δη­λαδή από τα αναγνωρίσιμα σχήματα του;   
Κατά τον Σ. Αϊζενστάιν, οι φράσεις ενός χαϊκού: «είναι φρά­σεις μοντάζ. Παρατάξεις πλάνων. ..».
Ο Αντρέι Ταρκόφσκυ, ο ποιητής της κινηματογραφικής εικό­νας, στο βιβλίο του Σμιλεύοντας το Χρόνο, μάς λέει για το χαϊκού: «Σ' αυτήν την ποίηση με γοη­τεύ­ει ιδιαίτερα η άρνηση του καλλιτέχνη να υπαινιχθεί έστω το τε­λικό νόημα της ει­κόνας, που το αφήνει να απο­κρυ­πτο­γρα­φηθεί σταδιακά, σαν συλλαβόγριφος. Το χαϊκού επε­ξερ­γάζεται τις ει­κό­νες του έτσι που να μη σημαίνουν τίποτα πέ­ρα από τις ίδιες, ενώ ταυτό­χρο­να εκφράζουν τόσα πολλά, που είναι αδύ­νατον να συλλάβει κανείς το τελικό τους νόημα. Όσο πιο πιστά αντα­ποκρίνεται μια εικόνα στη λειτουργία της, τόσο πιο δύσκολα πε­ριορίζεται σε μια σαφή εγκεφαλική δια­τύπωση. Ο ανα­γνώ­στης του χαϊκού πρέπει να απορροφηθεί, να βυθιστεί μέσα στο ποίημα όπως μέσα στη φύση, να χαθεί στα βάθη του όπως μέ­σα στο σύμπαν, όπου δεν υπάρχει βυθός ούτε επιφάνεια».
Πιστεύω πως ο Ταρκόφσκυ έχει απόλυτο δίκιο. Η οποι­αδήποτε ε­γκε­φαλική προσέγγιση κάνει το εγχείρημα δυσκο­λότερο. Έπειτα μεσολαβεί και η μετάφραση, που όσο επιτυχής κι αν είναι, πάντα σίγουρα κάποια από τα αρώματα κι από τις με­λωδίες του πρωτότυπου χάνονται, άρα η προσπάθεια που πρέ­πει να καταβληθεί είναι μεγαλύτερη. Μια άλλη δυσκολία αποτελεί η ελάχιστη συμπυ­κνωμένη φόρμα του που απέχει τόσο πολύ από τους δυτικούς ποιητικούς τρόπους της ομοιο­κα­ταληξίας και της μετρικότητας.
Το 1994 (;) βρέθηκα αντιμέτωπη με όλα τα παραπάνω ερω­τήματα όταν προσκλήθηκα από τον Χρήστο Τουμανίδη να συμμετέχω στην εικαστική απόδοση της πρώτης Ανθολογίας Ελληνικού Χαϊκού (που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δελφοί).
Η πρόκληση ήταν μεγάλη. Η Δυτική ζωγραφική που είχα διδαχθεί πρότασσε άλλες αξίες: χώρος, όγκος, χρώμα. Μόνο ο αφηρημένος εμπρεσιονισμός θα μπορούσε κάπως να πλησιάσει την αισθητική της ζωγραφικής χάιγκα των χαϊκού. Ας κλείσουμε τα μάτια και ας σκεφτούμε μια από τις ατμο­σφαι­ρικές θαλασ­σογραφίες του Τέρνερ, πως πάλλεται το φως αλλού πυκνώ­νο­ντας αλλού αραιώνοντας, πως διαλύονται στο φως οι μορφές..., πράγματι μοιάζει να υ­πάρ­­χει κάποια συγγένεια. Μέσα σε πα­ρό­μοιες σκέψεις είχα αφεθεί τότε που προσπαθούσα να συν­τονιστώ με το πνεύμα της ιδιαίτερης αυ­τής ποιητικής μορφής, παραμερίζοντας τα κλειστά σχήματα, τα έντονα χρώματα, την εικονογραφική περιγραφή. Εδώ, θα ήθελα να αναφερθώ σε μια ενδιαφέρουσα σκέψη που διατύ­πω­σε ο Χρόνης Μπότσογλου σχε­τικά με την εικαστική απόδοση των χαϊκού, σ’ έναν τόμο που είχαν φτιάξει το 1994 με τον Μισέλ Φάις: λέει λοιπόν ό,τι έχο­­ντας προη­γου­μένως συγκρίνει τα αρχαιοελληνικά αγγεία και τις γιαπω­νέ­ζικες στά­μπες, που και στα δυο η εικόνα ορ­γανώνεται από την γραμμή: «Ο αρχαιε­λλη­νικός χώρος υπάρχει με την παρουσία του αν­θρώπου, ενώ ο γιαπωνέζικος περιέχει τον άνθρωπο ως στοιχείο του...»
 
Η Άντα Μαργαρίτη μεταφράζοντας τις Εποχές του Μπασό προτίμησε την δίστιχη μορφή και επέλεξε -νομίζω ορθά- να μην συστεγαστούν στον ίδιο τόμο τα ζω­γρα­φικά έργα που βλέπουμε γύρω μας, και εμπνεύστηκαν από τα συγκε­κρι­μέ­να χαϊκού. Στα πε­ρισ­σό­τε­ρα διακρίνουμε μια ατμό­σφαιρα υπαινι­κτική, οι μορ­φές είναι ακαθόριστες, ονει­ρικές, και σε κάποιες οριακές περι­πτώσεις με­τατρέπονται σε σπερ­μα­τικές. Η χρήση των χρω­μά­των είναι φει­δωλή, κυριαρχούν τόνοι του γκρίζου· φευγαλέα πουλιά φτε­ροκοπούν γεννημένα από την απλή περιστροφή του υλικού που τα δημιούργησε. Κηλίδες  και νύξεις ανθρώπινης σκιάς στο έ­δα­φος αντίθετες εντελώς με την Ευ­κλείδεια λογική που διέπει την δυτική αισθητική. Όπου υπάρχει χρώμα είναι κι αυτό χλωμό και θαμπό, μοιάζει να υποτάσσεται να τυλίγεται από την άλω των συλλαβών του ποιήματος. Νομίζω πως σε γενικές γραμμές τα έργα είναι μέσα στο πνεύμα της γιαπωνέζικης ζωγραφικής.
Και για το τέλος κάτι που μου έκανε εντύπωση και με προβλημάτισε, είναι το γε­γο­νός ότι υπήρξαν τρία χαϊκού που ενέπνευσαν περισ­σότερους καλ­­λιτέχνες, ενώ υπάρχουν και κάποια στο βιβλια­ράκι που έμειναν ορφανά και ανερμήνευτα.
 
                                                                             Ηρώ Νικοπούλου
                                                                             Νέα Σμύρνη 4.12.14
Τελευταία Ανανέωση:
Δευ, 12/15/2014 - 09:35