Η Τούλα Ρεπαπή γιά την ποιητική συλλογή "Μη με ψάχνετε εδώ" (ιστόσελίδα Diavasame 01-06-2009)

  

  Μη με ψάχνετε εδώ

 

«Εί­ναι με­γά­λη ευ­κολί­α
ο θά­να­τος κι ο έ­ρω­τας
να έ­χουν τον ί­διο φω­τι­σμό»

Κι­κή Δη­μου­λά

 

            Η ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ χω­ρί­ζει την ποι­η­τική της συλ­λο­γή, με ποι­ή­μα­τα προ­δη­μο­σιευ­μέ­να και μη και τον τί­τλο «Μη με ψάχνε­τε ε­δώ», σε τέσ­σε­ρις ε­νό­τη­τες: «Το πρώ­το γκρί­ζο», «Με κοι­νό φω­τι­σμό», «Είκο­σι τρί­α» και «Ό­στρα­κα». Με­ρι­κά α­πό αυ­τά εί­ναι ε­μπνευ­σμέ­να α­πό γε­γο­νό­τα, αν­θρώ­πους, σκέ­ψεις ή εί­ναι κομ­μά­τια ζω­ής που προ­βάλ­λουν σαν μι­κρές στιγμές α­πό με­γά­λες α­νά­σες. Θέ­μα­τα τα ο­ποί­α προ­βάλ­λει εί­ναι η α­να­ζή­τη­ση της συ­ντρο­φι­κό­τη­τας, η δια­πί­στω­ση του κε­νού της, η α­πώ­λεια α­γα­πη­μέ­νων αν­θρώ­πων και συ­ναι­σθη­μά­των, οι ά­γρυ­πνες νύ­χτες, οι ε­φιάλ­τες της μνή­μης, ό­που στιγμές μου­σκε­μέ­νες α­πό δά­κρυα ως το κό­κα­λο α­ντα­να­κλούν το εί­δω­λό τους στο μυα­λό μας. Η νύ­χτα πό­σα ά­ρα­γε γεν­νά, φέρ­νο­ντας α­δυ­σώ­πη­τα τους ε­φιάλ­τες των ο­νεί­ρων; Ό­νει­ρα, ό­νει­ρα και με α­νοι­χτά τα μά­τια. Α­πό αυ­τά που ό­ταν τα βλέ­πεις πο­νάν πιο πο­λύ. Ταυ­τό­χρο­να στιγ­μές α­πο­χω­ρι­σμού και ε­πι­στρο­φής, παι­δικές μνή­μες, χά­δια βε­λού­δι­να, σπα­ράγ­μα­τα και έ­ρω­τες που έρ­χο­νται και πα­ρέρχο­νται, κά­νουν την εμ­φά­νι­σή τους. Ω­στό­σο τοί­χοι και τα­βά­νια το­πο­θε­τούν τα σύ­νο­ρα, ο­ρί­ζο­ντας το «μέ­χρι ε­δώ», με πόρ­τες που α­νοί­γουν στο τί­πο­τα. Ε­νώ ταυ­τό­χρο­να α­να­λο­γί­ζε­ται τη ζω­ή και τους η­θο­ποιούς της που κι­νού­νται σαν μα­ριο­νέ­τες, της μο­να­ξιάς .Στιγ­μές ζω­ής σαν χα­μέ­νες α­ντι­πα­ρο­χές, λέ­ει η συγγρα­φέ­ας. Ω­στό­σο τα συ­ναι­σθή­μα­τα α­πο­δει­κνύ­ο­νται γό­νι­μα, διό­τι γεν­νούν την ελ­πί­δα για το αύ­ριο, α­κό­μη και μέ­σα α­πό μια άλ­λη ζω­ή ή σ έ­ναν άλ­λο πλα­νήτη.

            Η Η­ρώ Νι­κο­πού­λου στο «Μη με ψά­χνε­τε εδώ», με γρα­φή πο­λυ­το­νι­κή δί­νει μια ε­πι­πλέ­ον α­ξί­α στο κεί­με­νο, ε­νώ λέ­ξεις ανα­τρε­πτι­κά το­πο­θε­τη­μέ­νες κό­βουν την α­να­πνο­ή. Η ποί­η­σή της, πολ­λά­κις χω­ρίς τί­τλους, δί­νει συ­νο­χή σαν ό­λα να εί­ναι έ­να ποί­η­μα με τον τί­τλο Ζω­ή. Πα­ράλ­λη­λα πει­θαρ­χί­α και οι­κο­νο­μί­α λέ­ξε­ων στη γρα­φή, δη­μιουρ­γούν α­φαι­ρε­τι­κό στυλ κα­τα­φέρ­νο­ντας να ε­στιά­ζει το βά­ρος του νο­ή­μα­τος σε μί­α μό­νο λέ­ξη. Ι­διαί­τε­ρα στα ποι­ή­μα­τα, των ο­ποί­ων η δο­μή μοιά­ζει σαν μια πα­ραλ­λα­γή των σαιξ­πη­ρι­κών σο­νέ­των, δη­μιουρ­γεί τη volta για να κά­νει τη με­τά­βα­ση α­πό το πρό­βλη­μα στην πρό­τα­ση /λύ­ση, με αυ­τήν τη μο­να­δι­κή λέ­ξη. Ε­πί­σης στην ποί­η­σή της προ­τιμά την α­που­σί­α της ο­μοιο­κα­τα­λη­ξί­ας για να πε­ρι­γρά­ψει το λα­βύ­ριν­θο των συναι­σθη­μά­των και των α­πο­τυ­πω­μά­των που α­φή­νουν στον αν­θρώ­πι­νο ψυ­χι­σμό. Με λέ­ξεις χα­ράσ­σει ρωγ­μές στο κεί­με­νο, ε­πι­τρέ­πο­ντας στο φως να ει­σβάλ­λει άλ­λο­τε γκρί­ζο άλ­λο­τε αι­μα­το­βαμ­μέ­νο και άλ­λο­τε θα­λασ­σί, βά­φο­ντας τις στρο­φές ε­νί­ο­τε με το αί­μα της α­πώ­λειας. Πα­ράλ­λη­λα αυ­τά τα α­νοίγ­μα­τα στο φως δί­νουν στην ποί­η­σή της την προ­ο­πτι­κή ε­νός πί­να­κα ζω­γρα­φι­κής.

Και ο α­να­γνώ­στης α­να­ρω­τιέ­ται: Ποιας κλί­μα­κας ά­ρα­γε εί­ναι το γκρί­ζο; Της μου­σι­κής; ή της γκά­μας των χρω­μά­των; καί­τοι με­λω­δί­α η­χεί στους στί­χους των λέ­ξε­ων. Γε­γο­νός το ο­ποί­ο προ­σφέ­ρει η συγ­γρα­φέ­ας στον α­να­γνώ­στη με τη δυνα­μι­κή την ο­ποί­α α­σκεί στη χρή­ση ό­χι μό­νο των λέ­ξε­ων αλ­λά και του πλού­του τους, προ­κα­λώ­ντας τον να ε­πα­να­λά­βει την α­νά­γνω­ση για δεύ­τε­ρη και τρί­τη φορά.

Για τη συγ­γρα­φέ­α θα μπο­ρού­σε να πει κα­νείς πως εν αρ­χή ην η ποί­η­ση, η ο­ποί­α εκ­δη­λώ­νε­ται ό­χι μό­νο στον πε­ζό ή έμ­με­τρο λό­γο της αλ­λά και στη ζω­γρα­φι­κή της.

 

 Τούλα Ρεπαπή

Τελευταία Ανανέωση:
Παρ, 05/13/2016 - 11:41