"Η θυσία" (περ. Δέκατα, τχ 40, καλοκαίρι 2012)

  

   

 

 

 

 

 

 

 

                                                                               

     

  

 

                                       Η θυσία
 
Ο Ι­σα­άκ χτύ­πη­σε δυο φο­ρές τα χέ­ρια του, α­να­ση­κώ­νο­ντας ψη­λά τα φαρ­διά μα­νί­κια της κε­λε­μπί­ας του. Ο γέρο-υ­πη­ρέ­της, που μπή­κε στο δω­μά­τιο, τον βρή­κε σκυ­φτό, με ύ­φος συλ­λο­γι­σμέ­νο.  Ο Ι­σα­άκ δεν χρειά­στη­κε να του πει τί­πο­τα, του έ­γνε­ψε μό­νο με τα μά­τια. Εί­χαν με­γα­λώ­σει μα­ζί, ή­ξε­ρε τι σή­μαι­νε αυ­τό το βλέμ­μα.  Ή­ταν μια δύ­σκο­λη μέ­ρα. Κά­θε χρό­νο πά­ντα την ί­δια μέ­ρα, ο Ι­σα­άκ ζη­τού­σε να μέ­νει μό­νος. Μό­νος απ’ όλους. Οι γυ­ναί­κες το ή­ξε­ραν. Οι πα­λιές το έ­λε­γαν στις νε­ό­τε­ρες, σαν πο­λύ­τιμο μυ­στι­κό. Έ­νας τρό­πος μύ­η­σης στην οι­κο­γέ­νεια. Η πλη­γή. Η πα­λιά πλη­γή που κά­θε τέ­τοια μέ­ρα α­νά­βλυ­ζε φρέ­σκο αί­μα. Οι γυ­ναί­κες ή­ξε­ραν, τα παι­διά ό­μως, ιδί­ως τα μι­κρά, α­γνο­ού­σαν τι εί­χε συμ­βεί. Έ­τσι ο γέ­ρο-υ­πη­ρέ­της υ­πα­κού­ο­ντας στο βλέμ­μα του α­φέ­ντη και παι­δι­κού του φί­λου κα­τευ­θύν­θη­κε  προς την α­λάνα, που τα παι­διά χα­λού­σαν τον κό­σμο με τα παι­χνί­δια και τις φω­νές τους.
Ο Ι­σα­άκ έ­γει­ρε απο­κα­μω­μέ­νος στα μα­ξι­λά­ρια. Κό­ντευε με­ση­μέ­ρι κι η ζέ­στη γι­νό­ταν α­νυ­πό­φο­ρη. Το βρά­δυ δεν κα­λο­κοι­μή­θη­κε κι ό­λο το πρω­ί βη­μά­τι­ζε πά­νω κά­τω στο δω­μά­τιο, προ­σπα­θώ­ντας να κα­τα­λα­γιά­σει τα ξε­ση­κω­μέ­να του συ­ναι­σθή­μα­τα, που σφύ­ριζαν σαν φί­δια στην καρ­διά και στο μυα­λό του. Κά­θε χρό­νο υ­πο­σχό­ταν στον ε­αυτό του πως δεν θα α­σχο­λη­θεί ξα­νά με το θέ­μα, και κά­θε χρό­νο πα­ρα­βί­α­ζε την υπό­σχε­ση, ε­γκλω­βι­σμέ­νος σ’ έ­να πό­νο βα­θύ, που δεν μπο­ρού­σε να υ­περ­νι­κή­σει.
Ω­στό­σο η ζω­ή συ­νε­χι­ζό­ταν, τα χρό­νια περ­νού­σαν, έ­βλε­πε τις γυ­ναί­κες να γεννούν και τη γη να βλα­σταί­νει. Α­ντί­κρι­ζε τα μά­τια των παι­διών του κι α­να­ρωτιό­ταν. Τα ‘βλε­πε να με­γα­λώ­νουν, την πρώ­τη έκ­πλη­ξη δια­δε­χό­ταν η συ­μπά­θεια, στο τέ­λος έ­φτα­νε να τ’ α­γα­πά.  Γα­λή­νη ό­μως δεν έ­βρι­σκε, ού­τε α­πα­ντή­σεις σ’ ό­σα τον βα­σά­νι­ζαν. Τον πρώ­το και­ρό έ­κλαι­γε μό­νος και φο­βι­σμέ­νος ώ­ρες α­τέ­λειω­τες. Δεν χω­ρού­σε στο μυα­λό του ού­τε το γε­γο­νός, ού­τε η α­νά­μνη­σή του. Με­τά α­πό κά­ποια χρό­νια, α­φού πέ­ρα­σε –αν περ­νά­ει πο­τέ-  το πρώ­το σοκ, προ­σπά­θη­σε να το πά­ρει α­πό­φα­ση, ό­τι έ­γι­νε έ­γι­νε, έ­λε­γε μέ­σα του, τε­λεί­ω­σε. Δο­κίμα­σε να το ξε­χά­σει, ό­μως στά­θη­κε α­δύ­να­τον. Χι­μού­σαν φρι­χτές ει­κό­νες στο μυα­λό του κι αυ­τός τις έ­διω­χνε με ό­λη του τη δύ­να­μη, τις έ­στελ­νε πί­σω. Πού πίσω; Πά­λευε μέ­σα του η αμ­φι­βο­λί­α α­στα­μά­τη­τα, α­πελ­πι­σμέ­να. Κι ό­σο κα­μω­νό­ταν ότι κα­τά­φερ­νε να την τι­θα­σεύ­σει, τό­σο η τρο­με­ρή α­νά­μνη­ση ρί­ζω­νε στο νου του, βλά­σται­νε πί­κρα κι ε­ρω­τή­μα­τα και τον κα­τέ­τρω­γε. Χρειά­στη­καν πολ­λά χρόνια για να συμ­φι­λιω­θεί κά­πως, να την συ­νη­θί­σει. Αλ­λά και πά­λι η πλη­γή υ­πήρ­χε και αι­μορ­ρα­γού­σε. Ι­δί­ως κά­θε τέ­τοια μέ­ρα. Μια παι­δι­κή καρ­διά στο στή­θος του σπά­ρα­ζε κι ας μην εί­χε άλ­λα δά­κρυα να χύ­σει. Ο θρή­νος του ή­ταν βου­βός, βα­θύς και α­δι­καί­ω­τος.
 
Κοι­τού­σε α­πό ώ­ρα ε­πί­μο­να το πα­τη­μέ­νο χώ­μα του δα­πέ­δου. Γυά­λι­ζε α­πό την  υγρα­σί­α του α­πο­γεύ­μα­τος που εί­χε κα­θί­σει μα­λα­κά κι α­θό­ρυ­βα στο δω­μά­τιο. Ένιω­σε πά­νω του τα ρού­χα να βα­ραί­νουν, να κολ­λά­νε, να τον τρα­βούν προς τα κάτω, στη γη, και κά­τω απ’ αυ­τή, μια μα­λα­κιά υ­γρή α­γκά­λη. Τον σφίγ­γει. Μι­κραίνει. Τον σφίγ­γει ε­πα­να­λη­πτι­κά.
 
Α­πό μα­κριά α­κού­γο­νται οι φω­νές των παι­διών. Θέ­λει να τρέ­ξει κο­ντά τους, όμως κά­τι τον βα­σα­νί­ζει και τον κρα­τά μέ­σα στο σπί­τι  πε­ρισ­σό­τε­ρο απ’ ό­σο θα ‘θε­λε. Κά­τι συμ­βαί­νει. Η μά­να ό­λο κλαί­ει, κι εί­ναι μα­ζί του ι­διαί­τε­ρα τρυ­φε­ρή. Τις τε­λευ­ταί­ες μέ­ρες ο πα­τέ­ρας εί­ναι α­να­στα­τω­μέ­νος. Μέ­νει πολ­λές ώ­ρες μό­νος, φεύ­γει πέ­ρα στα χω­ρά­φια, χά­νε­ται. Δεν μι­λά­ει σε κα­νέ­να. Τον νιώθει να σκο­τει­νιά­ζει, α­φου­γκρά­ζε­ται την α­νά­σα του τα βρά­δια, δεν κοι­μά­ται πια σχε­δόν κα­θό­λου. Το μι­κρό α­γό­ρι πα­ρα­κο­λου­θεί σιω­πη­λό τις ε­τοι­μα­σί­ες. Νιώ­θει το στο­μά­χι του ά­δειο, έ­να α­πέ­ρα­ντο κε­νό, δεν κα­τα­λα­βαί­νει. Τι συμ­βαί­νει; Μέ­σα του φου­ντώ­νει φό­βος α­νε­ξή­γη­τος. Τις νύ­χτες βλέ­πει δύ­σκο­λα ό­νει­ρα, ό­μως το πρω­ί δεν θυ­μά­ται τί­πο­τα. Ό­λο και πιο συ­χνά κλαί­ει χω­ρίς φα­νε­ρή αι­τί­α. Έ­να βρά­δυ, ύ­στε­ρα α­πό έ­να τέ­τοιο κλά­μα ήρ­θε τε­λικά λυ­τρω­τι­κός ο ύ­πνος, βα­ρύς, πα­ρά­ξε­νος. Άρ­χι­σε να γλι­στρά βα­θιά μέ­σα στη νύχτα α­νά­με­σα σε σκιές και μουρ­μου­ρη­τά, κυ­λού­σε χω­ρίς βή­μα­τα, προ­σπερ­νού­σε, έ­ψα­χνε, ώ­σπου α­πό το βά­θος του σπι­τιού ά­κου­σε άλλο σι­γα­νό κλά­μα. Ή­ταν συρ­τό κι ε­πί­μο­νο, φο­βή­θη­κε, προ­σπά­θη­σε να το α­γνο­ή­σει, ό­μως αυ­τό ε­πέ­με­νε. Τυ­λί­χτηκε η ψυ­χή του το μί­το του λυγ­μού κι έ­φτα­σε στα πί­σω δώ­μα­τα. Ε­κεί βρή­κε σκυμ­μέ­νο τον πα­τέ­ρα με το κε­φά­λι χω­μέ­νο στις πα­λά­μες. Τον κοί­τα­ξε σα­στι­σμέ­νος, πρώ­τη φο­ρά έ­βλε­πε το πε­ρή­φα­νο γέ­ρο του πα­τέ­ρα έ­τσι. Κου­λου­ρια­σμέ­νος σχεδόν κα­θώς ή­ταν, διέ­φε­ρε πο­λύ α­πό την ε­πι­βλη­τι­κή ει­κό­να που ή­ξε­ρε. Ε­κεί­νος δεν α­ντι­λή­φθη­κε την πα­ρου­σί­α του παι­διού, συ­νέ­χι­σε ψι­θυ­ρι­στά το θρή­νο. Κι ό­σο έ­κλαι­γε, η φι­γού­ρα του συρ­ρι­κνω­νό­ταν μέ­σα στο χώ­ρο, μί­κραι­νε και μί­κραι­νε μπρος στα έκ­πλη­κτα μά­τια του Ι­σα­άκ, ώ­σπου στο τέ­λος το σώ­μα του έ­πλε­ε μέ­σα τις γα­λά­ζιες πτυ­χές της τε­ρά­στιας κε­λε­μπί­ας του, ναυα­γός μέ­σα στα ίδια του τα δά­κρυα.
Τώ­ρα ή­ταν συ­νο­μή­λι­κοι. Ο Ι­σα­άκ έ­με­νε α­σά­λευ­τος, κε­ραυ­νο­βο­λη­μέ­νος  να τον κοι­τά. Τέ­λος, μην ξέ­ρο­ντας τι άλ­λο να κά­νει, τον α­κού­μπη­σε φο­βι­σμέ­νος στον ώ­μο, «Για­τί κλαις;».
Το παι­δί α­πέ­να­ντί του χω­ρίς να γυ­ρί­σει να τον κοι­τά­ξει «Δε θέ­λω, δε θέ­λω να το κά­νω… δεν φταί­ω, με πιέ­ζει» α­πά­ντη­σε με πνιγ­μέ­νη φω­νή, «Ποιος;… τι να κάνεις;» ρώτησε ο Ισαάκ.
ο Α­βρα­άμ εί­χε βλέμ­μα θο­λό, α­πλα­νές, α­γνό­η­σε την ε­ρώ­τη­ση.
«Για­τί σε πιέ­ζει…ποιος;», τραύ­λι­σε με α­βέ­βαιο τό­νο ο Ι­σα­άκ, «τι συμβαί­νει;» κι έ­κα­νε πά­λι να τον αγ­γί­ξει, «Μα ε­σύ τρέ­μεις…φο­βά­σαι; τι φο­βά­σαι;» πη­χτός α­έ­ρας βά­ρυ­νε τα χέ­ρια του που ά­φη­σαν μι­σή την κί­νη­ση κι έ­πε­σαν ξερά.
«Αν έ­τσι πρέ­πει ό­μως;…αν αυ­τό εί­ναι το σω­στό;…πιο να ‘ναι ά­ρα­γε το σω­στό;» ψέλ­λι­σε ο μι­κρός Α­βρα­άμ. Ύ­στε­ρα πε­τά­χτη­κε α­πό­το­μα όρ­θιος τσα­λα­πα­τώ­ντας το γα­λά­ζιο ρού­χο που μπερ­δευό­ταν στα πό­δια του και με μά­τια ό­λο έ­ξα­ψη άρ­χι­σε να φω­νά­ζει, «ποιος θα μου πει ποιο εί­ναι το σω­στό, κά­ποιος να μου δεί­ξει πιο εί­ναι το σω­στό…», συ­νέ­χι­σε για ώ­ρα τον α­πελ­πι­σμέ­νο του μο­νό­λο­γο. Το μι­κρό του σώ­μα τρα­ντα­ζό­ταν, τα χέ­ρια του α­νέ­μι­ζαν πα­ρά­ξε­να σή­μα­τα. Ο Ι­σα­άκ τρα­βή­χτη­κε α­πό κο­ντά του, έ­μει­νε με­τέ­ω­ρος, χω­ρίς γη κά­τω απ’ τα πό­δια του. Αυ­τό λοι­πόν ή­ταν το πιο ση­μα­ντι­κό; Το σω­στό; Τον συ­νε­πή­ρε το ρί­γος μιας ταλά­ντω­σης γεν­νη­μέ­νης στη μέ­σα ρί­ζα του κορ­μιού, ύ­στε­ρα α­κού­μπη­σε στον τοίχο κι ά­φη­σε το σώ­μα του να γλι­στρή­σει μα­λα­κά ως κά­τω, κά­θι­σε α­να­κούρ­κου­δα, τύ­λι­ξε με τα χέ­ρια του τα γό­να­τα και κοί­τα­ξε κα­τά­μα­τα τον πα­τέ­ρα. «Μ’ α­γαπάς;» τον ρώ­τη­σε με στό­μα στε­γνω­μέ­νο. Δεν πή­ρε α­πά­ντη­σε. Κυ­λού­σε ο χρό­νος μέ­σα σε μια σα­ρω­τι­κή σιω­πή. Το παι­δί ξα­να­ρώ­τη­σε με φω­νή κού­φια α­πό συρ­ρι­κνω­μέ­να φω­νή­ε­ντα «Μ’ α­γα­πάς;». Αυ­τή τη φο­ρά δεν τόλ­μη­σε να τον κοι­τά­ξει, τα μά­τια του έ­σκα­βαν λα­γού­μι βα­θύ κα­θώς πε­ρί­με­νε τρέ­μο­ντας την α­πά­ντη­ση. Στο δω­μά­τιο ε­πι­κρα­τού­σε α­πό­λυ­τη α­κι­νη­σί­α, ού­τε κλά­μα πια, ού­τε λυγ­μός. Οι στιγ­μές, οι ώ­ρες, οι αιώ­νες κυ­λού­σαν α­φή­νο­ντας πί­σω τους μα­βιές γραμ­μές που χά­ρα­ζαν τα τα­βά­νια, έ­πλε­καν δί­χτυα σύν­νε­φα βα­ριά έ­τοι­μα να τους πλα­κώ­σουν, κα­πνοί πα­ντού. Ο Ι­σα­άκ έ­γδερ­νε τη μα­τιά του στον α­πέ­να­ντι τοί­χο. Έ­ψα­χνε τον ί­σκιο του πα­τέ­ρα. Πε­ρί­με­νε να δει τη βα­ριά κορ­μο­στα­σιά να ση­κώ­νε­ται, να ξε­δι­πλώ­νε­ται αρ­γά, να με­γα­λώ­νει πά­λι, να γε­μί­ζει το γα­λά­ζιο ρού­χο, να υ­ψώνε­ται πά­νω απ’ τις ώ­ρες, πέ­ρα απ’ το χρό­νο, πιο ψη­λή  α­πό πο­τέ, ν’ α­πλώ­νει πλα­τειά τρο­μα­χτι­κή και κα­θη­συ­χα­στι­κή συ­νά­μα τη σκιά της, ν’ α­νοί­γει διάπλα­τη α­γκα­λιά. Ό­μως αυ­τό αρ­γού­σε.
Άρ­χι­σε να ξη­με­ρώ­νει, οι φυλ­λω­σιές των δέ­ντρων έ­ρι­χναν προ­ει­δο­ποι­η­τι­κές σκιές πά­νω στους τοί­χους. Με­τρού­σε τα βή­μα­τα των ω­ρών α­πό κλα­δί σε κλα­δί. Ο Α­βρα­άμ κοι­μό­ταν κου­λου­ρια­σμέ­νος, κα­τά­κο­πος α­πό το κλά­μα και την πά­λη.
Ο Ι­σα­άκ δεν γύ­ρι­σε να κοι­τά­ξει, τρά­βη­ξε τα χέ­ρια α­πό τα γό­να­τα. Το μου­δια­σμέ­νο του κορ­μί έ­τρι­ξε σι­γα­νά, μια πρω­ι­νή α­χτί­να τρύ­πω­σε στο δω­μά­τιο, α­πα­λή στην αρ­χή, τρυ­φε­ρή με τους πα­γω­μέ­νους σο­βά­δες και τα λι­γο­στά έ­πι­πλα. Έ­πειτα έ­σκι­σε, α­πρό­σμε­να, το δω­μά­τιο στα δυο, σα χαρ­τί. Ο Ι­σα­άκ τέ­ντω­σε το μι­κρό κορ­μί του, χα­λά­ρω­σε τους καρ­πούς, τί­να­ξε με δύ­να­μη τα χέ­ρια να φύ­γει ο πό­νος της α­να­πά­ντη­της ε­ρώ­τη­σης, που λε­πί­δα φω­τός ή­ταν τώ­ρα ε­κεί μπρο­στά του έτοι­μη να κό­ψει. Ση­κώ­θη­κε. Και κα­θώς ό­λο το βρά­δυ κοι­τού­σε ε­πί­μο­να τον τοίχο α­πέ­να­ντι, τα μά­τια του έ­μα­θαν, δεν έ­ψα­ξαν αλ­λού, πα­ρά ε­κεί μπρο­στά του βρή­κα­νε τη λύ­ση. Εί­δε τον ί­σκιο του να σα­λεύ­ει, το δι­κό του ί­σκιο γι­γά­ντιο, να τε­ντώ­νε­ται και να ψη­λώ­νει τε­λι­κά μέ­σα στο σπί­τι. Τον εί­δε τρέ­μο­ντας να μπλέ­κε­ται με τις σκιές των δέ­ντρων, με τις φυλ­λω­σιές, πιο τρο­μα­κτι­κός, πιο μεγά­λος α­πό πο­τέ, τε­ρά­στιος. Η σκιά του Ι­σα­άκ κα­τέ­λα­βε το χώ­ρο, σά­λε­ψε με­τά από αιώ­νες.
«Έ­πρε­πε» α­κού­στη­κε μό­νο ρι­πή α­νέ­μου η φω­νή Του. 
Ύ­στε­ρα σιω­πή.
«Ό­λα έ­γι­ναν. Τί­πο­τα δεν πρέ­πει πια. Τί­πο­τα άλ­λο», εί­πε ο Ι­σα­άκ. Έ­σκυ­ψε και χά­ι­δε­ψε το μι­κρό κοι­μι­σμέ­νο, του έ­στρω­σε τα σγου­ρά μαλ­λιά. Κι ύ­στε­ρα βγή­κε απ’ το δω­μά­τιο. Βγή­κε στο φως να χα­ρεί τη μέ­ρα.
Ο Α­βρα­άμ έ­τρι­ψε τα πρη­σμέ­να α­πό το κλά­μα μά­τια του, κοί­τα­ξε τα σχή­μα­τα στους φρε­σκο­α­σβε­στο­μέ­νους τοί­χους, που φά­ντα­ζαν α­κό­μα με­γα­λύ­τε­ρα μπρος στο παι­δι­κό του σώ­μα, που τουρ­τού­ρι­ζε κου­λου­ρια­σμέ­νο α­κό­μα στο πά­τω­μα. Και ξαφ­νι­κά τα κα­τά­λα­βε ό­λα, κι έ­μοια­ζαν σαν να ή­ταν  έ­τσι σχε­δια­σμέ­να α­πό πάντα. Δεν έ­κλαι­γε πια, δεν έ­τρε­ξε να φύ­γει, δεν σκέ­φτη­κε πως θα ’ταν αν άλ­λαζαν ό­λα πά­λι με μιας και γυρ­νού­σαν στην αρ­χή. Α­να­στέ­να­ξε μό­νο ε­λα­φριά και σκε­πά­στη­κε ό­σο μπο­ρού­σε κα­λύ­τε­ρα με τη φαρ­διά γα­λά­ζια κε­λε­μπί­α του. Εί­χε πολ­λή υ­γρα­σί­α α­κό­μα στο δω­μά­τιο.
 
 
 
 
 
 
 
 

 

Τελευταία Ανανέωση:
Παρ, 01/11/2013 - 12:31