Αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη, "Ο Οδυσσέας Ελύτης και οι νεότεροι Έλληνες ποιητές", συμμετοχή με άρθρο της Ηρώς Νικοπούλου (Χριστούγενα του 2011, Εφ. Ελευθεροτυπία, περ. Βιβλιοθήκη)

  

Ο Οδυσσέας Ελύτης και οι νεότεροι Έλληνες ποιητές

 
Η πρώτη μου επαφή με το έργο του Οδυσσέα Ελύτη έγινε όταν ήμουν εννιά χρονών περίπου. Είχε φέρει ο πατέρας μου στο σπίτι το μελο­ποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη Άξιον εστί. Η πρώτη ακρόαση του έργου με μάγεψε σχεδόν παραλυτικά, ήμουν δε απολύτως βέβαιη πως η μουσική έντυνε μια ξένη γλώσσα. Θυμάμαι πόση έκπληξη ένιωσα όταν οι γονείς μου με διαβεβαίωσαν πως τα τραγούδια που ακούγαμε ήταν ελλη­νικά· είχα κολλήσει δίπλα στο πικάπ και προσπαθούσα εναγωνίως να ξεχωρίσω τα λόγια. Αρκετά σύντομα —κατόπιν παρότρυνσης— έπιασα το συνοδευτικό υλικό και άρχισα να διαβάζω τα ποιήματα. Ρουφούσα τις άγνωστες λέξεις, βυθιζόμουν στον μαγικό κόσμο του ποιητή κι ευχόμουν σιωπηλά να αξιωθώ κι εγώ κάποτε να εκφράσω το ανείπωτο. Η μελέτη αυτή διήρκησε χρόνια, έτσι πέρασε η σκοτεινιά της χούντας με την μεγάλη συναισθηματική φόρτιση κι ήρθε η έκρηξη της Μεταπολίτευσης. Το μέγα ζητούμενο του ποιητή φάνηκε τότε ως ηλιό­λουστο παρόν. Ναι, ο Νοητός Ήλιος της Δικαιοσύνης έμοιαζε να έχει ανατείλει! Ο λυρισμός του Ελύτη ανάσαινε στον ρυθμό μιας Ελλάδας που αναψοκοκκινισμένη έβρι­σκε πάλι τον εαυτό της με σφρίγος νεανικό.  
            Η ελληνικότητα που αναδύεται μέσα από την ποίηση του έχει έντο­νο βιωματικό χαρακτήρα, καθώς είναι πλημ­μυ­ρι­σμέ­νη με αιγαιο­πελα­γίτικο χρώμα, μυρω­μένους ανέμους, φύση ερω­τι­κή· και εί­­ναι θαυ­μα­στό πως ενώ σχε­τίζεται με την υ­λι­­κότητα παραμένει ταυ­το­χρό­νως άυλη και υψηλή.
            Εκείνα τα πρώτα χρόνια αρκετοί νέοι ποιητές παρασυρμένοι από την ξαφνική φωταψία της ποίησής του κατέφυγαν στον λυρισμό. Δύσκο­λα όμως έβρισκαν χώρο και τρόπο για να αναπτύξουν προσωπική φωνή. Η χειρα­φέτηση από τον λόγο του Ελύτη απαιτεί ποιητική συγκρό­τηση υψηλών προ­διαγραφών. Όσοι αφέθηκαν στη γοητεία του ήταν και οι πιο αδύναμοι να αφο­μοιώσουν την ποίησή του δημιουργικά. Φαινόμενο παρα­λυτικής γοη­τείας που συνέβη επανειλημμένως στο παρελθόν από περι­πτώσεις ποιητών που πέρασαν στον κανόνα ανοί­γο­ντας πίσω τους χώρο σ’ έναν «ισμό» (παλαμισμό, καβαφισμό, σεφερι­σμό), την στιγμή που οι περισσότερο ταλαντούχοι αναζητούσαν πιο προ­σω­πικούς δρόμους έκφρα­σης
            Μετά την δεκαετία του ογδόντα όμως και τη γενιά του Ιδιωτικού οράματος αμβλύ­νονται συνεχώς τα αισθητικά ερεθίσματα αλλά και οι λόγοι που οδήγησαν τον ποιητικό λόγο σε τέτοιους προσανα­το­λισμούς. Η επικράτηση της ιδιωτικότητας, οι προ­σω­πικοί παράδεισοι και η έλλειψη αισθήματος κοινότητας με τους άλλους, έστρεψε πολλούς νεό­τερους ποιητές σε ομφα­λοσκοπικές ανα­ζη­τήσεις και κρυπτι­κό­τητα γραφής. Επί πλέον η σχεδόν ολοκλη­ρωτική στροφή της Ελλάδας προς τη Δύση —μετά την πλήρη ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ευρώ— συντέλεσε στην περαιτέρω απο­μάκρυνση από το ήδη μακρινό όραμα-ζητούμενο-ιδανικό της ελλη­νικότητας· που θεωρείται πλέ­ον ξε­πε­ρασμένη. Όσοι μένουν προ­σκολλημένοι σε τέτοιου είδους γλωσσικές- αισθητικές-εν­νοι­ο­λογικές επιλογές, μοι­άζουν κα­ταδικασμένοι να μένει ο λόγος τους στο κενό λόγω αντι­κει­μενικής απουσίας πεδίου αναφο­ράς. Τις περισσότερες δε φορές αυτές οι από­πειρες είναι άτεχνες και απο­τυ­­χη­μένες...
            Ούτως ή άλλως, οι νεότεροι ποιητές πατούν αλλού. Η υλικό­τητα του κόσμου που μας περιβάλλει είναι δυναστική, η επιβολή της εικόνας παντοδύναμη, οι ρυθμοί ισοπεδωτικοί. Το αστικό τοπίο τόσο αλ­λοιωμένο και άσχημο που δεν αφήνει περι­θώρια σε καμιά ωραιολογία, αντιθέτως ζητά-γεννά επιτακτικά την δική του σκληρή διατύπωση. Και μπορεί να υπάρχει ακόμη η ύπαιθρος με τις ομορφιές της, όμως ο τρόπος προσέγ­γισής της είναι συχνά αποστασιοποιημένος ή ακόμα και εργα­λειακός... Τα επείγοντα ερωτήματα του καιρού μας οδη­γούν αλλού.
            Πέρα όμως από την απομόνωση των νεότερων ποιητών από το κοι­νωνικό γίγνεσθαι, ακόμα κι αυτή η πιο βαθειά ριζωμένη πατρίδα μας, η γλώσσα, που στέρεη μας συνέχει ως σύνολο αιώνες τώρα, πλημ­μυρίζει τις τελευταίες τρεις δεκαετίες από ξένες λέξεις που αφήνονται να επιπο­λά­ζουν αναφομοίωτες. Το μπό­λιασμα της γλώσσας με αλλότρια στοιχεία δεν είναι πρωτόγνωρο ούτε κατ΄ ανάγκην κακό, δεν την απειλεί αντι­θέτως την εμπλουτίζει· όταν όμως η γλωσσική χρήση αδυνατεί ή —ακόμη χειρότερα— από έλλειψη καλλιέργειας αδιαφορεί και δεν προχωράει στην ευεργετική αφομοίωση-συγχώνευση, τότε η ελληνική αφήνεται από­τιστη να μα­ρα­ζώνει μέσα στο όλο και συρρικνούμενο λεξιλόγιο των νεότερων. Όταν μάλιστα η ίδια η εκπαίδευση την αφήνει εκτε­θειμένη και ανοχύ­ρω­τη απέ­ναντι σε τέτοιου είδους φαινόμενα, τότε η αξία της απο­μειώ­νεται διαρκώς λόγω της καθημερινής αναι­σθητικής της προσέγγισης. Η κα­θη­με­ρινότητά μας κατα­κλύ­ζεται από τα διάφορα ντιζάιν και στάιλ λάιφ, ελάχιστη όμως σημασία δίνεται στην αισθητική της γλώσσας. Αυτό θα το δού­με στην μεγάλη ευκολία με την οποία τόσοι συμπολίτες μας υιοθετούν τα γρίκλις. Πόσο συνειδητοί είναι οι νεότεροι ποιητές απέναντι σ’ αυτές τις εξελίξεις; Θα ήταν κρίμα αν λόγω όλων αυτών αφήναμε αναξιοποίητη την παρα­καταθήκη του ποιητή. Ο Ελύτης είναι από μό­νος του ένα ολό­κλη­ρο γλωσσικό σύμπαν, μια ολόκληρη ποιητική σχολή. Η μορφή, ο ρυθ­μός, η εσωτερική οργά­νωση, η τελική σύνθεση που χαρακτηρίζουν την ποί­η­σή του, θα πρέπει να αποτελούν πάντα ζηλευτό παράδειγμα για κά­θε νέο ποιητή στον δρόμο για την αναζήτηση της δικής του ταυτότητας.
            Ενδεχομένως η μεγάλη κρίση που περνάει η χώρα να ενεργο­ποιή­σει ξανά την ανάγκη για απαντήσεις από τις πηγές. Ίσως μέσα από τα σκλη­ρά κάτοπτρα της Δύσης να δούμε πόσο απέχει η πραγματική εικόνα μας απ΄ αυτό που νομίζαμε πως είμαστε, και πιθανόν τότε ανάμεσα στα υλικά που θα αναζητήσουμε για την ανασυγκρότηση της ταυτότητάς μας να προκύψουν τα στοιχεία μιας διαφορετικά διατυπωμένης και σύγχρο­νης ελληνι­κό­τητας.
 
                                                       Ηρώ Νικοπούλου                    
Τελευταία Ανανέωση:
Πέμ, 06/12/2014 - 11:00