Παρουσίαση του μυθιστορήματος της Μαρώς Τριανταφύλλου "Το σπίτι της Οδού Πατησίων" (Αγορά Κυψέλης, 02-11-2008)

  

Πα­ρου­σί­α­ση του βι­βλί­ου της Μα­ρώς Τρια­ντα­φύλ­λου Το σπί­τι της ο­δού Πα­τη­σί­ων (Αγορά Κυψέλης, 02-11-2008).

 
Το σπίτι της οδού Πατησίων 
 
Να ’μα­στε λοι­πόν πά­λι στην πα­λιά μας γει­το­νιά. Κυ­ριο­λε­κτι­κά και με­τα­φορι­κά. Έ­ζη­σα για μια δε­κα­ε­τί­α σε μια πά­ρο­δο της Α­γί­ου Με­λε­τί­ου, α­νά­σα­να ό­λη την δύ­σκο­λη γο­η­τεί­α του κέ­ντρου της πό­λης μας. Στο βι­βλί­ο της Μα­ρώς Τρια­ντα­φύλ­λου, η Πα­τη­σί­ων που πε­ρι­γρά­φε­ται εί­ναι και η δι­κή μου Πα­τη­σί­ων, ό­πως την έ­ζη­σα και την α­γά­πη­σα, μέ­σα στο ζό­φο των με­γά­λων αμ­φι­σβη­τή­σε­ων της ε­φηβεί­ας, των ε­ρω­τη­μά­των, των αρ­νή­σε­ων, των δο­κι­μών.
Και τώ­ρα αρ­κε­τά χρό­νια με­τά, κά­πως ω­ρι­μό­τε­ροι - ί­σως, ά­ρα­γε;- με τα ί­δια ε­ρωτή­μα­τα, με την πά­λη α­νά­με­σα στην θέ­λη­ση για πί­στη και στην αμ­φι­σβή­τη­ση (έ­στω και για ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα, μη α­ντέ­χο­ντας πι­θα­νόν το υ­παρ­ξιακό βά­ρος). Η γέν­νη­ση, ο θά­να­τος και το α­νά­με­σά τους. Και τι συμ­βαί­νει, υ­πάρ­χει συ­νέ­χεια, υ­πάρ­χει το πε­ρί­φη­μο Με­τά; Τι εί­ναι ε­ντέ­λει ο Θά­να­τος;
Η συγ­γρα­φέ­ας μας μι­λά­ει για ό­λα αυ­τά μέ­σα α­πό την ι­στο­ρί­α της και τους ή­ρωές της, άλ­λο­τε συ­μπά­σχο­ντας μα­ζί τους κι άλ­λο­τε –κυ­ρί­ως προς το τέ­λος- ψύχραι­μα και α­πο­στα­σιο­ποι­η­μέ­να. Κά­τι που μου έ­κα­νε ε­ντύ­πω­ση και θέ­λω να το το­νί­σω, εί­ναι ο τρό­πος που τους προ­σεγ­γί­ζει. Παρ’ ό­λη τη φόρ­τι­ση των πε­ριγρα­φο­μέ­νων κα­τα­στά­σε­ων, ε­ντέ­λει μοιά­ζει να τους συγ­χω­ρεί, και υ­περ­βαί­νοντας την α­πλή αι­τιο­λό­γη­ση των πρά­ξε­ών τους φτά­νει έ­ως την α­πο­δο­χή, α­κό­μη και για τον ει­δε­χθέ­στε­ρο χα­ρα­κτή­ρα της ι­στο­ρί­ας την φο­βε­ρή Γιού­λα βρί­σκει κά­τι -πε­ρί­που- κα­λό να πει α­φού πολ­λά χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, και με­τά α­πό ό­λη την κα­τα­στρο­φή που προ­κά­λε­σε, την έ­χει να εί­ναι ε­ξυ­πη­ρε­τι­κή και ά­γρυ­πνη στο πλευ­ρό του ά­ντρα της και α­δελ­φού του Φι­λίπ­που.
Η Μ. Τ. χρη­σι­μο­ποιεί πρω­το­πρό­σω­πη α­φή­γη­ση, σε γλώσ­σα στρω­τή, κα­τα­κτη­μέ­νη, που στο ξε­δί­πλω­μά της βα­θαί­νει και φτά­νει στον πυ­ρή­να των πραγ­μά­των, συ­ναι­σθη­μά­των και κα­τα­στά­σε­ων, μορ­φο­ποιώ­ντας συ­χνά α­δια­τύ­πω­τες, α­δια­μόρ­φωτες σκέ­ψεις μας κι ε­κεί α­κρι­βώς μας κα­τα­κτά και μας συ­νε­παίρ­νει. Κι αν σπάνια μοιά­ζει ό­τι ο­λι­σθαί­νει σε κά­ποια γλωσ­σι­κή κοι­νο­το­πί­α, την α­πε­νερ­γοποιεί αυ­το­μά­τως μό­νη της τρα­βώ­ντας το χα­λί κά­τω α­πό τα πό­δια της συ­γκε­κριμέ­νης έκ­φρα­σης, κλεί­νο­ντας το μά­τι στον α­να­γνώ­στη και ε­μπλέ­κο­ντάς τον σ’ έ­να εί­δος συ­νε­νο­χής, ε­ξοι­κειώ­νο­ντας τον με αυ­τό τον τρό­πο, στα συ­χνά ανοί­κεια που τον τα­ξι­δεύ­ει.
Οι χα­ρα­κτή­ρες του βι­βλί­ου εί­ναι κα­λο­σχε­δια­σμέ­νοι και πει­στι­κοί. Υ­πάρ­χουν στιγ­μιό­τυ­πα και διά­λο­γοι ό­που τα πρό­σω­πα πε­ρι­γρά­φο­νται με λε­πτο­μέ­ρειες, άλ­λο­τε πά­λι η πε­ρι­γρα­φή εί­ναι α­πο­σπα­σμα­τι­κή, με κά­ποια ε­πι­λε­κτι­κά στιγ­μιαί­α ζουμ. Πά­ντως ε­ντέ­λει έ­χου­με την αί­σθη­ση ό­τι τους ξέ­ρου­με ό­λους αυ­τούς, ε­δώ και και­ρό.
Το δρα­μα­τι­κό­τε­ρο πρό­σω­πο του έρ­γου εί­ναι ο Φί­λιπ­πος, ό­χι μό­νο λό­γω της φυσι­κής-α­φύ­σι­κης με­ταιχ­μια­κής κα­τά­στα­σής του, ό­σο λό­γω των ε­σω­τε­ρι­κών του συ­γκρού­σε­ων που κλι­μα­κώ­νο­νται στα­δια­κά και δια­γρά­φο­νται ό­λο και κα­θαρό­τε­ρα στις τε­λευ­ταί­ες σα­ρά­ντα ε­ξο­μο­λο­γη­τι­κές σε­λί­δες του βι­βλί­ου, με σκέ­ψεις ό­πως « Ό­λη μου την ζω­ή α­πό τό­τε που εί­χα αρ­χί­σει να κα­τα­λα­βαί­νω τον εαυ­τό μου πά­λευα με το σώ­μα μου», «Ή­θε­λα να νι­κή­σω τη σάρ­κα» ή πιο κά­τω «Κι εγώ ο βλά­κας , ο ε­γω­ι­στής δεν του χά­ρι­σα το μό­νο ψέ­μα που θα μας έ­σω­ζε ό­λους. Δεν θυ­σί­α­σα την ψυ­χή μου…», «Αν εί­χα έ­ναν πνευ­μα­τι­κό, έ­να στά­ρετ­ς των ρώ­σικων μυ­θι­στο­ρη­μά­των», ή «Α­γω­νι­ζό­μουν να δω πί­σω απ’ ό­λα αυ­τά το σχέ­διο του Θε­ού», και «Α­γω­νι­ζό­μουν να κρα­τή­σω την πί­στη μου» και κά­που αλ­λού γε­νι­κεύ­ο­ντας «Γι­νό­μα­στε μοι­ραί­οι θε­οί του ε­αυ­τού μας».
 
Η Μα­ρώ Τρια­ντα­φύλ­λου μας δί­νει έ­ναν α­κό­μη μί­το διε­ρεύ­νη­σης των προ­θέ­σε­ών της, ως προς το θέ­μα της ζω­ής του θα­νά­του κα­θώς και του ση­μεί­ου που χω­ρίζο­νται ή ε­νώ­νο­νται οι δύ­ο α­κραί­ες αυ­τές εκ­φάν­σεις-φόρ­μες, μέ­σα α­πό την περί­λη­ψη της χα­μέ­νης τρα­γω­δί­ας του Ευ­ρι­πί­δη, με την α­να­φο­ρά στην ε­πί­σκε­ψη που δέ­χε­ται η Λα­ο­δά­μεια α­πό τον νε­κρό ά­ντρα της. Το δια­τυ­πώ­νει τό­σο πε­ριεκτι­κά και ό­μορ­φα, ό­ταν κά­που προς το τέ­λος ο Φί­λιπ­πος ε­ξη­γώ­ντας στη Σο­φί­α πως ή­ταν η διά­στα­ση στην ο­ποί­α βρι­σκό­ντου­σαν οι δύ­ο ε­ρα­στές και ει­δι­κό­τερα ο νε­κρός Πρω­τε­σί­λα­ος, λέ­ει «Ά­νοι­ξε τις πύ­λες του Ά­δη κι ά­φη­σε τον Πρω­τεσί­λα­ο ν’ α­νέ­βει, …δυ­να­τό και ό­μορ­φο ό­πως τό­τε. Κά­νο­ντας το τό­τε τώ­ρα. Ε­νώ­νοντας γω­νιές του χρό­νου μέ­σα σ’ έ­να μυ­στή­ριο μο­να­δι­κό, φέρ­νο­ντας το χρόνο των νε­κρών στο χρό­νο των ζω­ντα­νών»…και προ­χω­ρά­ει πιο κά­τω «Τι ή­ξε­ρε ο Ευ­ρι­πί­δης που το ξε­χά­σα­με ε­μείς Σο­φί­α;» Και α­λή­θεια, εί­ναι τυ­χαί­ο το ό­νο­μα της η­ρω­ί­δας της;
Α­πό την άλ­λη πλευ­ρά η Σο­φί­α έ­χει το δι­κό της κό­σμο, εί­ναι πραγ­μα­τί­στρια, επι­στή­μο­νας, πα­τά­ει γε­ρά στη γη, παρ’ ό­λα αυ­τά α­φή­νει τον Φί­λιπ­πο να κα­θρεφτί­ζε­ται πά­νω της, δεν μπο­ρεί να α­ντι­στα­θεί στο ά­γνω­στο που διαι­σθά­νε­ται ό­τι κρύ­βε­ται πί­σω του και έ­τσι σι­γά σι­γά πα­ρα­σύ­ρε­ται. Τον α­φή­νει να πλη­σιά­σει α­χαρ­το­γρά­φη­τες πλευ­ρές της. Στο τέ­λος ό­μως ό­ταν της ζη­τά την τε­λι­κή χά­ρη, ε­κεί­νη του διευ­κρι­νί­ζει, ί­σως σε μια ύ­στα­τη προ­σπά­θεια διά­σω­σης των πε­ποι­θή­σε­ών της, ό­τι δεν εί­ναι Χρι­στια­νή. Γι αυ­τό τε­λι­κά ε­πι­λέ­γει δέ­κα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα να αμ­φι­σβη­τή­σει ό­λα ό­σα της συ­νέ­βη­σαν.
Αλ­λά και η συγ­γρα­φέ­ας με έ­να ευ­ρη­μα­τι­κό τρίκ στο τέ­λος του βι­βλί­ου, ε­ντέ­λει δεν παίρ­νει ό­λη την ευ­θύ­νη για ό­σα δια­δρα­μα­τί­στη­καν. Μή­πως για να αφή­σει χώ­ρο στον α­να­γνώ­στη να ε­πι­λέ­ξει την δι­κή του εκ­δο­χή;  
Πι­θα­νόν! 
Αλ­λά ας μην τα πού­με ό­λα α­πό­ψε, άλ­λω­στε δεν χω­ρά­νε. 
Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 05/24/2011 - 12:32