"Τα όρια" (περ.Πλανόδιον τχ. 49, Δεκέμβριος 2010)

  

 Τα όρια (περ.Πλανόδιον τχ. 49, Δεκέμβριος 2010)  

Τα όρια
 
Πά­ντα ή­θε­λα να της τα σπά­σω τα μού­τρα. Δη­λα­δή ό­χι α­κρι­βώς, στην αρ­χή έ­λιωνα για χά­ρη της. Πού να το φα­ντα­ζό­μουν πώς θα ’ρχο­νταν τα πράγ­μα­τα. Βλέ­πεις, η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τα ’φε­ρε αλ­λιώς.
            Χρό­νια τώ­ρα μου εί­χε γί­νει έμ­μο­νη ι­δέ­α, ε­φιάλ­της, ψύ­χω­ση. Το κα­λύ­τε­ρό μου ο­νει­ρο­πό­λη­μα, ό­ταν έ­πι­να το φρα­πε­δά­κι μου στο τα­ρα­τσά­κι της Κι­κής, ει­δικά ε­κεί με ξυ­πνη­μέ­να τα σω­θι­κά μου, α­ντα­ρια­σμέ­να α­πό τις φω­νές της, α­ντί να σκέ­πτο­μαι τι ω­ραί­α που το κά­να­με πριν λί­γο στο πα­λιό πλυ­στα­ριό —που τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια άλ­λα­ξε χρή­ση και το λέ­νε κουλ­του­ριά­ρι­κα δώ­μα— έ­φευ­γε ο νους μου πέ­τα­γε και πού τον γύ­ρευα πού τον έ­βρι­σκα σκα­λω­μέ­νο στις ο­κτάβες μιας άλ­λης φω­νής που με πα­ρα­μύ­θια­ζε και με ξε­γέ­λα­γε για χρό­νια. Μπο­ρεί ό­χι μό­νο ε­μέ­να. Αυ­τό βέ­βαια το σκέ­φτη­κα με­τά. Μπο­ρεί και τους άλ­λους να τους ξε­γέ­λα­γε. Έ­τσι ό­πως ξε­κι­νού­σε να μι­λά­ει μα­λα­κιά, α­πα­λή, σχε­δόν κο­ρι­τσίστι­κη, ταί­ρια­ζε και μ’ ε­κεί­νη την α­κα­τα­νό­η­τη κο­τσί­δα της, πού ξα­να­κού­στη­κε κα­θη­γή­τρια με κο­τσί­δα χο­ντρή και μα­κριά σα βο­σκο­πού­λας. Ώ­ρες ώ­ρες έμοια­ζε να μα­γεύ­ε­ται και η ί­δια α­πό την φω­νή της, βυ­θι­ζό­ταν και κο­λύ­μπα­γε στα λό­για της, ξε­χνιό­ταν, ό­σο ό­μως περ­νού­σε η ώ­ρα και κου­ρα­ζό­μα­σταν να την πα­ρα­κο­λου­θού­με σιω­πη­λοί, μό­λις η βα­ριε­στη­μά­ρα μας του­μπά­ρι­ζε τα βλέ­φαρα και για να μην μας πά­ρει ο ύ­πνος πιά­να­με την κου­βε­ντού­λα στα πί­σω θρα­νί­α-γα­λα­ρί­α, τό­τε δυ­νά­μω­νε η φω­νή της λέ­πται­νε, έ­πια­νε άλ­λες σκά­λες, α­νέ­βα­ζε ντε­σι­μπέλ, μέ­χρι που έ­φτα­νε στο τέ­λος να ουρ­λιά­ζει “πως μάλ­λον πα­ρε­ξη­γή­σατε τα πράγ­μα­τα και υ­πάρ­χουν ό­ρια κύ­ριοι, και να το βά­λε­τε αυ­τό κα­λά στο μυα­λό σας μια για πά­ντα, υ­πάρ­χουν για ό­λα τα πράγ­μα­τα Ό-ρι-α”. Και κο­πά­να­γε το χέ­ρι της ρυθ­μι­κά στην έ­δρα το­νί­ζο­ντας τις συλ­λα­βές μέ­χρι που κοκ­κί­νι­ζε και πρη­ζό­ταν, κι ύ­στε­ρα την έ­βλε­πα με ευ­χα­ρί­στη­ση που το έ­τρι­βε μα­νια­σμένη και γούρ­λω­νε τα μά­τια κι α­σχή­μαι­νε, και την μι­σού­σα τό­τε, και μας κοι­τού­σε α­πει­λη­τι­κά έ­ναν έ­ναν προ­σπα­θώ­ντας τά­χα να μας δει —και ά­ρα να μας κάνει και να νιώ­σου­με— σαν ά­το­μα κι ό­χι σαν πρό­βα­τα σε α­γέ­λη, ό­πως έ­λε­γε, κι έ­πει­τα άλ­λα­ζε χρώ­μα­τα α­στρα­πιαί­α σαν χα­μαι­λέ­ο­ντας σε σει­σμι­κή δό­νη­ση. Έ­τσι α­πό­το­μα και α­πό­λυ­τα με­τα­μορ­φω­νό­ταν. Κι ε­μείς μέ­να­με α­πο­ρη­μέ­νοι και με­τέ­ω­ροι. Του­λά­χι­στον ε­γώ.
            Και χέ­στη­κα ε­γώ, αν τα ’λε­γε ω­ραί­α ή ό­χι για τον Α­ρι­στο­φά­νη, παρ’ ό­λο που δεν χώ­νε­ψε πο­τέ το ό­τι ή­ταν λέ­ει συ­ντη­ρη­τι­κός —α­πο­ρώ πού το θυ­μά­μαι αυτό α­κό­μα— αλ­λά ό­πως εί­πα χέ­στη­κα ε­γώ για τον Α­ρι­στο­φά­νη της και τα ρέ­στα, ε­γώ μό­λις άρ­χι­ζε η με­τα­μόρ­φω­ση κι ά­κου­γα τις υ­στε­ρι­κές φω­νά­ρες της να ξε­σκί­ζου­νε τ’ α­φτιά και το νευ­ρι­κό μου σύ­στη­μα, το μό­νο που ή­θε­λα ή­ταν να της τα σπά­σω τα μού­τρα. Και φυ­σι­κά αυ­τό που μου την έ­δι­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο ή­ταν το δού­λε­μα. Για­τί τι άλ­λο ή­ταν η δι­πρό­σω­πη συ­μπε­ρι­φο­ρά της; Α­πό την μια μας χα­μο­γε­λού­σε, μας έ­λε­γε α­στεί­α, μας χα­λά­ρω­νε, κέρ­δι­ζε την ε­μπι­στο­σύ­νη μας, με λί­γα λό­για έ­κα­νε την κα­λή και κα­λά για να την α­γα­πά­με ή κά­τι τέ­τοιο, και με­τά μό­λις κά­να­με λί­γο κι ε­μείς τα δι­κά μας κα­τευ­θεί­αν μας όρ­μα­γε. Και να κα­τέ­βα στο γρα­φεί­ο, τσί­μπα και μια δι­ή­με­ρη για να θυ­μά­σαι πως υ­πά­ρ­χουν πρά­μα­τα πά­νω α­πό σέ­να. Μά­λι­στα! Πρά­μα­τα που σε υ­περ­βαί­νουν νε­α­ρέ μου, έτσι εί­πε τό­τε που με κάρ­φω­σε στον διευ­θυ­ντή ­ό­ταν με εί­χε τσα­κώ­σει στις τουα­λέ­τες να κα­πνί­ζω, κοι­τώ­ντας πά­νω α­πό το κε­φά­λι μου έ­να α­προσ­διό­ρι­στο ση­μεί­ο στον α­πέ­να­ντι τοί­χο κι ό­χι τα μά­τια μου, ό­πως συ­νή­θι­ζε ό­ταν τσί­ρι­ζε γε­νι­κώς και α­ο­ρί­στως σε ό­λη την τά­ξη ό­τι ο­φεί­λου­με να γί­νου­με κά­πο­τε ά-το-μα. Τό­τε θυ­μή­θη­κε να μου την πει και για το πα­ντε­λό­νι μου που κό­ντευε, λέ­ει, να φτά­σει στο πά­τω­μα και πως άλ­λη ό­ρε­ξη δεν έ­χει αυ­τή και υ­πό­λοι­ποι κα­θηγη­τές α­πό το βλέ­πουν το μο­δά­το βρα­κί μου. Ξαφ­νι­κά την εί­χε ε­νο­χλή­σει και το χιπ χοπ ντύ­σι­μο. Λες και δεν ή­ξε­ρε ό­τι δεν ή­ταν α­πλώς ντύ­σι­μο, αλ­λά τρό­πος ζω­ής κι ο­λό­κλη­ρη φι­λο­σο­φί­α. Αλ­λά βέ­βαια πού να ξέ­ρει, πώς και για­τί να μάθει κά­τι πέ­ρα απ΄ τους μου­χλια­σμέ­νους στί­χους των αρ­χαί­ων υ­μών προ­γό­νων. Το­μά­ρα της. Κι ε­γώ με­τά την προ­δο­σί­α της δι­πλα­σί­α­σα το κά­πνι­σμα.                                      
                                                                        *
            Ή­ταν η ό­γδο­η μέ­ρα των ε­πει­σο­δί­ων, οι δρό­μοι δεν προ­λά­βαι­ναν να στε­γνώ­σουν α­πό τις βρα­δι­νές μά­νι­κες και το πρω­ί πά­λι τα ί­δια, νέ­ος γύ­ρος. Εί­χα­με τρελα­θεί κι ε­μείς και οι α­νώ­τε­ροι, τα ’χα­με παί­ξει, τέ­τοιο μί­σος, τέ­τοια εμ­μονή με μας, τα κω­λό­παι­δα. Να μην κου­ρά­ζο­νται, να μην λέ­νε να στα­μα­τή­σουν. Όλοι αυ­τό λέ­γα­με, δεν μπο­ρεί κά­που θα στα­μα­τή­σουν, υ­πάρ­χουν και ό­ρια. Αλ­λά αυ­τά ε­κεί. Τί­πο­τα. Οι δρό­μοι εί­χαν γί­νει πά­λι κό­λα­ση. Πα­ντού κα­πνοί, καμ­μέ­να λά­στι­χα, α­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νοι κά­δοι, τσο­γλά­νια με σπρέ­ι στα χέ­ρια, έ­τοι­μα να σε στρα­βώ­σουν σε κά­θε στρο­φή. Αυ­τοί φο­ρού­σαν κου­κού­λες. Ε­μείς κρά­νη. Κάποιες στιγ­μές ξέ­φευ­γε το μυα­λό μου κι έ­λε­γα πό­σο μοιά­ζει ό­λο αυ­τό με παιχνί­δι παι­δι­κό· έ­λε­γα δεν εί­ναι α­λη­θι­νό, να τώ­ρα θα τε­λειώ­σει, θα λή­ξει η βάρ­δια μου, θα πά­ω σπί­τι, θα μπω κά­τω απ’ το ζε­μα­τι­στό νε­ρό θα πλυ­θώ, θα βγά­λω α­πό πά­νω μου τις φτυ­σιές τους, θα κοι­μη­θώ και το πρω­ί ό­λα θα έ­χουν αλ­λάξει. Το χει­ρό­τε­ρο ή­ταν πως αι­σθα­νό­μουν σαν να με εί­χε ξε­γε­λά­σει πά­λι κά­ποι­ος, γνω­στός ο πό­νος αλ­λά έ­κα­να πως δεν θυ­μό­μουν πια. Πα­τού­σα σε σπα­σμέ­να γλι­στε­ρά γυα­λιά.
            Κά­που ε­κεί, κά­πως έ­τσι πρέ­πει να ή­ταν μπό­σι­κο το μυα­λό ή και το μά­τι μου, όταν μου φά­νη­κε ό­τι την εί­δα. Α­νά­με­σα στις κου­κού­λες, εί­δα φευ­γα­λέ­α μια χο­ντρή κόκ­κι­νη κο­τσί­δα. Κο­ντο­στά­θη­κα για έ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο, α­πο­κλεί­ε­ται, σκέφτη­κα, τί δου­λειά έ­χει αυ­τή ε­δώ, κι ί­σα που πρό­λα­βα να α­πο­κρού­σω με την α­σπί­δα την κο­τρό­να που ’ρχό­ταν κα­τα­πά­νω μου. Πιο πέ­ρα εί­δα έ­να μπου­λού­κι να μα­δο­τρα­βιού­νται, να σπρώ­χνο­νται, ή­ταν μπερ­δε­μέ­νοι και συ­νά­δελ­φοι, συ­νήθως δεν α­να­κα­τεύ­ο­μαι, α­φή­νω τον κα­θέ­να να τα βγά­λει πέ­ρα α­νά­λο­γα με το πως έχει στρώ­σει. Δεν ξέ­ρω τι μου ’ρθε και πλη­σί­α­σα, ί­σως για­τί ή­ταν προς την με­ριά που εί­χα δει πριν το φά­ντα­σμα των μαλ­λιών της. Κά­ποιος πρέ­πει να ή­ταν πε­σμέ­νος και οι άλ­λοι α­πό πά­νω α­νε­βο­κα­τέ­βα­ζαν μη­χα­νι­κά τα χέ­ρια με βα­ριές βί­αιες κι­νή­σεις. Κρα­τού­σαν γκλοπ­ς. Α­κού­γο­νταν βρι­σιές, υ­πό­κω­φοι ή­χοι α­πό κλω­τσιές. Ο α­έ­ρας ο­λό­γυ­ρα ά­χνι­ζε ξι­νι­σμέ­νο ι­δρώ­τα και δα­κρυ­γό­να. Κοντο­στά­θη­κα α­πό ξα­φνι­κή δύ­σπνοια. Πρώ­τη φο­ρά βρι­σκό­μουν τό­σο κο­ντά σε μακέ­λε­μα, ε­δώ και πέ­ντε χρό­νια που ‘χω τε­λειώ­σει τη σχο­λή στά­θη­κα τυ­χε­ρός, δεν έ­τυ­χε. Μπρο­στά μου το αν­θρώ­πι­νο πη­γά­δι α­να­δευό­ταν α­κό­μη γύ­ρω απ’ το πε­σμέ­νο κορ­μί. Έ­νιω­σα να μου­σκεύ­ω το κο­λά­ρο του που­κα­μί­σου μου. Πή­ρε το μά­τι μου την ά­κρη ε­νός παλ­τού. Ο πρώ­τος του πη­γα­διού που βα­ρέ­θη­κε γύ­ρι­σε και μου πέ­τα­ξε α­στειά­κι «Με­γά­λε, σου πα­ρα­δί­δω την σκυ­τά­λη». Έ­κα­νε με­γά­λη δρα­σκε­λιά και βγή­κε απ’ τον κλοιό.
            Γύ­ρι­σα να φύ­γω, κά­τι μέ­σα μου έ­τρε­χε ή­δη χι­λιό­με­τρα μα­κριά, ή­ταν α­πλώς θέμα συ­ντο­νι­σμού να το φτά­σω, να μπω στο σχή­μα που έ­τρε­χε με φρε­νή­ρη τα­χύ­τητα, να ε­νω­θώ μα­ζί του, να κρυ­φτώ. Έ­νας α­πό την έ­ξω πλευ­ρά του κύ­κλου με έ­σπρω­ξε ά­γρια προς τα μέ­σα «για πού το ’βα­λες πα­λι­κά­ρι, βιά­ζε­σαι; κά­νου­με λούφα απ’ την βα­ριά δου­λεί­α;» Έ­κα­να πως δεν ά­κου­σα και χω­ρίς να γυ­ρί­σω προ­σπά­θη­σα να βγω α­πό την άλ­λη με­ριά του κύ­κλου. Τό­τε μια δεύ­τε­ρη σπρω­ξιά πιο δυ­να­τή μ’ έ­ρι­ξε α­κρι­βώς στο κέ­ντρο. Προ­σγειώ­θη­κα πά­νω σ’ έ­να μα­λα­κό σωρό α­πό μι­σο­σκι­σμέ­να ρού­χα και μα­τω­μέ­να κρέ­α­τα.
            Ήρ­θα­με μού­ρη με μού­ρη. Πα­ρα­μέ­ρι­σα τρέ­μο­ντας τα κοκ­κι­νω­πά μαλ­λιά που είχαν ε­λευ­θε­ρω­θεί απ’ την κο­τσί­δα και της έ­κρυ­βαν το πρό­σω­πο, και εί­δα για πρώ­τη φο­ρά α­πό τό­σο κο­ντά τα μά­τια της. Μι­σά­νοι­χτα, στο χρώ­μα του κρα­σιού, μ’ έ­να βλέμ­μα που έ­μοια­ζε ν’ α­τε­νί­ζει πέ­ρα, πο­λύ μα­κριά. Πέ­ρα α­πό τα ό­ρια των πο­διών γύ­ρω μας που συ­νέ­χι­ζαν να κλω­τσά­νε μα­ναι­σμέ­να.
 
 
Τα όρια (περ.Πλανόδιον τχ. 49, Δεκέμβριος 2010)
Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 06/10/2014 - 09:18