"Τελευταία εντολή" (περ. Δέκατα τχ. 16, Χειμώνας 2009)

  

 Τελευταία εντολή (περ. Δέκατα τχ. Ιανουάριος 2009)

 
Τελευταία εντολή
 
Μοιά­ζει σαν έ­να νή­μα να τον συν­δέ­ει α­ό­ρα­τα με τα πά­νω. Ποια πά­νω; α­να­ρω­τή­θηκε μέ­σα του ο Αρ­γύ­ρης, αλ­λά προ­τί­μη­σε να μην α­νοί­ξει κου­βέ­ντα ού­τε καν με τον ε­αυ­τό του. Δη­λα­δή, πό­σος ε­αυ­τός μού έ­χει α­πο­μεί­νει, τι θα α­πο­μεί­νει με­τά α­πό το ση­με­ρι­νό; Αι­σθα­νό­ταν τον άλ­λο να του ρου­φά­ει την ε­νέρ­γεια με το καλα­μά­κι, α­πέ­φευ­γε να τον αγ­γί­ζει, φο­βό­ταν. Κά­θε φο­ρά που ο γέ­ρος κα­τόρ­θω­νε και τον γρά­πω­νε μέ­σα στις δα­γκά­νες των χε­ριών του –και πού την έ­βρι­σκε τέτοια δύ­να­μη ξαφ­νι­κά;- έ­νιω­θε σαν να έ­χα­νε αί­μα. Η τρε­μου­λια­στή φω­νή τον έ­βγαλε στα ρη­χά.
            Θα πει δεν φεύ­γω, δεν πε­θαί­νω. Να! Τέ­ντω­σε την μέ­ση, τούρ­λω­σε την κοι­λιά προς τα πά­νω κι έ­κα­νε γέ­φυ­ρα α­φή­νο­ντας έ­να μι­κρό κε­νό α­νά­με­σα στο σώ­μα του και το στρώ­μα. Ο μου­σα­μάς τσί­τω­σε κά­τω α­πό το σε­ντό­νι κι έ­τρι­ξε στις φτέρ­νες του. Μια μι­κρή α­ψί­δα του θριάμ­βου, ο ξα­πλω­μέ­νος τον κοι­τού­σε κα­τά­μα­τα, ο όρθιος α­πέ­φευ­γε το βλέμ­μα, κοι­τού­σε λο­ξά κά­τω, τα λευ­κά πό­δια του κρε­βα­τιού του υ­πε­ρε­κτει­νό­με­νου ε­πώ­νυ­μου στρα­τιώ­τη, προ­σπα­θώ­ντας να μην α­να­σαί­νει για λί­γο μέ­χρι να κα­τα­λα­γιά­σει η βα­ριά μυ­ρω­διά που του α­να­κά­τε­ψε το στομά­χι. Σου λέ­ω δεν πε­θαί­νω, κοί­τα, πα­ρα­μέ­ρι­σε τα σκε­πά­σμα­τα κι α­πο­κα­λύ­φθηκε, έ­κρου­σε μεσ’ την πα­λά­μη του έ­να α­πί­στευ­τα κορ­δω­μέ­νο όρ­γα­νο. Εί­μαι έ­τοι­μος να ξα­να­κά­νω τον γύ­ρο, για νέ­ο γύ­ρο εί­μαι έ­τοι­μος, κοί­τα ’δώ! Με τα μάτια υ­πό­δει­ξε το α­ντι­κεί­με­νο του θαυ­μα­σμού του. Και μην νο­μί­ζεις πως σ’ έχω α­νά­γκη, θα κά­νω άλ­λα παι­διά ε­γώ, για­τί βέ­βαια ό­ταν έ­χεις τέ­τοιες καύ­λες δεν γί­νε­ται να πε­θαί­νεις, κι ά­σε τους για­τρούς να λέ­νε. Γί­νε­ται; Η πα­ρα­τε­ταμέ­νη σιω­πή του Αρ­γύ­ρη έ­κα­νε την ορ­γή του κά­τω­χρου γέ­ρου να τι­να­χθεί πί­δακας μεσ’ στο δω­μά­τιο. Δεν μι­λάς, ε; Πά­ντα με ζή­λευες, δυο παι­διά ε­γώ, έ­να κα­νονι­κό κι έ­να ξώ­γα­μο, ε­σύ κα­νέ­να. Ο Αρ­γύ­ρης έ­σφι­ξε τα δό­ντια, θυ­μή­θη­κε πως έγι­νε αι­σθη­τή για πρώ­τη φο­ρά η πα­ρου­σί­α του στο σπί­τι, τό­τε που πρω­το­ά­κου­σε για το ξώ­γα­μο γερ­μα­νά­κι, έ­τσι το ’λε­γε η μά­να, έ­χεις α­δελ­φό τώ­ρα, δεν θέ­λεις να τον γνω­ρί­σεις; Τον ρω­τού­σε α­πει­λη­τι­κά με τα φρύ­δια ση­κω­μέ­να, μό­νο και μό­νο για να πά­ρει την ε­πι­βε­βαί­ω­ση της πί­στης του, ό­τι δεν χω­ρού­σε άλ­λος στην οι­κο­γέ­νεια και ό­τι αυ­τό δεν ή­ταν μό­νο δι­κή της ά­πο­ψη. Ό­χι, της πέ­τα­γε με το κε­φά­λι σκυ­φτό, και ε­κεί­νες τις νύ­χτες έ­βρε­χε πά­λι το κρε­βά­τι του.
            Τα ρου­θού­νια του δια­στά­λη­καν α­πό την γνώ­ρι­μη ο­σμή. Α­συ­ναί­σθη­τα γύ­ρι­σε προς το μέ­ρος του. Μέ­σα στο σκο­τά­δι έ­φεγ­γε πό­τε α­κί­νη­το, πό­τε παλ­λό­με­νο το φου­σκω­μέ­νο μό­ριο. Ο Αρ­γύ­ρης στε­κό­ταν με το κε­φά­λι σκυ­φτό, α­νή­μπο­ρος α­πό πάνω του, α­κι­νη­το­ποι­η­μέ­νος α­πό το α­ρι­στε­ρό χέ­ρι του γέ­ρου που τον τρα­βο­λό­γαγε α­νε­λέ­η­τα. Ε­ξε­ρευ­νού­σε με τα μά­τια ό­λα τα η­μί­φω­τα του χώ­ρου, την χαρ­το­γρά­φη­ση της υ­γρα­σί­ας του κή­που στον πλα­ϊ­νό τοί­χο, προ­σπα­θού­σε να μα­ντέ­ψει τα φυ­τά που βρί­σκο­νταν α­πό την άλ­λη πλευ­ρά, με­γα­λο­πρε­πής κή­πος για νο­σοκο­μεί­ο, πρέ­πει να ξο­δεύ­ουν πολ­λά για νε­ρά, κη­που­ρούς, λι­πά­σμα­τα, πιο πολ­λά απ’ ό­τι για τους α­σθε­νείς, αν βέ­βαια πού­με πως εί­ναι α­σθέ­νεια τα γη­ρα­τειά, αλ­λά κι ό­ταν το διορ­θώ­νου­με ψέ­μα­τα λέ­με, η εγ­γρα­φή έ­χει γί­νει, οι συ­νειρ­μοί δου­λεύ­ουν, τα γη­ρα­τειά α­σθέ­νεια εί­ναι, η ύ­ψι­στη, η πλέ­ον α­νί­α­τος. Μη α­ναστρέ­ψι­μη. Κα­τη­φό­ρι­ζε η σκέ­ψη του σε βά­ρα­θρα.
            Για­τί δεν με κοι­τάς; Κοί­τα, να μα­θαί­νεις, έ­τσι πρέ­πει να εί­σαι για να τρέ­χουν οι γκό­με­νες, και να μην τις έ­χεις α­νά­γκη, δεν φτά­νει το μπό­ι. Το δε­ξί του χέ­ρι δού­λευε ρυθ­μι­κά κι α­κού­ρα­στα, το α­ρι­στε­ρό ξε­χεί­λω­νε στα­θε­ρά το μα­νίκι του Αρ­γύ­ρη, που έ­ψα­χνε α­πε­γνω­σμέ­να κά­τι για ν’ α­πα­γκιά­σει το βλέμ­μα του. Οι άλ­λοι δυο γέ­ροι του θα­λά­μου ή­ταν σκε­πα­σμέ­νοι ως τα αυ­τιά, συρ­ρι­κνω­μένοι μέσ’ στα κου­κού­λια τους, α­κί­νη­τοι, α­κίν­δυ­νοι. Για μια στιγ­μή αι­σθάν­θη­κε μπό­σι­κο το γρά­πω­μα του σκε­λε­τω­μέ­νου χε­ριού, τρά­βη­ξε α­πό­το­μα το μα­νίκι του και χω­ρίς να τον κοι­τά­ξει, στρά­φη­κε και πε­τά­χτη­κε έ­ξω απ’ το δω­μά­τιο.
 
                                                    ***
            Ξη­με­ρώ­μα­τα πε­τά­χτη­κε, απ’ τον ί­διο ε­φιάλ­τη. Πά­λι και πά­λι, χρό­νια τώ­ρα. Φοβε­ρό­τε­ρος κά­θε φο­ρά, πιο ζω­ντα­νός, διαν­θι­σμέ­νος με α­να­το­μι­κές λε­πτο­μέ­ρειες, με το­πι­κά χρώ­μα­τα και υ­φές, με α­πο­τρό­παιες προ­τρο­πές, με ι­διο­τε­λείς πα­ραι­νέ­σεις. Κι ε­κεί­νος να μην μπο­ρεί να ξε­φύ­γει πριν ο­λο­κλη­ρω­θεί και η τελευ­ταί­α σκη­νή. Χρό­νια ο­λό­κλη­ρα τρα­βά αρ­γά, υ­πο­το­νι­κά το χέ­ρι, ε­λευ­θε­ρώ­νεται α­πό την λα­βή, ί­σα-ί­σα που ε­κτε­λεί την κί­νη­ση σαν χα­λα­σμέ­νο νευ­ρό­σπα­στο, στρέ­φει για να φύ­γει και μέ­νει α­κί­νη­τος σ’ αυ­τή την στά­ση φυ­γής, πα­γω­μένος μέ­σα στην στιγ­μή, σαν χρυ­σαλ­λί­δα στο κε­χρι­μπά­ρι, που στη διαύ­γειά του λά­μπει η πρό­θε­ση της κί­νη­σης αλ­λά και η αιώ­νια α­κι­νη­σί­α, α­πο­χαυ­νω­μέ­νος από τον μα­γνη­τι­σμό της μαύ­ρης τρύ­πας που χά­σκει μπρο­στά του και τον ρου­φά. Η γυ­ναί­κα πλά­ι του χρό­νια ά­υ­πνη, ε­ξα­χρειω­μέ­νη α­πό την στέ­ρη­ση, απ’ την απαί­τη­ση, απ’ το βου­βό κλά­μα, απ’ το θυ­μό. Κι ε­κεί­νος βου­τηγ­μέ­νος στον ι­δρώτα, α­νί­κα­νος να α­ντι­στα­θεί στην τε­λευ­ταί­α ε­ντο­λή, ε­πα­να­λαμ­βά­νει μη­χα­νικά με­τα­ξύ ε­νάρ­γειας και ο­νεί­ρου την τε­λευ­ταί­α ει­κό­να, που α­φο­πλι­στι­κή κατα­κλύ­ζει τον νου του και τον κα­θη­λώ­νει.
     
        Τό­τε, το ε­πό­με­νο πρω­ί πριν ξε­κι­νή­σει για το νο­σο­κο­μεί­ο, τον εί­χε προ­λά­βει το τη­λε­φώ­νη­μα της α­πο­κλει­στι­κής. Κα­τέ­λη­ξε, του εί­χε πει ή ξε­κου­ρά­στη­κε, ακό­μα δεν μπο­ρεί να θυ­μη­θεί.
 
 
Τελευταία εντολή (περ. Δέκατα τχ. Ιανουάριος 2009)
Τελευταία Ανανέωση:
Τρί, 05/24/2011 - 20:03